Ποιητικόν εγχειρίδιον πολιτικών

0
118

Χρήστος Τσιάμης (γράμμα από το Μανχάταν).

Ι

 

Ποιητική ανάγνωση της πολιτικής, σήμερα

 

 

Λένε πως όταν παίρνεις μια απόσταση βοηθάει να δείς καλύτερα την υπόθεση.

 

Και όντως υπάρχει απόσταση αρκετή ανάμεσα στην ποίηση και την πολιτική.

 

Ας δούμε, λοιπόν, τι ακριβώς συνέβη και γιατί, απ’ τη σκοπιά του εθνικού μας ποιητή.

 

Για τη χώρα είχε πεί – στον «ΥΜΝΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ» που έχει εκατόν πενηνταοκτώ στροφές μα που εμείς (με δάκρυα στα μάτια τις δύσκολες στιγμές) επαναλαμβάνουμε μόνο τις δυο πρώτες, εν είδει προσευχής, στα γήπεδα και στις πλατείες σε στάση προσοχής- είχε πεί, λοιπόν, ο ποιητής:

 

‘Μοναχή το δρόμο επήρες,

Εξανάλθες μοναχή

Δεν είν’ εύκολες οι θύρες,

Εάν η χρεία τές κουρταλή.’

 

Και ο πολιτικός στις μέρες μας τι πράττει;  Βρυξέλλες, Βερολίνο, Ρίγα… ‘Πήγα’ λέει ‘και απόειδα…’  Φυσικά!   Γιατί όταν πάς βοήθεια να ζητήσεις χρειάζεται να δείξεις υπομονή, επιμονή και λεπτή συμπεριφορά και τακτική.  Να λείπουν οι τρόποι οι τραγελαφικοί.

 

Και συνεχίζει ο ποιητής:

 

‘Αλλος σού έκλαψε είς τα στήθια,

Αλλ’ ανάσασιν καμιά

Αλλος σού έταξε βοήθεια

Και σε γέλασε φρικτά.’

 

Μα ο απαίδευτος ο πολιτικός ταξιδεύει ανιστόρητος.  Πηγαίνει με πυξίδα μιαν ακίδα ιδεοληψίας σε ανύπαρκτα τοπία της επαναστατικής Λατινικής Αμερικής και στους από καιρού μεταμορφωμένους χώρους της  χαώδους Ασίας.  Μας στέλνει πίσω άγραφα καρτποστάλ από την Κίνα, τη Ρωσία και το …Αζερμπαϊζάν!

 

Ο ποιητής στην εποχή του είδε τον τόπο καθαρά και του έδωσε όνομα,  «Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι».   Πριν ξεκινήσει να δουλέψει επάνω στο ποιητικό του όραμα, έβαλε κάτω ένα πρόγραμμα, τους «Στοχασμούς του Ποιητή», όπου είπε και τα εξής:

 

‘Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος, μέσα εις τον οποίο κινιέται η πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζη εις την ατμοσφαίρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση, οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους οπού θέλουν να την αρπάξουν, – και, για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητος.  Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα….Ας φανή καθαρά η μικρότης του τόπου και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλες ενάντιες δύναμες, θέλει έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες.

 

Μείνε σταθερός εις τούτη την υψηλή θέση…’

 

Και είναι αλήθεια ότι ο πολιτικός κατάλαβε πως, στη σημερινή κρίσιμη κατάσταση που βρίσκεται η χώρα,  για να υπηρετήσει ‘τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας’ θα έπρεπε να προβάλει το θέμα διεθνώς.  Να μιλήσει στους Αρχηγούς στο εξωτερικό, σε ‘εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν’ αλλά και σε ‘εκείνους οπού θέλουν να την αρπάξουν’, με αξιοπρέπεια και κύρος σαν Αρχηγός κι αυτός.  Και να παλαίψει για της χώρας ‘την υλική θέση’ αλλά ταυτοχρόνως να θέσει και ζήτημα ηθικής, ‘τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητος’ όπως αναφέρει ο ποιητής, μα στη συγκεκριμένη περίπτωση τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ευρώπης.  Και το έπραξε ο πολιτικός.  Με ατέλειες προσέγγισης, προφανώς.  Γιατί χρειάζεται να υπάρξουν προτεραιότητες.  Πρώτα  να εξασφαλίσεις την ‘υλική θέση’ για να κρατηθείς και να μπορέσεις να συνεχίσεις την προσπάθεια.  (Αν προσέξουμε, τη σειρά αυτή έχει δώσει και στο κείμενό του ο ποιητής.)  Και υπάρχει και μια ακολουθία τακτικής.  Κερδίζεις  σιγά σιγά τις συμπάθειες, κατόπιν αποσπάς για όλα αυτά που ισχυρίζεσαι την προσοχή, στο τέλος θα αποσπάσεις και κάποια χειρονομία συμπαράστασης.  Πρέπει εδώ να ειπωθεί πως ο πολιτικός, μέχρις ενός σημείου, επέτυχε αυτό που ο ποιητής λέει ότι έπρεπε να γίνει.  Χρειάζεται όμως να συνεχίσει, να μείνει ‘σταθερός’, μέχρι να  ‘έβγουν οι Μεγάλες Ουσίες.’  Ο,τι και να σημαίνει αυτό.  

