Περί τεχνών: 10 βιβλία γεμάτα θέατρο, σινεμά, φωτογραφία, ζωγραφική…(του Σπύρου Κακουριώτη)

0
1294

 

του Σπύρου Κακουριώτη

 

Λίγο πριν τα ρολά στο «δικό μας δωμάτιο» κατέβουν για να προσφέρουν ευεργετική σκιά τούτο το καυτό καλοκαίρι, πριν οι ασφυκτικοί ρυθμοί δώσουν τη θέση τους στην αυγουστιάτικη χαλάρωση, για όσους, τέλος πάντων, έχουν αυτή την τύχη, διαβάζουμε για όσα είδαμε και προσδοκούμε να δούμε: θέατρο, σινεμά, εικαστικές τέχνες – σημαντικές μελέτες που διαγκωνίζονται για μια θέση στη βαλίτσα μας…

 

Δημήτρης Πλάντζος (επιμ.), Τα μνημεία των άλλων, Νεφέλη

«Ανεπιθύμητες κληρονομιές», χαρακτηρίζει ο επιμελητής του ανά χείρας συλλογικού τόμου, καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας ο ίδιος, τα μνημεία γύρω από τα οποία περιστρέφονται τα δώδεκα μελετήματα που περιλαμβάνονται στις σελίδες του. Στις «παρυφές της μνήμης και της λήθης», αλλά και των ίδιων των κοινωνιών που τα γέννησαν, τα μνημεία αυτά μιλούν για τον Άλλον, για τους «αλλότριους εαυτούς που μας κληροδότησε η ύστερη νεωτερικότητα», μιλώντας για κληρονομιές που δεν θα θέλαμε να μας βαραίνουν. «Αλλότριο» χαρακτηρίζεται εδώ ένα μνημείο όταν συνιστά φορέα μη κανονικών διαθέσεων, συμπεριφορών και επιτελέσεων αναφορικά με το παρελθόν. Πρόκειται για μνημεία που τοποθετούνται εκτός του εθνικού κανόνα μνήμης, που ανιδρύονται από ήδη περιθωριοποιημένα κοινωνικά υποσύνολα, τα οποία στοχεύουν, με τον τρόπο αυτό, να καταστούν ορατά και να εγγράψουν την ιστορία τους στον δημόσιο χώρο: από το μνημείο για τον Αλέξη Γρηγορόπουλο και το (μη) μνημείο της Zackie Oh μέχρι το βανδαλισμένο μνημείο για το Ολοκαύτωμα ή τους μισογκρεμισμένους τουρμπέδες της οθωμανικής Ελλάδας. Ενώ τα μνημεία του «εθνικού κανόνα» καλούνται να διαφυλάξουν την ταυτοτική μνήμη της κοινότητας (όπως τα ηρώα, οι ανδριάντες κ.λπ.) τα «αλλότρια» μνημεία διεκδικούν, με τις ίδιες μεθόδους αστικής διάκρισης, την ορατότητα για να επισημάνουν μια αφανή στιγμή του δικού τους ιστορικού παρελθόντος. Το πώς διαφορετικές ομάδες συμφερόντων –ηγετικές ή περιθωριακές–επιλέγουν να χειριστούν τα συγκεκριμένα μνημεία, τη μνήμη, τη λήθη, και τις σημασίες τους, είναι ένα από τα θέματα που απασχολεί τους και τις συγγραφείς στον παρόντα τόμο, ο οποίος αποτελεί καρπό μεταπτυχιακού σεμιναρίου με το ίδιο θέμα, το οποίο διηύθυνε, κατά τη διάρκεια της πανδημίας, ο επιμελητής του. Μνημεία αποκλεισμού του «άλλου», όπως η Μακρόνησος και άλλοι τόποι βασανισμού, η Σπιναλόγκα ή το νοσοκομείο Σωτηρία· μνημεία προηγούμενων κυριαρχιών στον ελλαδικό χώρο, που ο σημερινός κυρίαρχος πολιτισμός θέλησε να απαλείψει, όπως τα κατάλοιπα της οθωμανικής κληρονομιάς στη Μακεδονία, στη Λήμνο, στο Ζαγόρι ή στο Ρέθυμνο· αλλά και οι κοινωνικές αναμετρήσεις για την «ιδιοκτησία» του παρελθόντος, όπως αποτυπώνονται γύρω από τον ανδριάντα του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην παραλία της Θεσσαλονίκης ή στη διεκδίκηση του μνημείου των Incantadas, αλλά και τις αντιπαραθέσεις γύρω από το «αλλότριο» ή «οικείο» της Μονής Σινά.

