Περιοδικό Η Συνέχεια, Απέναντι στην επιβολή της σιωπής και στην επίφαση του διαλόγου (του Μιχ.Γ. Μπακογιάννη)

0
126

του Μιχ. Γ. Μπακογιάννη (*)

 

Η παρέμβαση του περιοδικού Η Συνέχεια (1973)*

 

Δέκα χρόνια μετά τον εμβληματικό Νοέμβριο του 1973, ο Μανόλης Αναγνωστάκης τύπωσε ιδίοις αναλώμασιν και κυκλοφόρησε ως ιδιωτική έκδοση σε εκατό αντίτυπα το ΥΓ. Ένας από τους εκατόν είκοσι τέσσερις σπαραγματικούς στίχους του ΥΓ. είναι εξαιρετικά εναργής για το πώς ο ίδιος ο Αναγνωστάκης αντιλαμβανόταν τη στάση ευθύνης των πνευματικών ανθρώπων σε ζέουσες περιόδους της Ιστορίας: «Δυο κατηγορίες πάντα: οι δρώντες και οι θεατές».[1]

Όπως ξέρουμε, ο Αναγνωστάκης όχι μόνον δεν ανήκε ποτέ στην κατηγορία των «θεατών» αλλά τόσο με τη ζωή όσο και με το έργο του απέδειξε ότι είχε επιλέξει να είναι «δρων» με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους. Τον Μάρτιο του 1966, έναν περίπου χρόνο πριν από το απριλιανό πραξικόπημα, επιδίωξε να αφυπνίσει την κοινότητα των πνευματικών ανθρώπων, δημοσιεύοντας στην εφημερίδα της Θεσσαλονίκης Μακεδονική Ώρα το άρθρο «Η σκιά της δικτατορίας και το χρέος των πνευματικών ανθρώπων», το οποίο συμπεριέλαβε αργότερα στον συγκεντρωτικό τόμο Αντιδογματικά με τον τίτλο «Το χρέος και ο λόγος»:

Κατέναντι στο βρώμικο συρφετό των τυχάρπαστων πολιτικάντηδων, των ιταμών αυλοκολάκων και των ταχυδακτυλουργών των ιδεών, σχηματίζεται, ολοένα ογκούμενο, στιβαρό, αμείλικτο, το τεράστιο –πέρα από τάξεις, πέρα από ιδεολογίες, πέρα από τα στενά κομματικά σχήματα– πανεθνικό μέτωπο των πολλών απλών, τίμιων ανθρώπων. Των ανθρώπων που ξαγρυπνούν. Των ανθρώπων που όσα πολλά κι αν τους χωρίζουν, τους ενώνει μία ιερή απόφαση. Ποτέ ώς εκεί.

Στο πανεθνικό αυτό μέτωπο οι πνευματικοί άνθρωποι καλούνται να πάρουν τη θέση τους. Θέση εκ των πραγμάτων ηγετική. Γιατί αυτοί πρώτοι ανάμεσα στους πρώτους κινδυνεύουν. Μέσα στο ζοφερό μηχανισμό της δικτατορίας το πνεύμα δεν έχει παρά ένα μόνο περιορισμό: Να υποτάσσεται στους αφέντες. Και δεν έχει καμιά αξιοπρεπή διέξοδο παρά μόνο τη σιωπή. Δεν υπάρχουν σήμερα πια περιθώρια για προσωπικές μικροδιαμάχες. Χωρίς να αρνηθεί τις πεποιθήσεις του, διατηρώντας ακέραια τη φυσιογνωμία του, εμμένοντας στις οποιεσδήποτε αρχές του, ο πνευματικός άνθρωπος, ο άξιος του ονόματος –και η παρούσα στιγμή κρίνει τον άξιο πνευματικό άνθρωπο– έχει χρέος να στοιχηθεί κάτω από τη σημαία ενός πανεθνικού αντιδικτατορικού μετώπου, που θα κάνει τους λίγους βιαστές να σκεφτούν καλά προτού αποφασίσουν. Από παντού έρχονται μηνύματα της δραστηριότητας των σκοτεινών ανθρώπων, και όσο πάει θα πληθαίνουν, να είμαστε σίγουροι γι’ αυτό. Η υποτίμηση του κινδύνου, η μοιρολατρική βεβαιότητα ότι τελικά «δε θα τολμήσουν», η αδράνεια και η παθητικότητα είναι πολύτιμα όπλα γι’ αυτούς. Ας μην τους χαρίσουμε αυτά τα όπλα.[2]

 

Οι συλλήψεις, οι διώξεις, οι εκτοπίσεις, ο ασφυκτικός έλεγχος και η αυστηρή προληπτική λογοκρισία που επέβαλε αμέσως το χουντικό καθεστώς σε όλους τους τομείς της ζωής και της τέχνης δεν στάθηκαν ικανά να εκφοβίσουν τους δρώντες πνευματικούς ανθρώπους. Μετά το ξάφνιασμα των πρώτων μηνών, σχηματίστηκαν πυρήνες αντίστασης που αποσκοπούσαν και στην επανεκκίνηση της εκδοτικής δραστηριότητας.[3] Την ίδια στιγμή, όμως, αρκετοί από τους Έλληνες συγγραφείς, πιεσμένοι καθώς ήταν από τις συνθήκες της εξοντωτικής προληπτικής λογοκρισίας, επέλεξαν να σιωπήσουν εκδοτικά (όχι συγγραφικά) και διά της σιωπής να εκφράσουν την αντίδραση και τη διαμαρτυρία τους.[4] Η στάση αυτή, για την οποία εκφράστηκαν αργότερα αντιρρήσεις ως προς την αποτελεσματικότητά της,[5] άρχισε να αλλάζει από τα τέλη της δεκαετίας του 1960. Στο βραχύ αλλά πολιτικά και ιστορικά πυκνό χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1969/1970-1973 ανατάχθηκε η συσπείρωση των υγειών δυνάμεων, οι οποίες ένιωσαν την ανάγκη, έστω και προσωρινά, να παραμερίσουν ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές· οξύνθηκε η επινοητικότητα για την ανεύρεση τρόπων με τους οποίους ο υπαινικτικός λόγος θα εμβόλιζε τις απαγορεύσεις και θα παρέμενε δραστικός· τροφοδοτήθηκε η διάθεση για αντίσταση και σε άλλες ομάδες της ελληνικής κοινωνίας, που ήταν φύσει και θέσει έτοιμες να μετατρέψουν τη στάση της διαμαρτυρίας σε ενεργή πολιτική δράση. Εκτός αυτών, όμως, κυρίως, ανασημασιοδοτήθηκε η αξία της συλλογικότητας και της συνέργειας ως αντίδοτο στον φόβο που εύλογα προκαλούσαν η συγκρότηση παράνομων πολιτικών οργανώσεων και η έκδοση παράνομων εντύπων κάθε μορφής ή και εντύπων που εξασφάλιζαν μεν άδεια έκδοσης και κυκλοφορίας, μα ήταν διαρκώς υπό συνθήκη ελέγχου. Μερικά από τα ορόσημα τα οποία σφράγισαν με τον τρόπο τους αυτή τη μεταβολή στάσης ήταν η συγκρότηση πολλών παράνομων οργανώσεων, του Πατριωτικού Αγωνιστικού Μετώπου και της Δημοκρατικής Άμυνας, οι διαρκείς κινητοποιήσεις των Ελλήνων του εξωτερικού και, στο τελευταίο και πιο κρίσιμο στάδιο του αντιδικτατορικού αγώνα, η γνωστή δήλωση του Γιώργου Σεφέρη (28 Μαρτίου 1969) και η «Δήλωση των 18 συγγραφέων», έναν περίπου μήνα αργότερα (23 Απριλίου 1969), η οποία αποτελούσε μια συντονισμένη διαμαρτυρία για τη λογοκρισία και τη γενικότερη κατάσταση ανελευθερίας στην Ελλάδα.