Κι ενώ η χώρα έδινε τη μεγάλη μάχη, είδαμε και συμπεριφορές που ο εθνικός μας ποιητής τις καταγράφει στη σύνθεσή του «ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΡΔ ΜΠΑΪΡΟΝ»:

 

‘…………… ποίος υβρίζει

Τον καλύτερο, και ποιός

Λόγια ανόητα ψιθυρίζει.

Αλλος στέκεται οκνηρός.

 

……………………………………..

 

 

 

 

Και άλλοι, αλίτηροι! Χτυπώντας

Πέφτουνε στον αδελφό,

Και παινεύονται, θαρρώντας

Πως εχτύπησαν εχθρό.’

 

Αλλά είδαμε, ευτυχώς, και νούς συνετούς που κάπου βαθιά στη συνείδησή τους θα είχε περάσει αυτό που ο εθνικός ποιητής το είχε εκφράσει με τους ακόλουθους στίχους:

 

‘Μην ειπούν στο στοχασμό τους

Τα ξένα έθνη αληθινά:

Εάν μισούνται ανάμεσό τους

Δεν τους πρέπει ελευθεριά.

 

Κάτω απ’ το βάρος τέτοιων συλλογισμών, οι πολιτικοί αντίπαλοι, στις χώρες που τις συμφορές τους τελικά τις ξεπερνούν, προσφέρουν στήριξη (έστω και σαν προσωρινό συμβιβασμό) στον πολιτικό που του έμελε να βγεί αντιμέτωπος με αυτούς που κλείνουν ‘τη μικρότητα του τόπου’, την πατρίδα, με  ‘σιδερένιους και ασύντριφτους κύκλους’.

 

Και ενόσω ο αγώνας αυτός συνεχίζει, καλό θα ήταν τις πράξεις του κάθε πολιτικού να τις κινεί η παρότρυνση αυτή του ποιητή:

 

‘Πόσον λείπει, στοχασθήτε,

Πόσο ακόμη να παρθή

Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε,

Πάντα εσάς θ’ ακολουθή.’

 

 

 

ΙΙ

 

Συμφιλίωση της ποίησης και της φιλοσοφίας προς όφελος της πολιτείας

 

Εχει ειπωθεί, από αυτούς που μελετάνε του Πλάτωνος τα βιβλία, ότι ο σοφός (μέσω της φωνής του Σωκράτη) είχε αποφανθεί ότι η ποίηση κάνει κακό μεγάλο στην πολιτεία.

 

Τη συγχρόνη την εποχή, η επίσημη η κριτική έχει αποφανθεί ότι η πολιτική, σαν θέμα, κάνει κακό στην ποίηση.

 

Και αναλογιζόμαστε κι εμείς μήπως κάπου μέσα σε όλα αυτά υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση.

 

Γιατί ο Πλάτων στην «Πολιτεία» του είχε μεν μιλήσει για μιαν από καιρού διαμάχη ανάμεσα στην ποίηση και τη φιλοσοφία (στο Βιβλίο Χ γράφει «…ότι παλαιά μέν τις διαφορά φιλοσοφία τε και ποιητική…»).  Και είχε αναπτύξει τις θέσεις του από τα πρώτα κιόλας του έργου αυτού βιβλία και σε έναν δυο διαλόγους του ακόμη.  Από την άλλη, όμως, μιλούσε μόνο για τη «μιμητική» και πως αυτό το στοιχείο της ποίησης (που τότε συμπεριελάμβανε και την τραγωδία) αναστάτωνε του πολίτη την ψυχή και δεν επέτρεπε να επικρατήσει ένας ορθολογισμός στα πράγματα της πολιτείας.  Ασε που είχε μπλέξει μαζί και τη ρητορική και που στη μακροχρόνια διάρκεια της γραφής η σκέψη του είχε τις διακυμάνσεις της και τις επακόλουθες αντιφάσεις της που σήμερα δεν μας επιτρέπουν μια ερμηνεία μονολιθική.