 

Robert Rosenstone, Η Ιστορία στον κινηματογράφο, ο κινηματογράφος στην Ιστορία, Μωβ

Η αντιμετώπιση των κινηματογραφικών ταινιών ως ιστορικών τεκμηρίων –όχι, βέβαια, για την εποχή την οποία αναπαριστούν αλλά για την εποχή κατά την οποία φτιάχτηκαν– αποτελεί, τις τελευταίες δεκαετίες, κοινό τόπο μεταξύ των ιστορικών και με αυτήν την έννοια μελετώνται ως μία από τις μορφές της δημόσιας ιστορίας. Χωρίς να αμφισβητεί μια τέτοια προσέγγιση, ο ιστορικός Ρόμπερτ Ρόζενστοουν, από τους πρωτοπόρους μελετητές της σχέσης κινηματογράφου και ιστορίας, προτείνει να αντιμετωπίσουμε τις ταινίες ιστορικού περιεχομένου (τις οποίες διαχωρίζει από τις «ταινίες εποχής») ως μια μορφή διερεύνησης της εποχής που αναπαριστούν, δηλαδή ως μια μορφή ιστορικής ανάλυσης, με τη δική της, ιδιαίτερη, γλώσσα και τον δικό της τρόπο απεύθυνσης στους θεατές, μέσω της συναισθηματικής εμπλοκής και της ενσυναίσθησης. Ο αμερικανός ιστορικός, με την ανά χείρας ρηξικέλευθη μελέτη του (που εκδόθηκε το 2005 και εδώ παρουσιάζεται η τρίτη της έκδοση, του 2017), προτείνει τη συγκρότηση ενός νέου πεδίου ιστορικής έρευνας, εντός του οποίου, όπως σημειώνει ο επιμελητής της ελληνικής έκδοσης, καθηγητής Χρήστος Δερμεντζόπουλος, «οι ταινίες είναι όχι μόνον αξιόπιστα ιστοριογραφικά τεκμήρια του παρελθόντος, ούτε μόνο τεκμήρια της εποχής κατασκευής τους, αλλά και νέες ιστορικές οπτικές και ερμηνείες για το τι συνιστά σήμερα το πεδίο Ιστορία». Έτσι, στο βιβλίο του ο συγγραφέας αναλύει παραδείγματα διαφορετικών τύπων ταινιών που συγκροτούν ιστορικές ερμηνείες με τη γλώσσα των οπτικών μέσων, ακολουθώντας τη μακρά παράδοση να αφηγούμαστε το παρελθόν με δραματοποιημένο τρόπο, σε μια εποχή που η οθόνη έχει καταστεί ο βασικός τρόπος να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο και να μιλάμε γι’ αυτόν. «Οι δραματικές ταινίες μυθοπλασίας είναι ένας νέος τρόπος να κάνουμε ιστορία», αναφέρει, επιδιώκοντας να προσφέρει στον αναγνώστη του έναν τρόπο αξιολόγησης της συνεισφοράς τους στην ιστορική κατανόηση, βασισμένη, όμως, στους δικούς τους κανόνες διαχείρισης του παρελθόντος. Τα δύο πρώτα κεφάλαια της ανά χείρας μελέτης θέτουν το πλαίσιο της συζήτησης και ανιχνεύουν τις απαρχές των ταινιών ιστορικού περιεχομένου, τις μορφές τους, την κατάσταση του πεδίου μελέτης, ενώ ο μελετητής αναφέρεται και στη δική του εμπλοκή στη μελέτη του ζητήματος. Στα επόμενα αναλύονται συγκεκριμένα είδη ταινιών (π.χ. δραματική ταινία ιστορικού περιεχομένου, πρωτοποριακό ιστορικό δράμα, βιογραφία, ντοκιμαντέρ) και προτείνονται τρόποι προσέγγισης ταινιών ιστορικού περιεχομένου είτε θεματικά είτε ανά σκηνοθέτη. Με την έκδοση αυτή, που φιλοδοξεί να είναι η πρώτη μιας σειράς ανάλογων μελετών, προσφέρεται στον έλληνα αναγνώστη –και όχι μόνο στο ειδικό ακαδημαϊκό κοινό– μια σημαντική και πρωτοποριακή προσέγγιση των τρόπων με τους οποίους αφηγούμαστε και κατανοούμε το παρελθόν, σε συνθήκες που οι πόλεμοι για την ερμηνεία του ολοένα και επεκτείνονται…

 

Α. Νικολαΐδου – Δ. Παπανικολάου (επιμ.), Χώρα σε βλέπω: Ο εικοστός αιώνας του ελληνικού σινεμά, Νεφέλη