Ένας άλλος παράγοντας που συνέτεινε στην έκφραση της διαμαρτυρίας με πιο έντονο τρόπο ήταν η φαινομενική μετατόπιση του καθεστώτος, με την αντικατάσταση της προληπτικής λογοκρισίας στα τέλη του 1969 με τον «Νόμο περί Τύπου», καθώς και με την κατάργηση το 1970 του καταλόγου με τα βιβλία που είχαν απαγορευτεί. Η συνθήκη αυτή επέτρεψε αφενός την ίδρυση νέων εκδοτικών οίκων και αφετέρου τη συνέχιση της προγραμματικής πολιτικής που ακολουθούσαν οι υφιστάμενοι εκδοτικοί οίκοι, όπως ο Κάλβος, ο Στοχαστής, τα Κείμενα, η Διεθνής Επικαιρότητα και οι Νέοι Στόχοι, να εκδίδουν μεταφρασμένα έργα με πολιτικό, πρωτίστως αριστερό, προσανατολισμό.[6] Αυτό το περιβάλλον επέτρεψε, επίσης, να πολλαπλασιαστούν από το 1970 και εξής οι συλλογικές εκδόσεις, οι οποίες είχαν εξαρχής τα χαρακτηριστικά έμμεσης ή άμεσης διαμαρτυρίας, όπως τα Δεκαοχτώ Κείμενα (1970), τα Νέα Κείμενα και τα Νέα Κείμενα 2 (1970 και 1971, αντίστοιχα), τα περιοδικά Τραμ (1971) και Εξάντας (1972) στη Θεσσαλονίκη, η κυκλοφορία, τον Μάιο του 1972, του πρώτου και μοναδικού μέχρι τη Μεταπολίτευση τεύχους του Αντί, η Κατάθεση ’73 και η Κατάθεση ’74 και η έκδοση του περιοδικού Η Συνέχεια, στις αρχές της άνοιξης του 1973. Οι συλλογικές εκδόσεις, λοιπόν, αποτελούν τμήμα της ιστορίας του αντιδικτατορικού αγώνα, η οποία δεν παραμένει πλέον «άγραφη»[7] (ή τουλάχιστον δεν παραμένει «άγραφη» στον βαθμό που ήταν στο παρελθόν), χάρη στο ευρύ δίκτυο μαρτυριών, τεκμηρίων, ντοκουμέντων, βιβλιογραφικών και ιστοριογραφικών μελετών που διαθέτουμε και στο έργο που, παρά τις μεγάλες δυσχέρειες των τελευταίων ετών (2011 κ.εξ.), συνεχίζουν να επιτελούν φορείς διάσωσης, ταξινόμησης και μελέτης αρχείων και ντοκουμέντων ιστορικής μνήμης που ιδρύθηκαν κατά τη δεκαετία 1990-2000 (λ.χ., Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας, Εταιρεία Διάσωσης Ιστορικών Αρχείων, Εταιρεία Μελέτης της Ιστορίας της Αριστερής Νεολαίας). Ακριβώς για τον λόγο αυτό, όμως, είναι ίσως καιρός να μελετηθούν οι συλλογικές εκδόσεις πιο διεξοδικά και με τρόπο πιο συνθετικό, ώστε να φανεί ο ρόλος τους τόσο στο πολιτικό και κοινωνικό παρόν τους όσο και στη γενικότερη πνευματική μας ιστορία.

Κατά τον Σπύρο Πλασκοβίτη, η απόφαση για τον τίτλο και την έκδοση του περιοδικού Η Συνέχεια «πάρθηκε στο σπίτι του Ρόδη Ρούφου»,[8] ο οποίος πέθανε τον Οκτώβριο του 1972, και επομένως οι σχετικές συζητήσεις για την έκδοση του περιοδικού πρέπει να κράτησαν πάνω από ένα εξάμηνο, γιατί Η Συνέχεια εκδόθηκε τον Μάρτιο του 1973, με τον μακροσκελή υπότιτλο «Γράμματα, τέχνες, επιστήμες του ανθρώπου. Μηνιαία έκδοση λογοτεχνίας, κριτικής, πνευματικού-θεωρητικού προβληματισμού».[9] Η διάρκεια της ζωής της Συνέχειας ήταν βραχεία: εκδόθηκαν συνολικά οκτώ αριθμημένα τεύχη, στο διάστημα από τον Μάρτιο μέχρι και τον Οκτώβριο του 1973· και ενώ ετοιμαζόταν η έκδοση του ένατου τεύχους, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και η σκλήρυνση της στάσης της χούντας δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση της έκδοσής του: Ο Τάκης Σινόπουλος αφηγείται την πίεση που ασκούσε καθημερινά το καθεστώς μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου: «Ο καλός κύριος της Ασφάλειας πέρναγε κάθε 2-3 μέρες από τον “Κέδρο” απορώντας: “Μα δεν βγήκε ακόμα το καινούριο τεύχος;”. “Σε λίγες μέρες” απαντούσε η Νανά Καλλιανέση, υπομονετικά».[10]

Την έκδοση του περιοδικού την είχε αναλάβει ο Κέδρος, ο οποίος είχε εκδώσει τα Δεκαοχτώ Κείμενα, τα Νέα Κείμενα και τα Νέα Κείμενα 2 και χάρη στη δραστήρια Νανά Καλλιανέση (1916-1998), καθώς και στην αμέριστη συμπαράσταση και τον συμβουλευτικό ρόλο του Στρατή Τσίρκα, είχε καταστεί ένα σύμβολο συσπείρωσης για τους διανοούμενους που αγωνίζονταν κατά της Χούντας.[11] Την ολιγομελή εκδοτική ομάδα της Συνέχειας αποτελούσαν ο Αλέξανδρος Αργυρίου, ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ο Δ. Ν. Μαρωνίτης και ο Παύλος Ζάννας, ο οποίος είχε απωλέσει τα πολιτικά του δικαιώματα και δεν εμφανιζόταν με την ιδιότητα του υπευθύνου έκδοσης. Ο τίτλος Η Συνέχεια φανερώνει την πρόθεση της ομάδας να συνδέσει το νέο περιοδικό με τα προγενέστερα εκδοτικά εγχειρήματα διαμαρτυρίας των ετών 1970-1972 και να αποτελέσει την οργανική συνέχειά τους. Παρά τις αντιξοότητες που είχαν να αντιμετωπίσουν εκ προοιμίου αλλά και αυτές που αντιμετώπισαν κατά τη διάρκεια της κυκλοφορίας του περιοδικού, οι υπεύθυνοι έκδοσης υπηρέτησαν αταλάντευτα την αποστολή της Συνέχειας, που συμπυκνώνεται, θα λέγαμε, σε μια καταληκτική διατύπωση σε σημείωμα του πρώτου τεύχους: «Τέλος, ενδιαφέρει ιδιαίτερα η υπεράσπιση της έναρθρης γλώσσας, σε μια εποχή που οι απειλές της εξάρθρωσής της καθημερινά πολλαπλασιάζονται».[12]

Ανάμεσα στους συνεργάτες του περιοδικού συγκαταλέγονται λογοτέχνες, πνευματικοί άνθρωποι, πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, κριτικοί και μελετητές που ανήκουν ηλικιακά στην αποκαλούμενη Πρώτη Μεταπολεμική Γενιά (λ.χ., Μανόλης και Νόρα Αναγνωστάκη, Παύλος Ζάννας, Έκτωρ Κακναβάτος, Τάκης Κουφόπουλος, Κλείτος Κύρου, Ρόδης Ρούφος, Γ. Π. Σαββίδης, Τάκης Σινόπουλος, Θ. Δ. Φραγκόπουλος), αλλά και μεγαλύτεροι, όπως ο Στρατής Τσίρκας, μα και πολλοί νεότεροι, όπως η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, ο Νάσος Βαγενάς, η Ρέα Γαλανάκη, η Ζέφη Δαράκη, ο Γιάννης Κοντός, ο Μένης Κουμανταρέας, η Άλκη Κυριακίδου-Νέστορος, ο Μάρκος Μέσκος, η Χρύσα Προκοπάκη, ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς και η Άννα Φραγκουδάκη.