 

Εχουν περάσει χιλιετίες και η ποίηση έχει αλλάξει, όχι όμως και οι αιτίες και οι συσχετισμοί που διαταράσσουν της πολιτείας την τάξη.  Μια ματιά στην ποίηση του περασμένου αιώνα (σε ποιήματα του δικού μας του Καβάφη, του Αμερικάνου Ρόμπερτ Λόουελλ, του Πολωνού Ζβίγκνιου Χέρμπερτ, για ν’ αναφέρουμε λίγα παραδείγματα) θα μας διδάξει μια στάση του ποιητή  σχεδόν φιλοσοφική.  Με γνώμονα τα διδάγματα της ιστορίας, την παρατήρηση, και τον συλλογισμό, ο ποιητής επιχειρεί παρεμβάσεις στης πολιτείας τον εκτροχιασμό από τον σκοπό της, που δεν είναι άλλος από το κοινό καλό.

 

Η ποιηση έχει αλλάξει, λοιπόν, και ίσως η ανάλυση του Πλάτωνος (ειδικά στο δέκατο βιβλίο της «Πολιτείας» όπου η σκέψη έχει αποκρυσταλλωθεί) ίσως σήμερα περισσότερο να ταιριάζει στη ρητορική που εξακολουθεί να αναπαράγεται στην πολιτική.  Επ’ αυτού, η παρακάτω άποψη μάς φαίνεται πολύ επίκαιρη και σωστή, έτσι όπως έχουμε ζήσει τα πράγματα την εποχή αυτή.

 

‘Φαύλη άρα φαύλω συγγιγνομένη φαύλα γεννά η μιμητική.’

 

Με άλλα λόγια (ομολογουμένως σε μια ερμηνεία προσωπική), αν ο πολιτικός κοιτάει να μας διεγείρει με σχήματα παλιά που έχει αποδειχθεί ότι πετυχαίνουν να μας θολώνουν το μυαλό και να μας ταράζουν την ψυχή (και σιγά σιγά μπούνε στο παιχνίδι κι άλλοι πολλοί με παρόμοια τεχνάσματα), τότε δεν πρόκειται να ανθίσει στον τόπο η αλήθεια.  Θα μας περικυκλώνουν μονίμως τέρατα και φαντάσματα.

 

Συγκεκριμένα για την ποίηση, ο Πλάτωνας έκανε διάκριση (ίσως σε ‘ήχο πλάγιο’ και βασισμένος σε ό,τι περιείχε της εποχής του η ελληνική γραμματεία) ανάμεσα σε εκείνα τα στοιχεία που μπορεί να βλάψουν και σε εκείνα που θα μπορούσαν να αποβούν εις όφελος της πολιτείας:

 

‘…εί δέ την ηδυσμένην Μούσαν παραδέξη εν μέλεσιν ή έπεσιν, ηδονή σοι και λύπη εν τη πόλει βασιλεύσετον αντί νόμου τε και του κοινή αεί δόξαντος είναι βελτίστου λόγου.’

 

Αν αφήσουμε δηλαδή λόγια περίτεχνα να μας παίρνουν τα μυαλά, η λύπη και η ηδονή θα βασιλεύουν στη χώρα μας εναλλάξ, γιατί όπως λέει και το τραγούδι τα νέα που μας έφεραν μας χαϊδεψαν τ’ αυτιά μ’ απέχουνε πολύ απ’ την αλήθεια.  Θα ήταν όμως  πολύ καλύτερα, ειδικά όταν τα πράγματα γίνονται εξαιρετικά δύσκολα, να βασιστούμε σε νόμους που έχουν δοκιμασθεί ανά τους χρόνους και σε μια αδιάσειστη λογική απ’ όλον τον κόσμο αντιληπτή.