Μια χειρονομία επιστροφής στο κινηματογραφικό παρελθόν, με στόχο να αναδειχθεί η πολυπλοκότητα, η ποικιλομορφία και το βάθος του ελληνικού κινηματογράφου του 20ού αιώνα, αποτελεί ο ανά χείρας συλλογικός τόμος, ο οποίος συνιστά, μαζί με τις προβολές, τις συζητήσεις και τις υπόλοιπες δράσεις, αναπόσπαστο μέρος του ευρύτερου προγράμματος με το ίδιο όνομα, που διοργάνωσε, με αφορμή την δισεκατονταετηρίδα της Επανάστασης και τους προβληματισμούς για τον επαναπροσδιορισμό της σχέσης με την εθνική ταυτότητα και κουλτούρα, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου. Πυρήνας του προγράμματος Χώρα σε βλέπω υπήρξε η συλλογή και η ψηφιοποίηση μιας σειράς 41 ταινιών μυθοπλασίας και τεκμηρίωσης, μικρού και μεγάλου μήκους, με στόχο τη δημιουργία ενός διεθνώς προσβάσιμου αρχείου, ουσιαστικά μιας δεξαμενής ταινιών που στηρίζει και διευρύνει το αναλυτικό ενδιαφέρον για τον ελληνικό κινηματογράφο και την ιστορική του διαδρομή. Όπως τονίζουν οι επιμελητές του τόμου, η πρόσβαση στις αποκαταστημένες ταινίες είναι η εκ των ων ουκ άνευ προϋπόθεση για ανανεωμένες και εναλλακτικές αναγνώσεις του παρελθόντος του ελληνικού κινηματογράφου. Από τη στιγμή, όμως, που δίνεται η δυνατότητα οργανωμένης πρόσβασης σε νέο κοινό, «η δυναμική που δημιουργείται ξεπερνά κάθε προσδοκία», οδηγώντας στην ανανέωση του βλέμματος, αλλά και στην επανεξέταση των παλιών ελληνικών ταινιών σε σχέση με τις σημερινές συνθήκες. Έτσι, η ιδέα μιας «εθνικής κινηματογραφίας» μετατρέπεται σε ένα μεταβαλλόμενο πεδίο αντιπαράθεσης, κριτικής και επαναπροσδιορισμού. Τα 34 κείμενα που συγκεντρώνονται στις σελίδες του παρόντος τόμου εξετάζουν πτυχές του ελληνικού κινηματογράφου όλων των περιόδων, από τον προπολεμικό «πρώιμο» ελληνικό κινηματογράφο μέχρι το «παράξενο» νέο κύμα (Greek Weird Wave). Ο τρόπος προσέγγισης, όμως, αποφεύγει την οποιαδήποτε τελεολογία εμπεριέχουν αυτές οι κατηγοριοποιήσεις (που από τον «πρώιμο» και τον «παλιό» οδηγούν… νομοτελειακά στον «νέο» και τον «σύγχρονο») και, αντιθέτως, επιδιώκει να αναδείξει τη μοναδικότητα των συμβάντων με τρόπο γενεαλογικό. Τα κείμενα του τόμου εμπνέονται από τη στροφή της διεθνούς ιστοριογραφίας προς μια γενική, γενεαλογική ιστορία και θεωρία του κινηματογράφου: «Στόχος μας δεν ήταν ούτε να αναζητήσουμε απαρχές ούτε να προτείνουμε ένα νέο κανόνα, αλλά να σκεφτούμε πώς μπορούμε να προτείνουμε ένα ανοιχτό μοντέλο πολυαφηγηματικής ιστορίας μιας μικρής εθνικής κινηματογραφίας, όπου να αποτυπώνονται οι τάσεις της έρευνας», σημειώνουν οι επιμελητές. Πρόκειται για σύντομα δοκίμια, που όλα ξεκινούν με αφορμή μια ημερομηνία, δημιουργώντας έτσι έναν εναλλακτικό χρονολογικό καμβά, από τον οποίο αναδύονται ιστορίες μέσα στη μεγάλη ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, θέτοντας ερωτήματα, αλλά και τα πλαίσια συζήτησης. Πολλές από τις συμβολές επισημαίνουν τη σημασία του εθνικού κινηματογράφου ως ιστορικής, αναλυτικής, ακόμη και αισθητικής ή ψυχοκοινωνικής κατηγορίας, τη σημασία της εθνικής δημόσιας σφαίρας και του εθνικού κοινού, των κοινοτήτων διαλόγου ανάμεσα σε κριτικούς και κινηματογραφιστές. Αναδεικνύουν ιστορίες έμφυλης ριζοσπαστικοποίησης, αποσιωπημένες αλλά όχι απούσες. Επίσης εξετάζεται ο κινηματογράφος ως βιομηχανία και η νέα δυναμική που μπορούν να φέρουν στην κινηματογραφική ιστορία παράλληλες ιστορίες, όπως αυτή της εξέλιξης της οπτικοακουστικής τεχνολογίας, της λογοτεχνίας και πολιτισμικών ρευμάτων, της ιστορίας τω θεσμών και της λογοκρισίας, της κοινωνιολογικής έρευνας. Ο τόμος, όπως και το ομώνυμο πρόγραμμα, αποτελεί ένα ανοιχτό έργο, μια ιστορία εν προόδω, που δεν μπορεί παρά να είναι πληθυντική.