Εκτός από τα πρωτότυπα και μεταφρασμένα λογοτεχνικά κείμενα, στη Συνέχεια δημοσιεύτηκαν μελέτες, δοκίμια, άρθρα, ανυπόγραφα ή και ενυπόγραφα σημειώματα στη στήλη με τον εύγλωττο τίτλο «Πέτρες και Στίγματα». Τα κύρια θέματα όλων αυτών των κειμένων αφορούσαν ζητήματα και προβλήματα που σχετίζονται με τη λογοτεχνία, τις εικαστικές τέχνες, τον κινηματογράφο, το θέατρο, τη λαογραφική επιστήμη και την ψυχολογία. Επίσης, δημοσιεύτηκαν κείμενα που σχολιάζουν ή αφορούν την πνευματική και εκδοτική επικαιρότητα. Από την ύλη αυτή, θα ξεχωρίζαμε τα κείμενα που γράφτηκαν για τον θάνατο τριών πνευματικών ανθρώπων των οποίων το έργο είχε έντονα κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Είναι τα συναισθηματικά φορτισμένα κείμενα του Τσίρκα για τον Χάκκα (τχ. 2) και του Κουμανταρέα για την Αξιώτη (τχ. 4), καθώς και το σημείωμα «Μάρκος Αυγέρης και το ανεξόφλητο χρέος μας» (τχ. 7), στο οποίο ο Αναγνωστάκης επιχείρησε αφενός να σκιαγραφήσει, χωρίς να εξωραΐσει, τον ρόλο του Αυγέρη στον κριτικό λόγο της Αριστεράς και αφετέρου να επισημάνει στους συνομηλίκους και τους νεοτέρους την ανάγκη να επανεξεταστεί με νέους όρους ο «φάκελος Αυγέρη»:

Δεν νομίζω –και μετά το θάνατό του ακόμη περισσότερο– πως ο φάκελος Αυγέρη είναι συμπληρωμένος, έτοιμος να μπει στο συρτάρι της Ιστορίας. Γιατί είναι στενά δεμένος με το φάκελο μιας ολόκληρης εποχής, που οι αντίξοες περιστάσεις δεν επέτρεψαν τη νηφάλια και απαλλαγμένη από σκοπιμότητες, συναισθηματισμούς και προσωπικές μυθοπλασίες, κριτική της.

Ποιος θα κάνει κάποτε αυτὴν την κριτική;[13]

Θα ξεχωρίζαμε, επίσης, τα περιεκτικά σημειώματα βιβλιοκριτικής, τα οποία συνέτασσαν κατά κύριο λόγο ο Αργυρίου για την πεζογραφία, ο Σινόπουλος για την ποίηση και ο Ζάννας για τα βιβλία που αφορούσαν τον κινηματογράφο. Η εκδοτική παραγωγή καταχωρίστηκε στο πολύ καλά ενημερωμένο όσο και άριστα επιμελημένο βιβλιογραφικό δελτίο που συνέτασσε ο Εμμανουήλ Μοσχονάς, ενώ στην ειδική στήλη της τελευταίας σελίδας «το Ζώδιο. Εκλογές/Επιλογές», αντί για τις τακτικές προβλέψεις του ζωδιακού κύκλου που περιλαμβάνονταν σε περιοδικά ευρείας κυκλοφορίας, οι συντάκτες της Συνέχειας επέλεξαν να δημοσιεύουν τις πολιτισμικές τους προτάσεις για βιβλία, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες και εκθέσεις ζωγραφικής.[14]

Εάν μια συζήτηση για τον χαρακτήρα ενός περιοδικού δεν μπορεί να γίνει ερήμην της ιστορικής και πολιτισμικής συγκυρίας που τον διαμόρφωσε, τότε εξίσου απαραίτητη θα ήταν και η διερεύνηση των τρόπων με τους οποίους ένα περιοδικό επιδρά (εάν επιδρά, βεβαίως) στο παρόν και τού εάν τελικά αυτή η επενέργεια είχε διάρκεια. Μολονότι έχουμε τη γνώμη ότι θα χρειαζόταν να συνταχθεί μια μονογραφία για τη Συνέχεια που θα επιχειρούσε να απαντήσει διεξοδικά και πειστικά σε αυτά τα ερωτήματα, αξιοποιώντας όχι μόνον τα πορίσματα των νεότερων ιστορικών και αρχειακών ερευνών αλλά και τις δυνατότητες που προσφέρει η διεπιστημονική συνεργασία, νομίζουμε ότι μερικά οδόσημα θα μπορούσαν να τεθούν εδώ.

Πέρα από την αναμφισβήτητη σημασία που έχει η γλώσσα του υπαινιγμού και η δημοσίευση, για παράδειγμα, σελίδων από το ανέκδοτο ακόμα τότε ημερολόγιο του Γιώργου Σεφέρη ή επιλεγμένης πρωτότυπης λογοτεχνικής ύλης, όπως είναι η προδημοσίευση των τριών πρώτων κεφαλαίων από το εμβληματικό μυθιστόρημα του Άρη Αλεξάνδρου Το Κιβώτιο (τχ. 8), θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε ότι οι υπεύθυνοι έκδοσης δεν δίστασαν να δημοσιεύσουν κείμενα που συντονίζονταν με τις φοιτητικές κινητοποιήσεις των αρχών του 1973, έθεταν την Πολιτεία ενώπιον της ευθύνης της να εξασφαλίζει την ακαδημαϊκή ελευθερία και την ελευθερία του Τύπου χωρίς τη φενάκη της λογοκρισίας ή την επίφαση της ελευθερίας, υποστήριζαν το αίτημα για την αποκατάσταση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών, για τον εκδημοκρατισμό των θεσμών και, πλάγια, για την ανατροπή του καθεστώτος. Αυτό εκφράστηκε με κείμενα πολιτικού λόγου που δημοσιεύονταν σχεδόν σε κάθε τεύχος και στη στήλη «Πέτρες και Στίγματα», άλλα από αυτά ως ανυπόγραφα σημειώματα, όπως τα κείμενα «Σιωπή και ομιλία», «Τυνησιακά», «Νέα μέθοδος διώξεως», και άλλα ως ενυπόγραφα άρθρα, όπως τα κείμενα «Καταιονισμός και αποσιώπηση» του Αναστάσιου Πεπονή, «Ακαδημαϊκή ελευθερία» του Ιωάννη Πεσμαζόγλου και «Ακαδημαϊκή ελευθερία, εξουσία και πολιτεία» του Δημήτρη Τσάτσου.[15]

Η απάντηση του απριλιανού καθεστώτος ήταν άμεση. Αμέσως μετά την κυκλοφορία του πρώτου τεύχους, ο Πεπονής, ο Τσάτσος και ο Μαρωνίτης, ο οποίος είχε δημοσιεύσει κείμενό του για το έργο του Γιάννη Ρίτσου στη στήλη του περιοδικού «Πολυκριτική», συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Το κλίμα εκφοβισμού, όμως, δεν έκαμψε το φρόνημα των υπευθύνων έκδοσης, οι οποίοι εξέφρασαν, με τρόπο έμμεσο αλλά σαφή, την αντίδρασή τους στην πρακτική «της εξουσίας που θέλει να ελέγχει την πνευματική ζωή […] με δύο φαινομενικά αντικείμενους τρόπους: την επιβολή της σιωπής και την επιδίωξη της ομιλίας».[16]