 

‘Απ’ τα ψηλά στα χαμηλά’, λοιπόν, με τη ρητορεία των πολιτικών είναι το φαινόμενο που αντιμετωπίζουμε οδυνηρώς σήμερα.  Είναι ενθαρρυντικό όμως ότι ο κόσμος βγήκε  στους δρόμους με πανό, μπροστά μπροστά, με του Κωνσταντίνου Καβάφη τους στίχους:

 

‘Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις,

τούτο προσπάθησε τουλάχιστον

όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις’

 

Η ποίηση δεν θα διστάσει να επιχειρήσει να επιβάλει μια τάξη αρχών στο χάος που δημιουργείται απ’ την  εκτράχυνση των πολιτικών.

 

 

ΙΙΙ

 

Η σύγκλιση της ποιητικής και της πολιτικής

 

 

Δεν το κρύβω πως με μαγνητίζουν εξ ίσου η γλυκιά μοναξιά της ποίησης και της πολιτικής ο στίβος.  Επομένως, έχω προσωπικούς λόγους για να αναζητήσω μεταξύ τους ένα κοινό σημείο.

 

Ο λόγος σήμερα στη χώρα είναι περί οικονομίας.  Απ’ την άλλη, μέλημα της ποίησης είναι η οικονομία του λόγου.  Να λοιπόν ένα κοινό ξεκίνημα.

 

Για να βγεί το ποίημα, ο ποιητής αποπέμπει λέξεις και φράσεις τετριμμένες από τη χρήση και πρέπει να αποφεύγει την επανάληψη.  Κάτι απ’ το οποίο μπορεί και η πολιτική του τόπου σήμερα να ωφεληθεί.

 

Επί παραδείγματι, ας βάλουμε στην άκρη για λίγο τη λέξη ‘Μνημόνιο’.  Εχει παραφθαρεί τόσο που αλλάζει καθημερινώς υφή.  Δεν θα μας χρειαστεί αν καταλάβουμε ότι όσο θα χρωστάς θα υπογράφεις κάποιο χαρτί, όπως και να το ονομάσεις!

 

Ας βάλουμε στην πάντα επίσης και την έκφραση ‘η κυβέρνηση της Αριστεράς’.  Δεν έχει έννοια καμιά.  Οταν σου λάχει να κυβερνάς είσαι η κυβέρνηση της χώρας, όνομα και πράμα.

 

Τέλος, αφού ο κοινός σκοπός και των δυο ενασχολήσεων, της ποίησης δηλαδή και της πολιτικής, είναι να επιτύχει το πόνημα, και επειδή έχουμε πλείστα όσα παραδείγματα επιτυχίας στης ποίησης τα αρχεία, θα ήταν άκρως ευεργετικό να φανταστούμε τον  ποιητή και τον πολιτικό να συγκλίνουν, τουλάχιστον ως προς τη μεθοδολογία.

 

Κατ’ αρχάς, στο έργο προσήλωση και ταυτοχρόνως απόλυτη ειλικρίνεια.  Κατόπιν, καθώς προχωράς στη δημιουργία με κόπο και μεγάλη δυσκολία, να λαμβάνεις υπ’ όψιν τους κανόνες και την παράδοση γιατί δεν υπάρχει καινοτομία αν δεν ξέρεις τι αλλάζεις και πού αντέχει η αλλαγή.  Και τότε, να έχεις την όρεξη, το θάρρος, και το σθένος για να επιχειρήσεις την υπέρβαση, την τομή.  Ετσι θά φτάσεις σε μια πραγματική άνοιξη αντί για μια κακή και ταλαιπωρημένη επανάληψη.

 

Προφανώς όλα τα ανωτέρω εκ στόματος του ποιητή.  Γνωστός ονειροπόλος αυτός!  Δεν θα ήταν όμως ευχής έργο αν άρχιζε να σκεφτεται έτσι, λιγάκι, και ο πολιτικός;  Αλλά χρειάζεται προσοχή και από τους δυό.  Ο λόγος να είναι πάντα για το έργο, και όχι περί εαυτόν!

IV

 

Επίμετρον

 

 

Διονυσίου Σολωμού, ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΥΣ (Απόσπασμα):

 

‘Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε,

Πάντοτ΄ευκολόπιστε και πάντα προδομένε.’

 

Μακάρι να μην επαληθευθούν πάλι οι στίχοι αυτοί του εθνικού μας ποιητή.  Αλλά φοβού!  Γιατί παραμονεύουν πολιτικοί με παραμύθια της δραχμής…

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΝους και εγκέφαλος
Επόμενο άρθροΗ μικρή λίστα για το Man Booker 2015

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