 

Π. Πετσίνη – Γ. Σταθάτος (επιμ.), Φωτογραφία και ανθρωπολογική στροφή, Κουκκίδα

Η επίδραση της ανθρωπολογίας στην ανάγνωση της φωτογραφίας βρίσκεται στο επίκεντρο των κειμένων που συγκροτούν τον παρόντα συλλογικό τόμο, στον οποίο, ερευνητές από το πεδίο της φωτογραφίας, των πολιτισμικών σπουδών, της κοινωνιολογίας και της οπτικής ανθρωπολογίας επιχειρούν να αναδείξουν την «ανθρωπολογική στροφή» στην ανάγνωση της εικόνας. Οι συγγραφείς των επιμέρους κεφαλαίων, παρά την ετερογένεια των θεωρητικών τους προελεύσεων, στην προσέγγισή τους απομακρύνονται από μια οπτική που επικεντρώνεται στην αισθητική αξία της φωτογραφίας ή στην ανάλυση του έργου μιας μικρής ομάδας «καλλιτεχνών φωτογράφων», για να στραφούν στην κριτική ανάλυση των οπτικών συστημάτων και στις καθημερινές πρακτικές πρόσληψης και αναπαράστασης. Πτυχές της σχέσης φωτογραφίας και ανθρωπολογίας εξετάζονται στο πρώτο μέρος του τόμου, όπως είναι ο ρόλος του «οπτικού» στη σχέση Δύσης και παγκόσμιου Νότου, από την ερευνητική ομάδα Photo-Demos, ο ρόλος της φωτογραφίας στις εθνογραφικές ταινίες (Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης – Χρήστος Βαρβαντάκης) ή η λειτουργία των σωματομετρικών φωτογραφιών στην αποικιοκρατία και η επανοικειοποίηση τους σήμερα μέσω του καλλιτεχνικού πειραματισμού (Πηνελόπη Πετσίνη). Στη συνέχεια εξετάζεται η διάδοση της φωτογραφίας στην καθημερινή κουλτούρα με επίκεντρο την ερασιτεχνική και τη «δημώδη» φωτογραφία, για την οποία γράφει ο Ηρακλής Παπαϊωάννου, ενώ οι Ορσαλία Κασσαβέτη και Ρέα Κακάμπουρα μελετούν τις οπτικές και οπτικοακουστικές καταγραφές του λαϊκού πολιτισμού και ο Γιάννης Παπαδόπουλος αναδεικνύει την ιστορική και κοινωνιολογική αξία των οικογενειακών φωτογραφικών αρχείων. Τα κείμενα που ακολουθούν επεκτείνουν τον σχολιασμό της δημώδους φωτογραφίας, περιλαμβάνοντας το φαινόμενο της μεταθανάτιας φωτογραφίας (Μυρτώ Σταματοπούλου), αλλά και έννοιες όπως αυτές της οπτικής αφήγησης και της φωτογραφικής μαρτυρίας (Ευγενία Αλεξάκη – Άρτεμις Αλκαλάη), καθώς και τη φωτογραφία ντοκουμέντο (Γιάννης Σταθάτος), ενώ στο δικό του κείμενο ο Κωστής Αντωνιάδης εξετάζει την ανθρωπολογική στροφή ως μια μετατόπιση από το πεδίο της κριτικής της τέχνης σε αυτό της επιστημονικής ανάλυσης. Το τελευταίο μέρος του τόμου φιλοξενεί τρεις μελέτες για το έργο ισάριθμων φωτογράφων: του φωτογράφου περιηγήσεων και αρχαιολογικών ανασκαφών John Alfred Spranger (Νίκος Κουτσουμπός), του φωτογράφου του ελληνικού θεάτρου Τάσου Μελετόπουλου (Κωνσταντίνα Σταματογιαννάκη) και του Δημήτρη Παπαδήμου του εικονογραφημένου περιοδικού Εικόνες (Ματθίλδη Πυρλή). Ο συλλογικός αυτός τόμος εντάσσεται στη σειρά Ελληνικές Φωτογραφικές Μελέτες, των εκδόσεων Κουκκίδα, στην οποία συμπεριλαμβάνονται ανακοινώσεις που παρουσιάσθηκαν κατά τη διάρκεια των συνεδρίων για την ιστορία της ελληνικής φωτογραφίας, που πραγματοποιήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια στο πλαίσιο των ετήσιων Φωτογραφικών Συναντήσεων, οι οποίες φιλοξενούνταν στα Κύθηρα και πλέον εδρεύουν στα Χανιά.