Απέναντι στην «επιβολή της σιωπής» αναπτύχθηκαν πολύπλευρα και πολύτροπα αντισώματα. Oι υπεύθυνοι έκδοσης και οι συνεργάτες του περιοδικού προσέφευγαν στον υπαινιγμό, στην αμφισημία και στο καυστικό χιούμορ, για να καταδικάσουν με τον τρόπο αυτό τη συνταγματική και πολιτική εκτροπή, τον αυταρχισμό και τον σκοταδισμό. Η κορωνίδα, κατά τη γνώμη μας, για την έκφραση αυτού του περιπαικτικού όσο και ανατρεπτικού πνεύματος ήταν το κείμενο «Επιτέλους ψηφίζουμε» που δημοσίευσε ανυπόγραφα στη στήλη «Πέτρες και Στίγματα» ο Κουφόπουλος και αφορούσε το δημοψήφισμα-παρωδία του Ιουλίου του 1973:[17]

Μεθαύριο γίνεται το Δημοψήφισμα. Για κείνους από τους αναγνώστες μας που δεν έχουν ακόμη αποφασίσει τι θα ψηφίσουν, δίνουμε πιο κάτω πίνακα εκ 12 σημείων που συνηγορούν για το ΝΑΙ, αλλά –για να είμαστε αντικειμενικοί– και αντίστοιχο πίνακα εκ 12 επίσης σημείων που συνηγορούν για το ΟΧΙ. Έτσι δεν αφήνουμε κανένα παραπονεμένο. […].

Πρέπει να ψηφίσεις ΝΑΙ

[…]

  1. Διότι μέσα σε παραδειγματική ησυχία και τάξη συμπληρώνεις το προπό σου, βλέπεις τους ποδοσφαιρικούς αγώνες σου, παίζεις το λαχείο σου κ.τ.λ. […]
  2. Διότι έδρασες κατά του νομίμου πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, γι’ αυτό άλλωστε είσαι και στη φυλακή.
  3. Διότι έδρασες υπέρ του νομίμου πολιτεύματος της Βασιλευομένης Δημοκρατίας, γι’ αυτό άλλωστε είσαι και στη φυλακή.
  4. Διότι αν δεν πεις ΝΑΙ αλίμονό σου· θα ακολουθήσει καθεστώς ολοκληρωτικό – όχι δυτικού τύπου. […]

 

Πρέπει να ψηφίσεις ΟΧΙ

  1. Διότι εσύ διαφωνείς με το άρθρο 6 παράγρ. 1 του Ψηφίσματος που λέει ότι οι εκλογές θα γίνονται πάντα Απρίλιο. Εσύ θέλεις να γίνονται Μάιο. […]
  2. Διότι χόρτασες πια από ελευθερία και Δημοκρατία. Λίγο καθεστώς ολοκληρωτικού τύπου θα ήταν μια αλλαγή. […]
  3. Διότι στον περί Τύπου νόμο δεν αναφέρεται ποιες εφημερίδες μπορούν να μη τον τηρούν. […]
  4. Διότι πότε πότε πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη στα ελληνικά χέρια. Δεν ξέρεις τί γίνεται.

Ο ανατρεπτικός πολιτικός σχολιασμός που εμπεριέχει το κείμενο εντείνεται και από την τυπογραφική επιμέλεια του πέμπτου τεύχους που εκδόθηκε τον Ιούλιο του 1973: στο εξώφυλλο παρατηρούμε ότι ο τίτλος του κειμένου αναγράφεται διαφορετικά («…Επιτέλους “ψηφίζουμε”…») και δείχνει να είναι στοιχισμένος με ένα πλαίσιο που έχει έντονο μπλε χρωματισμό και περιέχει, σε κεφαλαία άσπρα γράμματα, τη λέξη: «Όχι». Τον ίδιο πολιτικό στόχο υπηρετούν και δύο ακόμα επιλογές των υπευθύνων έκδοσης του περιοδικού, στη στήλη «το Ζώδιο»: α) η αντικατάσταση, μόνο για το πέμπτο τεύχος, του υπότιτλου της στήλης «Εκλογές/Επιλογές» σε «Όχι/Όχι», β) η δημοσίευση αποσπασμάτων από δύο θεμελιώδεις διακηρύξεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που συντάχθηκαν μήνα Ιούλιο: από τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ (4 Ιουλίου 1776) και από τη γαλλική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη (14 Ιουλίου 1789), καθώς και η δημοσίευση ενός ανυπόγραφου κειμένου με τίτλο «29 Ιουλίου 1973», όπου με παρρησία σημειώνεται ότι

στον ελληνικό λαό δεν αναγνωρίζεται το δικαίωμα ν’ αποφανθεί πάνω στη «μορφή του πολιτεύματος», που είναι «δεδομένη». Μόνο πάνω στις διαδικασίες του «ψηφίσματος» πρόκειται ν’ αποφανθεί. […] Το δημοψήφισμα διεξάγεται κάτω από καθεστώς εκτάκτων εξουσιών, αναστολής ατομικών ελευθεριών, με τον στρατιωτικό νόμο σε ισχύ στην περιφέρεια της πρωτεύουσας, με κατάδικους και υπόδικους για πολιτικά αδικήματα σε φυλακές και ανακριτικά κέντρα, […] χωρίς επαρκείς εγγυήσεις γνησιότητας και ελέγχου της ψηφοφορίας και χωρίς καμία ουσιώδη και διαρθρωτική μεταβολή της υφής του καθεστώτος. Τέλος, όπως αφήνεται να εννοηθεί, το «ναι» θα ερμηνευθεί και σαν έγκριση του καθεστώτος, της καταγωγής του, της πολιτείας του και των φορέων του.[18]

Ένας άλλος τρόπος παρέμβασης και αντίδρασης στην «επιβολή της σιωπής» ήταν η άμεση θεραπεία του ακρωτηριασμού και της άμεσης ή έμμεσης λογοκριτικής πρακτικής που συνέχιζε να ακολουθεί το καθεστώς. Για παράδειγμα, τον Αύγουστο του 1973, ο Ζάννας, στο κείμενό του, αποκατέστησε, προς χάρη του ελληνικού κινηματογραφικού κοινού, δύο βασικές σκηνές από την απαγορευμένη στις Κάννες αλλά βραβευμένη (αργότερα) ταινία του Alain Resnais «Ο πόλεμος τελείωσε» (1966), που ήταν βασισμένη σε σενάριο του Ισπανού συγγραφέα Jorge Semprun, αυτοεξόριστου στα χρόνια της δικτατορίας του Franco. Η ταινία παίχτηκε το 1966 στο Διεθνές Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, ωστόσο, όπως γράφει ο Ζάννας στο σημείωμα που προηγείται της μετάφρασης, «μερικές εβδομάδες αργότερα η ταινία παρουσιάστηκε, αγνώριστη, στους κινηματογράφους μας: δυο βασικές σκηνές του έργου είχαν κουτσουρευτεί ή εξαφανιστεί ολότελα».[19]