 

Παναγιώτης Μιχαλόπουλος, Το Εθνικό Θέατρο στη δεκαετία 1940-1950, Κάππα Εκδοτική

Η δεκαετία του ’40 υπήρξε μια εποχή ριζικών και συχνά βίαιων μετασχηματισμών για την κρατική σκηνή, όπως άλλωστε ήταν και για τη χώρα συνολικά. Η ανά χείρας μελέτη του συγγραφέα, καθηγητή στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ, αποτελεί μια σημαντική συμβολή, τόσο στην πλουσιότατη βιβλιογραφία σχετικά με την Κατοχή, την Αντίσταση και τον Εμφύλιο όσο και στην περισσότερο ισχνή για το θέατρο της περιόδου, την ιστορία των θεατρικών θεσμών κ.λπ. Ο συγγραφέας παρακολουθεί χρονολογικά τις σημαντικές αλλαγές που υφίσταται η φυσιογνωμία του Εθνικού Θεάτρου, όπως είχε διαμορφωθεί στον Μεσοπόλεμο, αλλαγές οι οποίες επηρεάζουν καταλυτικά και τις δομές διοίκησης του ιδρύματος. Στην εμπόλεμη περίοδο το Εθνικό Θέατρο θα επιστρατευτεί στην πολεμική προσπάθεια, ενώ κατά τη διάρκεια της Κατοχής, παρά τον ασφυκτικό έλεγχό του από τις κατοχικές δυνάμεις και τις δωσιλογικές κυβερνήσεις (οι δύο τελευταίοι «πρωθυπουργοί» ήταν, παράλληλα, και πρόεδροι του οργανισμού), θα εξελιχθεί σε εστία αντίστασης, τόσο απέναντι στον διορισμένο από τους κατακτητές διευθυντή όσο και γενικότερα, μέσα από κινητοποιήσεις για την επιβίωση των ηθοποιών, στο πλαίσιο του εαμικού κινήματος. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Γεώργιος Παπανδρέου, μετά την Απελευθέρωση, αναστέλλει τη λειτουργία του θεάτρου, προκειμένου να προωθήσει την «αποεαμοποίησή» του (πριν ακόμη τα Δεκεμβριανά. Ο συγγραφέας μελετά εκτενώς, κάνοντας εκτεταμένη χρήση του αρχείου των συνεδριάσεων των Δ.Σ. του θεάτρου, τις μεταβολές αυτές, παρακολουθώντας τη σύντομη άνοιξη της διοίκησης Θεοτοκά, που προοιωνίζεται τη μεταπολεμική ανάπτυξη του θεάτρου, αλλά και τη συντηρητική αναδίπλωση που σηματοδοτεί η νίκη του Λαϊκού Κόμματος και η συνακόλουθη επιστροφή Ροντήρη, που θα επιβάλει τη μονοκρατορία του στην κρατική σκηνή, μέσα σε ένα πλαίσιο αποκλεισμών και λογοκρισίας. Παρά ταύτα, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, αυτή πολιτική αποκλεισμού όσων είχαν «εκτεθεί» κατά τη διάρκεια της Κατοχής, λόγω της συμπάθειάς τους προς την Αριστερά, οδήγησε στην καταφυγή σε μια νεότερη γενιά ηθοποιών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα την οριστική αλλαγή της φυσιογνωμίας του προπολεμικού θιάσου του Εθνικού. Στη μελέτη εξετάζονται διά μακρών τόσο το ζήτημα του δραματολογίου και τα πολιτικά χαρακτηριστικά που προσλαμβάνει σε κάθε περίοδο όσο και το κομβικό ζήτημα της θέσης του σκηνοθέτη και οι βασικές αντιλήψεις για τους όρους της θεατρικής παραγωγής που συγκρούονται μεταπολεμικά: η ανανέωση της σκηνικής προσέγγισης που προωθεί ο Καραντινός και η διαφύλαξη της «παράδοσης» που υπεράσπιζε ο Ροντήρης. Χωρίς να αποτελεί τον πλέον αξιόπιστο δείκτη της ελληνικής θεατρικής τέχνης κατά την ταραγμένη δεκαετία, το Εθνικό Θέατρο εγγράφει στη θεσμική του ιστορία τα βασικά πολιτικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά της περιόδου, αποτυπώνοντας στους μετασχηματισμούς του τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας, κάτι που το ανά χείρας έργο αποτυπώνει με ενάργεια και πληρότητα.