Εκτός από τον διακριτό αντιδικτατορικό της χαρακτήρα, η Συνέχεια ήταν και ένα περιοδικό που, παρά τη βραχεία ζωή της, πρόλαβε να αφήσει τα αποτυπώματα μιας πολύπλευρης «πολιτιστικής αντίστασης»,[20] σε μια μεταβατική περίοδο, όπως ήταν το 1973. Απολύτως συνεπείς με τις δεσμεύσεις τους, οι υπεύθυνοι έκδοσης κατέστησαν το περιοδικό δίαυλο επικοινωνίας με την ευρωπαϊκή, κυρίως, σκέψη και λογοτεχνία. Ο ένας πυλώνας αυτού του εγχειρήματος βασίστηκε στη μεταφρασμένη λογοτεχνική ύλη, από την οποία θα σημειώναμε τα κείμενα του Jorge Louis Borges και του Berthold Brecht, σε μετάφραση και σχόλια του Γ. Π. Σαββίδη, και τα ποιήματα του Pablo Neruda, σε μετάφραση του Κλείτου Κύρου και του Κωστή Σκαλιόρα.[21] Ο δεύτερος πυλώνας ενισχύθηκε με κείμενα στοχασμού και κριτικής, όπως είναι το δοκίμιο του John Berger για τον Τσε Γκεβάρα (τχ. 2), ή άλλα κείμενα που είχαν ως κύρια θέματά τους σύγχρονα προβλήματα: τη σχέση, λόγου χάριν, της γλώσσας με την ιστορική μνήμη και με την ευθύνη του πνευματικού ανθρώπου, τον κοινωνικό ρόλο της Τέχνης και την έννοια της παρακμής,[22] τον ευρωπαϊκό και τον αμερικανικό κινηματογράφο και ορισμένες από τις εξελίξεις στις επιστήμες του ανθρώπου. Αλλά και μερικά, ευάριθμα, πρωτότυπα κείμενα που αναφέρονται στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία και τέχνη, όπως τα μεταφρασεολογικά μελετήματα του Κουμανταρέα για τα έργα του James Joyce (τχ. 1) και του Βαγενά για την Έρημη χώρα του T. S. Eliot (τχ. 6), προωθούσαν εξίσου αποτελεσματικά τη στρατηγική επιλογή της εκδοτικής ομάδας να αμβλύνει τις συνέπειες του απομονωτισμού και του αποκλεισμού που είχε επιβάλει η χούντα από τους πρώτους μήνες.

Εάν έτσι η Συνέχεια επέφερε καίρια ρήγματα στην «επιβολή της σιωπής», στην εσωστρέφεια και στην εθνικιστική πολιτισμική πολιτική του καθεστώτος, με άλλες επιλογές της έπληξε την «επιδίωξη της [άναρθρης] ομιλίας», υποστηρίζοντας τη θεμελιώδη αρχή του διαλόγου που εδράζεται στην έκφραση της διαφορετικής γνώμης και άποψης· αυτή την αρχή υπηρετεί η «Πολυκριτική», με την οποία η ομάδα έκδοσης «καινοτομεί».[23] Στο ανυπόγραφο σημείωμα του πρώτου τεύχους, δηλώνεται ότι η «Πολυκριτική επιδιώκει την αντίστιξη και την πολυφωνία, τον έμμεσο και τον άμεσο διάλογο» και ότι φιλοδοξεί να επεκταθεί σε ένα ευρύ φάσμα ζητημάτων που αφορούσαν τα γράμματα και τις τέχνες. Επιλέγονται, λοιπόν, θεματικοί πυρήνες που δεν ήταν αποκλειστικά λογοτεχνικοί και γύρω από αυτούς αναπτύσσεται ένας εύφορος, πολυπρόσωπος κριτικός προβληματισμός. Συνεπείς και προσηλωμένοι, μάλιστα, στον σκοπό τους να καταστήσουν το περιοδικό κανάλι επικοινωνίας με την ευρωπαϊκή διανόηση και πνευματική κοινότητα, οι υπεύθυνοι έκδοσης δεν δημοσιεύουν κείμενα μόνον Ελλήνων συνεργατών και συγγραφέων.

Η «Πολυκριτική» απαντάται στα πέντε πρώτα τεύχη της Συνέχειας και σε καθένα από αυτά εξετάζεται ένα ξεχωριστό λογοτεχνικό ή πολιτισμικό ζήτημα.[24] Από τα πέντε ζητήματα, τα τέσσερα ήταν προσωποκεντρικά, εστιασμένα δηλαδή στο έργο Ελλήνων και Ευρωπαίων δημιουργών, ενώ το πέμπτο αφορούσε την νεότερη (από το 1920 και εξής) ελληνική πεζογραφία. Η «Πολυκριτική» του πρώτου τεύχους είναι αφιερωμένη στο ποιητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου και είναι ειδολογικά πολυτροπική, καθώς περιλαμβάνει μελέτες, άρθρα και σημειώματα του Δ. Ν. Μαρωνίτη, του Peter Levi, της Χρύσας Προκοπάκη, του Πάνου Θασίτη, του Κώστα Κουλουφάκου και του Στρατή Τσίρκα, ένα σημείωμα και ένα αυτόγραφο του ίδιου του Ρίτσου, καθώς και δύο σχέδια του Μίνου Αργυράκη για τα Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας. Αυτή η επιλογή ήταν ουσιαστική όσο και συμβολική: ο Ρίτσος της περιόδου 1967-1973 ήταν ένας καταξιωμένος ποιητής της Αριστεράς, οι προσωπικές του περιπέτειες και δοκιμασίες τον είχαν καταστήσει ένα παράδειγμα άκαμπτου φρονήματος, έναν πνευματικό άνθρωπο που, αν και διωκόταν και βασανιζόταν, συνέχιζε να αντιστέκεται διά της γραφής του και να κερδίζει διεθνείς αναγνωρίσεις και βραβεία.

Βεβαίως, και στις υπόλοιπες τρεις «Πολυκριτικές» μπορεί να διακρίνει κανείς τον έμμεσο ή άμεσο πολιτικό χαρακτήρα που είχαν οι σχετικές επιλογές: Στο δεύτερο τεύχος, ο Ζάννας επιμελείται το θέμα για την ταινία του Δανού σκηνοθέτη Carl Theodor Dreyer «Ημέρα οργής» (1943), παραθέτοντας, μεταξύ άλλων, διαφορετικές εκτιμήσεις και σχόλια κριτικών του κινηματογράφου για την ταινία. Κατά τον Ζάννα, ένα από τα κύρια θέματα των ταινιών του Carl Theodor Dreyer είναι η ανθρώπινη μισαλλοδοξία και «ο ψυχικός και ο σωματικός βασανισμός, η πυρά» ως λύτρωση.[25]

Η «Πολυκριτική» του τρίτου τεύχους είναι η εκτενέστερη και είναι αφιερωμένη στο ζωγραφικό έργο του Pablo Picasso. Συμπεριλαμβάνει, μεταξύ άλλων, ένα πολυσέλιδο μελέτημα του Αλέξανδρου Γ. Ξύδη, άρθρα ή σημειώματα των περιώνυμων Γάλλων λογοτεχνών Guillaume Apollinaire, René Char, Paul Éluard και André Breton, καθώς και τρία κείμενα του ίδιου του Pablo Picasso, από τα οποία ξεχωρίζει η ανοιχτή επιστολή του προς τους νέους Ισπανούς καλλιτέχνες με την οποία επικρίνει το καθεστώς του Franco και παροτρύνει τους καλλιτέχνες να συνταχθούν με τον ισπανικό λαό στον αγώνα για την υπεράσπιση της ελευθερίας και της πολιτισμικής κληρονομιάς της χώρας.