 

Τάσος Αγγελόπουλος, Το θέατρο της Αριστεράς, Σοφία

Προϊόν μακρόχρονης ερευνητικής ενασχόλησης, αλλά και μιας αναπάντεχης συνάντησης με τον αρχειακό πλούτο των ψηφιοποιημένων συλλογών που τηρεί το ΚΚΕ, αποτελεί ο παρών τόμος, ο οποίος μελετά τη θεατρική δράση και δημιουργία στα βουνά της Αντίστασης και του Εμφυλίου και στις κοινότητες των πολιτικών προσφύγων στην υπερορία. Ερευνώντας το «θέατρο στο βουνό», ο συγγραφέας βρέθηκε μπροστά σε έναν φάκελο που περιείχε έναν πραγματικό θησαυρό: μια σειρά από θεατρικά κείμενα που είχαν γραφτεί για να χρησιμοποιηθούν από τον Δημοκρατικό Στρατό για την ψυχαγωγία και τη διαπαιδαγώγηση των μαχητών του. Μέχρι σήμερα, η ύπαρξη θεατρικής δραστηριότητας στο βουνό κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου αγνοούνταν, σε σημείο που να υποθέτουν οι μελετητές ότι δεν υπήρξε. Ξεκινώντας από αυτήν την ανακάλυψη, ο συγγραφέας επεκτείνει τη μελέτη του, αφενός, στο λαϊκό θέατρο του ΕΑΜ, κατά τη διάρκεια της Κατοχής, και, αφετέρου, στις θεατρικές και καλλιτεχνικές δραστηριότητες των πολιτικών προσφύγων, από το Μπούλκες μέχρι την Τασκένδη. Παρά τον υβριδικό χαρακτήρα του βιβλίου, στο οποίο συνυπάρχουν, ως αυτόνομες ψηφίδες, τα κείμενα των θεατρικών σκετς, καθώς και σπάνιο φωτογραφικό υλικό από θεατρικές εκδηλώσεις μονάδων του ΔΣΕ, με την ανάλυση των ευρημάτων, το βασικό ερμηνευτικό σχήμα είναι αυτό της σταδιακής «επαγγελματοποίησης» των θεατρικών εγχειρημάτων, η οποία συμβαδίζει με την αντίστοιχη διαδικασία «καθετοποίησης» της λειτουργίας του κομμουνιστικού κόμματος, όπως την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας, την οποία αντιπαραθέτει στις περισσότερο «οριζόντιες» πρακτικές της περιόδου της Αντίστασης. Με βάση αυτό το σχήμα, από το σε μεγάλο βαθμό αυθόρμητο, λαϊκό και ερασιτεχνικό θέατρο της Αντίστασης, περνάμε στο ημιερασιτεχνικό θέατρο στο Μπούλκες (η «γκρούπα των τραλαλάδων») κι από εκεί στον ημιεπαγγελματικό θίασο του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ, υπό την καθοδήγηση του Αντώνη Γιαννίδη. Μετά την ήττα, θα ακολουθήσει η επιβεβλημένη από το κόμμα μαζική ερασιτεχνία, που όμως σε κάποιες περιπτώσεις, όπως αυτή του Θιάσου Πολιτικών Προσφύγων της Τασκένδης, θα πάρει καθαρά επαγγελματικά χαρακτηριστικά. Μια τέτοια περίπτωση είναι και αυτή του Γιάννη Βεάκη, γιου του Αιμίλιου, ο οποίος θα καταφύγει στη Ρουμανία, όπου θα ακολουθήσει σταθερά ανοδική επαγγελματική πορεία, τόσο ως ηθοποιός και σκηνοθέτης όσο και ως διευθυντής του κρατικού θεάτρου της Τιμισοάρα. Μολονότι η αφήγηση δεν καλύπτει το αριστερό θέατρο των πόλεων (ουσιαστικά, δηλαδή, τον θίασο των Ενωμένων Καλλιτεχνών), επικεντρώνοντας στη στενότερα κομματική θεατρική δραστηριότητα στα βουνά, ούτε εξετάζει εκτενώς το αντιστασιακό θέατρο, επισκοπώντας μονάχα ορισμένες όψεις του, προσφέρει στον αναγνώστη πολύτιμες ψηφίδες για άγνωστες πτυχές της θεατρικής (και όχι μόνο) ιστορίας, αποτίωντας, παράλληλα, τη δέουσα μνημόνευση σε μορφές, καλλιτεχνικές και αγωνιστικές, όπως ο Αντώνης Γιαννίδης ή ο Γιάννης Βεάκης.

 

Frank Raddatz (επιμ.), Στον Λαβύρινθο: Ο Θ. Τερζόπουλος συναντά τον Χ. Μύλλερ, Κείμενα

Σε έναν από τους τελευταίους θεατράνθρωπους του 20ού αιώνα, στον ανατολικογερμανό Χάινερ Μύλλερ, είναι αφιερωμένα τα κείμενα που συνθέτουν το βιβλίο τού, επίσης γερμανού, δραματολόγου, σκηνοθέτη και δημοσιογράφου Φρανκ Ράντατζ. Από τις σελίδες του, ο αναγνώστης καλείται να δει τον Μύλλερ του Μπερλίνερ Ανσάμπλ μέσα από τα μάτια ενός παγκόσμιου έλληνα σκηνοθέτη, του Θεόδωρου Τερζόπουλου, ο οποίος μαθήτευσε (με την πιο ουσιαστική έννοια του όρου) δίπλα στον Μύλλερ στα σκοτεινά χρόνια της δικτατορίας. Η τετραετία της μαθητείας του Τερζόπουλου στο Ανατολικό Βερολίνο στάθηκε καθοριστική για τη διαμόρφωσή του, τον προσανατολισμό του σε ένα θέατρο που υπερβαίνει την πεφωτισμένη και σωματοφοβική Ευρώπη, για να συναντήσει τις πηγές του όχι στη Ρώμη αλλά στην Αθήνα – και ακόμη ανατολικότερα. Σε αυτό το πέρασμα από τον Μπρεχτ στον Ευριπίδη και τους άλλους αρχαίους τραγικούς, «ψυχοπομπός» υπήρξε ο Χάινερ Μύλλερ, όπως αναλύει ο ίδιος ο έλληνας σκηνοθέτης στη μακρά συνέντευξή του προς τον επιμελητή του τόμου. Σε αυτήν αναφέρεται στη γνωριμία και την ανέλιξη της σχέσης του με τον Μύλλερ, αλλά και στις αντιλήψεις του για το δράμα, για το θέατρο και τις κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις του. Το δεύτερο μέρος του τόμου περιλαμβάνει μια σειρά αφορισμών (μακροσκελέστερων απ’ όσο η ειδολογική τους κατάταξη αφήνει να εννοηθεί) σε μορφή διαλόγου, για την τραγωδία και τον μύθο, την παρουσία τους στο μυλλερικό έργο, αλλά και την προσέγγιση του Τερζόπουλου σε αυτό το τελευταίο. Προσέγγιση που αναλύεται εκτενώς στο τρίτο μέρος του τόμου, όπου ο Τερζόπουλος μιλά για τη δική του περιπλάνηση στο σύμπαν –ή, ορθότερα, στον λαβύρινθο– της δραματουργίας του ανατολικογερμανού δημιουργού, ξεκινώντας από την πρώτη του σκηνική επαφή με αυτό, όταν το 1988 σκηνοθέτησε το τρίπτυχο Ρημαγμένη όχθη. Μήδειας υλικό. Τοπίο με Αργοναύτες. Θα ακολουθήσουν (και θα αναλυθούν εκτενώς στις σελίδες του βιβλίου) το Κουαρτέτο (1989), ο Ηρακλής (1997) και, τέλος το Μάουζερ (2009). Η έκδοση ολοκληρώνεται με ένα παράρτημα στο οποίο δημοσιεύονται φωτογραφίες από τις παραστάσεις του Τερζόπουλου με έργα του Μύλλερ ανά τον κόσμο, καθώς και σκηνοθετικά σκίτσα και σημειώσεις του, προσφέροντας στον αναγνώστη μια εμπεριστατωμένη πολυκεντρική αφήγηση τόσο για τον ανατολικογερμανό δραματουργό όσο, εξίσου, και για τον έλληνα σκηνοθέτη.

 

Ευγένιος Ματθιόπουλος, «Πέρα απ’ την εγκράτεια και την απόλαυση: ο έρως που δημιουργεί τον κόσμο», Μουσείο Μπενάκη