Η τρίτη προσωποκεντρική «Πολυκριτική» δημοσιεύεται στο πέμπτο τεύχος και αφορά το θεατρικό έργο του William Shakespeare Τρωίλος και Χρυσηίδα, το οποίο ανέβηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 1973 από το Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν σε μετάφραση του Βασίλη Ρώτα (1972). Η συγκεκριμένη «Πολυκριτική», για τη σύνταξη της οποίας συνεργάστηκαν η Χρυσάνθη Κληρίδη, ο Παύλος Ζάννας και ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, ενώ βοήθησαν ενεργά ο Μάριος Πλωρίτης και ο Κωστής Σκαλιόρας, είναι η πιο πολυφωνική, γιατί δημοσιεύονται δεκατέσσερα μεταφρασμένα κείμενα, γραμμένα από ξένους συγγραφείς, μελετητές και θεατρολόγους που έζησαν και έγραψαν σε διαφορετικές μεταξύ τους εποχές. Επίσης, δημοσιεύονται απόσπασμα από την εισαγωγή της μετάφρασης του Ρώτα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Καθρέφτης της εποχής μας» και ένα περιεκτικό σημείωμα του Κουν, γραμμένο ειδικά για τη Συνέχεια.

Η πέμπτη ενότητα κειμένων της «Πολυκριτικής» περιλαμβάνει τη συζήτηση ανάμεσα στον Αργυρίου, τον Κοτζιά, τον Κουλουφάκο, τον Πλασκοβίτη και τον Τσίρκα με θέμα «Η νεοελληνική πραγματικότητα και η πεζογραφία μας» (τχ. 4). Η συζήτηση αυτή, που δεν είχε τη μορφή ανάπτυξης παράλληλων (μονο)λόγων αλλά τον χαρακτήρα ανταλλαγής απόψεων, έκφρασης διαφωνιών και συμφωνιών, προκάλεσε το ενδιαφέρον και τις αντιδράσεις τριών αναγνωστών,[26] κυρίως όμως λειτούργησε ως προπομπός για ανάλογες συζητήσεις αργότερα, στα χρόνια της Μεταπολίτευσης, όταν το ζήτημα της σχέσης της νεότερης ελληνικής πεζογραφίας με την ιστορική πραγματικότητα επανήλθε στο προσκήνιο είτε από μέλη της ίδιας ομάδας είτε από νεότερους κριτικούς και μελετητές που αναμείχθηκαν στη συζήτηση.[27]

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σημασία που έχει η «Πολυκριτική» μπορεί να αποδοθεί στην αξία που έχουν αρκετά από τα δημοσιευμένα κείμενα· αλλά το ειδικό βάρος της θα πρέπει να εγγραφεί στην πρωταρχική ύλη, στο κύτταρο εκείνο που διέπει και υποστυλώνει την «Πολυκριτική» και, πιθανώς, όλη τη Συνέχεια: στην πολιτική αρχή σύμφωνα με την οποία η διαφωνία είναι δημοκρατικό δικαίωμα, προϋπόθεση διαλόγου αλλά και στάση ευθύνης και χρέους. Και εάν αυτή η αρχή έχουμε την εντύπωση ότι είναι αυτονόητη στις μέρες μας (αν και σπάνια προσλαμβάνει ουσιαστικό περιεχόμενο), ας αναλογιστούμε ότι τότε ήταν ακόμα ζητούμενο.

Σε αυτό το ζητούμενο οι υπεύθυνοι έκδοσης της Συνέχειας απάντησαν με έναν τρόπο που ανταποκρινόταν στις ανάγκες της κρίσιμης πολιτικής, ιστορικής και πνευματικής συγκυρίας. Εξέδωσαν ένα περιοδικό που είχε τη δυναμική να ανατάξει τον δημόσιο λόγο σε μια περίοδο όπου συνυπήρχαν αφενός η έκπτωσή του και αφετέρου το εγχείρημα αναμόρφωσής του. Εκτιμούμε ότι η Συνέχεια αποτέλεσε τη συντεταγμένη και συλλογική απάντηση των πνευματικών ανθρώπων (ή έστω μιας ομάδας από αυτούς) τόσο στην επιβολή της σιωπής όσο και στην επίφαση του διαλόγου. Αντιστρατεύτηκε με θάρρος και παρρησία γνώμης την προσχηματική ελευθερία του λόγου που λάνθανε με την άρση της προληπτικής λογοκρισίας. Συσπείρωσε συγγραφείς και διανοούμενους που δεν προέρχονταν αποκλειστικά από μια συγκεκριμένη ιδεολογική ή πολιτική αφετηρία. Ανέδειξε με τόλμη και στο επίπεδο πλέον του δημόσιου λόγου ένα μέρος από την πολιτισμική κινητικότητα που είχε αναπτυχθεί στη σφαίρα της ιδιωτικής ζωής.[28]

Σε μια εποχή ξηρασίας, η Συνέχεια αποτέλεσε έναν πολύτιμο πολιτισμικό πόρο, ο οποίος, απέναντι στη σκόπιμα απολιτικοποιημένη κουλτούρα του κιτς, του εμπορικού ελληνικού κινηματογράφου και των τηλεοπτικών σειρών, απέναντι στην εθνικιστική και κωμικοτραγική αναστύλωση του παρελθόντος και στη διαρκή γλωσσική κακοποίηση, αντέταξε, στο μέτρο των δυνάμεών της, ένα ριζικά διαφορετικό πολιτισμικό παράδειγμα·[29] αυτό ακριβώς το παράδειγμα θα πρέπει να εξεταστεί εάν, και ώς ποιο βαθμό, επηρέασε διαμορφωτικά και τη μεταπολιτευτική πολιτισμική μας ιστορία, τουλάχιστον στην πρώτη της περίοδο (1974-1981). Εάν μια τέτοια υπόθεση εργασίας αποδεικνυόταν κάποτε βάσιμη και κατέληγε στη σύνταξη μιας μελέτης, τότε αυτή η μελέτη θα ήταν και η έμμεση, έστω, αναγνώριση μιας καθυστερημένης οφειλής.

* Κείμενο ανακοίνωσης στην εκδήλωση του Ιδρύματος της Βουλής (18.11.2015) με θέμα: «Δικτατορία – Λογοτεχνία – Λογοκρισία».

[1] Μανόλης Αναγνωστάκης, ΥΓ, Νεφέλη, Αθήνα, 31992, σ. 23.

[2] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Η σκιά της δικτατορίας και το χρέος των πνευματικών ανθρώπων», εφ. Μακεδονική Ώρα, 21 Μαρτίου 1966 = «Το χρέος και ο λόγος», στο: Αντιδογματικά. Άρθρα και σημειώματα 1946-1977, Στιγμή, Αθήνα, 1985, σ. 150-151.

[3] Λουκάς Αξελός, Εκδοτική δραστηριότητα και κίνηση ιδεών στην Ελλάδα. Μια κριτική προσέγγιση της εκδοτικής δραστηριότητας στα χρόνια 1960-1981, Στοχαστής, Αθήνα, 1984, σ. 43-44.

[4] Αλέξης Ζήρας, «Ελογοκρίθη και…», ένθετο Επτά Ημέρες, εφ. Η Καθημερινή, 12 Δεκεμβρίου 1999. Πάντως, δεν ακολούθησαν όλοι οι συγγραφείς αυτή τη στάση: ο Αλέξανδρος Αργυρίου θεωρεί ότι «τόσο οι συγγραφείς της γενιάς του μεσοπολέμου […] όσο και οι νεότατοι, που μόλις τότε άρχισαν να παρουσιάζονται […] δεν μετείχαν στη “Σιωπή”»· βλ. Αλέξανδρος Αργυρίου, «Εισαγωγή», στο: Τάκης Καρβέλης κ.ά. (συντακτική επιτροπή), Η μεταπολεμική πεζογραφία. Από τον πόλεμο του ’40 ως τη δικτατορία του ’67, τ. Α΄, Σοκόλης, Αθήνα, 1998, σ. 311.

[5] Ο Αντρέας Λεντάκης, στο κείμενό του «Οι διανοούμενοι και η δικτατορία», που δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα που έκανε το περιοδικό Η λέξη με τη συμπλήρωση είκοσι χρόνων από την επιβολή της δικτατορίας, χαρακτήρισε ως «βαθύτατα λαθεμένη» τη στάση της σιωπής· βλ. Αντρέας Λεντάκης, «Οι διανοούμενοι και η δικτατορία», περ. Η λέξη, τχ. 63/64 (Απρ.-Μάιος 1987) 403. Στο ίδιο αφιερωματικό τεύχος, ο Κώστας Κουλουφάκος, αναφερόμενος στη σιωπή, έκρινε ότι «η ανατρεπτική της εμβέλεια ήταν περίπου μηδαμινή [αφήνοντας] το πεδίο ελεύθερο στους δικτάτορες»· βλ. Κώστας Κουλουφάκος, «Λογοτέχνες και δικτατορία», περ. Η λέξη, τχ. 63/64 (Απρ.-Μάιος 1987) 415.

[6] Αξελός, ό.π. (σημ. 3), σ. 46-59, 63.

[7] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Άγραφη ιστορία», περ. Η Συνέχεια, τχ. 2 (Απρ. 1973) 51-52, στο: Αντιδογματικά, ό.π. (σημ. 2), σ. 183-188.

[8] Σπύρος Πλασκοβίτης, «“Χρόνια μνήμης και αμνημοσύνης”», περ. Η λέξη, τχ. 63/64 (Απρ.-Μάιος 1987) 248.

[9] Έχει γίνει πλήρης ψηφιοποίηση όλων των τευχών του περιοδικού από τα ΑΣΚΙ (https://bit.ly/2JJzNAw).

[10] Τάκης Σινόπουλος, «Εγκώμιο για την Τατιάνα και τα “Σπαράγματα”», περ. Τομές, τχ. 12/13 (Μάιος-Ιούν. 1977) 20.

[11] Η Καλλιανέση συνελήφθη τον Μάιο του 1974, με την κατηγορία ότι εξέδιδε και προωθούσε κομμουνιστικά έντυπα. Φυλακίστηκε, δικάστηκε από στρατοδικείο και τελικά αθωώθηκε, το καλοκαίρι του 1974· για την ιστορία του Κέδρου, βλ. Νινέττα Μακρυνικόλα (επιμ.), Το Χρονικό του Κέδρου 1954-2004, Κέδρος, Αθήνα, 2004.

[12] Ανυπόγραφο, «Πέτρες και Στίγματα [«Δεν υπάρχει λόγος»…]», περ. Η Συνέχεια, τχ. 1 (Μάρτ. 1973) 3.

[13] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Μάρκος Αυγέρης και το ανεξόφλητο χρέος μας», περ. Η Συνέχεια, τχ. 7 (Σεπτ. 1973) 311, στο: Τα συμπληρωματικά. Σημειώσεις κριτικής, Στιγμή, Αθήνα, 1985, σ. 139-140.

[14] Η πρώτη ευρετηρίαση των περιεχομένων της Συνέχειας έγινε, εξ όσων γνωρίζουμε, το 1998: στη μεταπτυχιακή εργασία που εκπόνησε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης η Διονυσία Αθανασιάδου, εκτός από τις συνθήκες έκδοσης, τους σκοπούς και τα στοιχεία που συνιστούν την ταυτότητα και τη φυσιογνωμία της Συνέχειας, συμπεριλήφθηκαν Πίνακας περιεχομένων κατά τεύχη και πέντε Ευρετήρια: Ονομάτων [= Προσώπων], Θεμάτων, Εκδόσεων, Εφημερίδων, Λεξικών και Περιοδικών· βλ. Διονυσία Αθανασιάδου, «Το περιοδικό Η Συνέχεια (Μάρτιος 1973-Οκτώβριος 1973)», επόπτης: Άντεια Φραντζή, Τμήμα Φιλολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 1998 (bit.ly/2Kx8VsW).

Το 2001, ο Δημήτρης Παπαγεωργάκης εκπόνησε στο ΕΚΠΑ μεταπτυχιακή εργασία για τη Συνέχεια, όπου, εκτός από τις συνθήκες έκδοσης και τα στοιχεία διαμόρφωσης της ταυτότητας και της φυσιογνωμίας του περιοδικού, δόθηκε έμφαση στη μελέτη των πρωτότυπων και μεταφρασμένων λογοτεχνικών κειμένων και των κειμένων λογοτεχνικής κριτικής. Η εργασία εμπλουτίστηκε με Πίνακα περιεχομένων κατά τεύχη, Πίνακα συνεργατών και Ευρετήριο περιοδικών για τα οποία γίνεται λόγος· βλ. Δημήτρης Παπαγεωργάκης, «Το περιοδικό Η Συνέχεια, 1973. Λογοτεχνία και κριτική», επόπτης: Έρη Σταυροπούλου, Τμήμα Φιλολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, ΕΚΠΑ, Αθήνα, 2001 (bit.ly/2KMV3dj). Ευχαριστούμε τον Κώστα Καραβίδα για την υπόδειξη και τον Δημήτρη Παπαγεωργάκη για την παραχώρηση του αντίτυπου της εργασίας του.

[15] Επτά από τα ανυπόγραφα σημειώματα της στήλης «Πέτρες και Στίγματα» γράφτηκαν από τον Κοτζιά: «Sic» (τχ. 3), «Μια επιστολή» και «Το δικαίωμα να είσαι άνθρωπος» (τχ. 4), «Σχόλιο» (τχ. 5), «Ελλάς Πνευματική Ελλάς Παντοτινή» και «Γνωστές οι αρχές» (τχ. 6), «Χάιλ Χίτλερ» (τχ. 8)· για την καταγραφή όλων των συνεργασιών που δημοσίευσε ο Κοτζιάς στη Συνέχεια, βλ. Δημήτρης Δασκαλόπουλος – Μαρία Ρώτα, Βιβλιογραφία Αλέξανδρου Κοτζιά 1942-1997, Εταιρεία Συγγραφέων – Κέδρος, Αθήνα, 1998, σ. 116-118.

[16] Ανυπόγραφο, «Πέτρες και Στίγματα. Σιωπή και ομιλία», περ. Η Συνέχεια, τχ. 3 (Μάιος 1973) 98.

[17] Για τη σχετική μαρτυρία, βλ. Αλέξανδρος Αργυρίου – Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Οι συγγραφείς στη δικτατορία. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου συνομιλεί με τον Αλέξανδρο Κοτζιά», περ. Το Τέταρτο, τχ. 12 (Απρ. 1986) 65. Σύμφωνα με τον Γιώργο Παγανό, πέντε από τα ανυπόγραφα κείμενα που δημοσιεύτηκαν στη στήλη «Πέτρες και Στίγματα» είχαν γραφτεί από τον Κουφόπουλο: «Επιτέλους ψηφίζουμε», «Νέα μέθοδος διώξεως» και «Βιβλικά» (και τα τρία στο τχ. 5), «Παραλειπόμενα» (τχ. 6) και «Μαθήματα αγωγής» (τχ. 7)· βλ. Γιώργος Δ. Παγανός (παρουσίαση – ανθολόγηση), «Τάκης Κουφόπουλος», στο: Τάκης Καρβέλης κ.ά., ό.π. (σημ. 4), τ. Δ΄, σ. 346.

[18] Ανυπόγραφο, «το Ζώδιο. Όχι/Όχι. 29 Ιουλίου 1973», περ. Η Συνέχεια, τχ. 5 (Ιούλ. 1973) 240.

[19] [Παύλος Ζάννας], «[Jorge Semprun, «Ο πόλεμος τελείωσε. Σενάριο]», περ. Η Συνέχεια, τχ. 6 (Αύγ. 1973) 260.

[20] Χρίστος Ζαφείρης, «Αντεθνικώς δρώντες…» 1971-1974. Η Θεσσαλονίκη στα χρόνια της χούντας και η εξέγερση του Πολυτεχνείου, Επίκεντρο, Θεσσαλονίκη, 2011, σ. 100.

[21] Ο Σαββίδης μετέφρασε «δύο ομόκεντρα κείμενα» του Jorge Louis Borges: Το ποίημα «Σελίδα αφιερωμένη στη μνήμη του Συνταγματάρχη Σουάρεθ, νικητή της μάχης του Χουνίν» (1954) και το διήγημα «Πέδρο Σαλβαδόρες» (1969). Σύμφωνα με το πολύ ενδιαφέρον περικείμενο του Σαββίδη, τα δύο κείμενα επιλέχθηκαν από τον ίδιο και δημοσιεύτηκαν υπό τον επίτιτλο «“Η σκιά του δικτάτορα”», γιατί «εκφράζουν δύο όψεις του ίδιου θέματος: την “σκιά του δικτάτορα” Ρόζας [Juan Manuel de Rosas] (1835-1852), κοιταγμένη διαμέσου της προσωπικής εμπειρίας και της ιστορικής αίσθησης του Μπόρχες»· βλ. Γ. Π. Σαββίδης, «Σημείωμα του μεταφραστή», περ. Η Συνέχεια, τχ. 2 (Απρ. 1973) 66, στο: Τράπεζα πνευματική 1963-1993, Πορεία, Αθήνα, 1994, σ. 50.

Γενικότερα για το ζήτημα του ρόλου που διαδραμάτισαν τα κείμενα της μεταφρασμένης λογοτεχνικής ύλης στη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του περιοδικού βλ. Παπαγεωργάκης, ό.π. (σημ. 14), σ. 27-107.

[22] Όπως είναι γνωστό, η παρακμή στην Τέχνη είναι ένα πρόβλημα που συζητείται στο εσωτερικό της ελληνικής Αριστεράς ήδη από τα χρόνια του Μεσοπολέμου και παραμένει ακανθώδες και επίμαχο για τη διανόηση όλης της Αριστεράς (ορθόδοξης κομμουνιστικής και ανανεωτικής) ακόμα και μετά τη διάσπαση του 1968. Οι υπεύθυνοι έκδοσης του περιοδικού στήριξαν με τις επιλογές τους την ανανεωτική τάση, δημοσιεύοντας, μεταξύ άλλων, την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαν ο Ernst Fischer, ο Eduard Goldstücker, ο Milan Kundera και ο Jean-Paul Sartre στην Πράγα το 1965, με θέμα «Η παρακμή στην Τέχνη» (τχ. 3).

[23] Γιώργος Ζεβελάκης, «Η Συνέχεια», στο Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου (επιμ.), Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974. Εφημερίδες, περιοδικά, δημοσιογράφοι, εκδότες, τ. Δ΄, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών – Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 2008, σ. 149.

[24] Η «Πολυκριτική» δεν συμπεριλήφθηκε στα τρία τελευταία τεύχη (Αύγουστος έως και Νοέμβριος του 1973), ίσως γιατί οι υπεύθυνοι έκδοσης έδωσαν προτεραιότητα στη δημοσίευση των απαντήσεων στην επίκαιρη, τότε, έρευνα με θέμα «Το Πανεπιστήμιο σήμερα». Όπως σημειώνεται, μάλιστα, η έρευνα αυτή είχε «προετοιμαστεί για το περιοδικό Πολίτης. Για λόγους που σχετίζονται άμεσα με τις συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας, και κυρίως με “εσωτερικές” δυσκολίες λειτουργίας, το περιοδικό Πολίτης δεν κυκλοφόρησε. Η συντακτική του επιτροπή και η ομάδα εργασίας της συγκεκριμένης έρευνας παραχώρησαν στη Συνέχεια τα κείμενα αυτά καθώς και άλλα σχετικά που θα δημοσιευτούν σε επόμενα τεύχη. Η Συνέχεια τους ευχαριστεί για τη φιλική συνεργασία»: Ανυπόγραφο, «Έρευνα. Το Πανεπιστήμιο σήμερα», περ. Η Συνέχεια, τχ. 7 (Σεπτ. 1973) 318.

[25] [Παύλος Ζάννας], «Carl Th. Dreyer: Ημέρα οργής», περ. Η Συνέχεια, τχ. 2 (Απρ. 1973) 78.

[26] Το περιοδικό δημοσίευσε τρεις επιστολές: η Κατερίνα Πλασσαρά εξέφρασε τους προβληματισμούς της σε σχέση με ορισμένες από τις θέσεις του Τσίρκα (τχ. 6), ο Αντώνης Ζέρβας διατύπωσε τις ισχυρές ενστάσεις του για το αφετηριακό σημείο της συζήτησης, όπως αυτό ορίζεται από τον τίτλο (τχ. 7), και ο Χριστόφορος Μηλιώνης επικεντρώθηκε και σχολίασε με κριτική διάθεση μια κατηγορική σκέψη του Αργυρίου· οι δύο από τις τρεις αυτές επιστολές αναδημοσιεύτηκαν αργότερα στην ανθολογία των εκδόσεων Σοκόλη (βλ. εδώ, σημ. 27).

[27] Δύο από τα σχετικά τεκμήρια θα ήταν, νομίζουμε, επαρκή: α) Στις 28 Ιανουαρίου του 1977, το περιοδικό Διαβάζω οργάνωσε μια συζήτηση με θέμα τη μεταπολεμική πεζογραφία στην οποία πήραν μέρος ο Αργυρίου, ο Ζήρας, ο Κοτζιάς και ο Κουλουφάκος. Το κείμενο της συζήτησης δημοσιεύτηκε στο διπλό τεύχος 5/6 του περιοδικού (Νοέμβριος 1976 – Φεβρουάριος 1977) και, μαζί με το κείμενο της συζήτησης της Συνέχειας και τις επιστολές της Πλασσαρά και του Μηλιώνη (βλ. εδώ, σημ. 26), αναδημοσιεύτηκε στο Τάκης Καρβέλης κ.ά. (σημ. 4), τ. Η΄, σ. 320-370· β) το 1979, ο Κοτζιάς και ο Τσίρκας συζήτησαν το ίδιο περίπου θέμα· βλ. Αλέξανδρος Κοτζιάς – Στρατής Τσίρκας, «Η σχέση με την Ιστορία: πεζογραφία», Δελτίο της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας 3 (1979), σ. 133-148.

[28] Μυρσίνη Ζορμπά, Πολιτική του πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, Πατάκης, Αθήνα, 2014, σ. 290.

[29] Η Χρυσούλα Ηλιάδου, στην πρόσφατη μεταπτυχιακή της εργασία, μελετά το περιοδικό προς αυτή ακριβώς την κατεύθυνση, καθώς, εκτός από την επισκόπηση των συνθηκών έκδοσης και την παρουσίαση στοιχείων της ταυτότητας του περιοδικού, επιχειρείται να αποτιμηθεί η προσφορά του σε συγχρονικό επίπεδο· βλ. Χρυσούλα Ηλιάδου, «Η Συνέχεια (1973). Μια δοκιμή πολιτικής παιδείας απέναντι στη σκοτεινή ρητορεία της δικτατορίας», επόπτης: Αναστασία Νάτσινα, Τμήμα Φιλολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Πανεπιστήμιο Κρήτης, Ρέθυμνο, 2015 (bit.ly/2MQ4Lct).

 

(*) Ο Μιχ. Γ. Μπακογιάννης είναι επικ.καθηγητής Τμήμα Φιλολογίας Α.Π.Θ. – Τομέας Νέων Ελληνικών και Συγκριτολογικών Σπουδών

Προηγούμενο άρθροΣυνέδριο προς τιμήν του Βασίλη Βασιλικού
Επόμενο άρθρο«Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια»: αναμέτρηση με ρίσκο (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