Δύο μελέτες για τον Γιάννη Τσαρούχη και το έργο του, τις ιδέες και τον λόγο του για την τέχνη περιλαμβάνονται στον ανά χείρας τόμο, με κοινό σημείο εστίασης μορφές λογοκρισίας έργων του με ομοερωτικά θέματα. Η λογοκρισία στην οποία αναφέρεται ο συγγραφέας, καθηγητής ιστορίας της τέχνης στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, είναι είτε άμεση και κατασταλτική, όπως η έφοδος της αστυνομίας και της ναυτονομίας στην έκθεση του «Αρμού», το 1952, προκειμένου να «κατεβάσουν» έργο του με ομοερωτικό θέμα, είτε έμμεση, μέσω της αποσιώπησης αυτής της θεματικής στη ζωγραφική του από την κριτική και την ιστορία της τέχνης, ενώ αντανακλά και στη δημόσια διαχείριση του θέματος από τον ίδιο. Στο πρώτο κείμενο, ο συγγραφέας, βασισμένος στα δημοσιεύματα του τύπου αλλά και στα διασωθέντα πρακτικά των αλλεπάλληλων σχετικών συνεδριάσεων της καλλιτεχνικής ομάδας του «Αρμού», εξιστορεί λεπτομερώς τα διαδραματισθέντα και αναδεικνύει τις διιστάμενες απόψεις των συναδέλφων του Τσαρούχη, στις συζητήσεις τους για το πώς θα χειριστούν το ζήτημα και ποια  δημόσια στάση θα τηρήσουν. Στο δεύτερο και εκτενέστερο κείμενο («Προσεγγίζοντας με σεμνή αναίδεια τη ζωή και το έργο του Γιάννη Τσαρούχη»), ο συγγραφέας εστιάζει στις ιδέες του Τσαρούχη για την τέχνη και την ηθική, στις στρατηγικές αυτοερμηνείας και ανάδειξής του στο καλλιτεχνικό πεδίο και στο θέμα του ομοερωτισμού στη ζωγραφική του και στον δημόσιο λόγο του. Στο πρώτο κεφάλαιο επιχειρείται η ανασυγκρότηση και η κριτική ερμηνεία της βιοθεωρίας και των αισθητικών αντιλήψεων του καλλιτέχνη, όπως αυτές εκφράστηκαν στον λόγο και στα έργα του, εστιάζοντας στην εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στην τάση για το «απόλυτο» και την αναζήτηση του «μέτρου». Στη συνέχεια, επισημαίνεται μια μοναδική ιδιοτυπία για την ιστορία της ελληνικής τέχνης, που δεν είναι άλλη από το γεγονός ότι, μέσα από πληθώρα άρθρων και συνεντεύξεών του, ο Τσαρούχης συστηματικά προσπάθησε να προκαταλάβει και να καθοδηγήσει την πρόσληψη του έργου του και την ιδεολογική και αισθητική ερμηνεία του. Το επόμενο κεφάλαιο επικεντρώνεται σε μία από τις σοβαρότερες συνέπειες αυτής της στρατηγικής: τη μετατροπή του ζητήματος της ομοφυλοφιλίας σε ταμπού από ερμηνείες του έργου του από τεχνοκρίτες και ιστορικούς της τέχνης, οι οποίοι το αποσιωπούν ή το θίγουν συγκαλυμμένα. Εδώ αναδεικνύεται η κοινωνική καταπίεση που βίωσε ο καλλιτέχνης, καθώς και η αυτολογοκρισία στην οποία είχε υποχρεωθεί, ενώ, ταυτόχρονα, επέμενε με τόλμη να εκθέτει σχεδόν απροκάλυπτα έργα ομοερωτικής θεματογραφίας. Τέλος, επιδιώκεται η ερμηνεία της φαινομενικά παράδοξης αντίφασης που συνιστά αυτή η τολμηρή έκθεση έργων, από τη μια, και η συστηματική άρνησή του να μιλήσει δημόσια για τον ερωτικό του προσανατολισμό. Όπως καταλήγει ο συγγραφέας, μια ενδεχόμενη απάντηση είναι πως «ο Τσαρούχης, κατά το παράδειγμα των αρχαίων Ελλήνων, αντιλαμβανόταν τον έρωτα ως μια άφατη μυητική παραδοσιακή πρακτική στην αναζήτηση της αλήθειας, που δεν θα μπορούσε να φανερωθεί στο πεδίο του λόγου».

 

Έλενα Χαμαλίδη, Ιστορίες στο μεταίχμιο, Μέλισσα

Την αμφίσημη σχέση μοντερνισμού και πραγματικότητας στη μεταπολεμική ελληνική τέχνη,  μέσα από το παράδειγμα και το έργο πέντε εμβληματικών καλλιτεχνών, των Γιάννη Χαΐνη, Takis, στον διάλογό του με τον Νικόλα Κάλας, Βλάση Κανιάρη, Νίκης Καναγκίνη και Νέλλας Γκόλαντα, εξετάζει στον ανά χείρας τόμο η συγγραφέας, καθηγήτρια Ιστορίας της Τέχνης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Αξιοποιώντας κάθε είδους διαθέσιμες πηγές αλλά και τον πλούτο των προσωπικών αρχείων των καλλιτεχνών, εντάσσοντας, παράλληλα, το έργο και τη σκέψη τους στο διεθνές γίγνεσθαι, τα πέντε κείμενα που συγκροτούν τον τόμο επιχειρούν να αναδείξουν τις θεωρητικές αντιπαραθέσεις, αλλά και την αλληλεπίδραση της καλλιτεχνικής πρακτικής και του λόγου των καλλιτεχνών, με την υποδοχή τους από την κριτική και άλλους θεσμούς, καθώς και τη σχέση τους με την αγορά της τέχνης στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Κοινό σημείο της προσέγγισης των πέντε καλλιτεχνών αποτελεί η έννοια της πραγματικότητας και οι απόπειρες επαναπροσδιορισμού του ρεαλισμού, που στη μεταπολεμική τέχνη εστιάζουν περισσότερο στις υλικές πλευρές του έργου τέχνης, έμφαση που έχει και σαφή πολιτική διάσταση. Ο Γιάννης Χαΐνης, στο έργο και τη δράση του οποίου είναι αφιερωμένο το πρώτο κείμενο, επιχειρεί να αντικρούσει τις αιτιάσεις για τον ελιτίστικο χαρακτήρα της μοντέρνας τέχνης, θεωρώντας ότι το επαναστατικό περιεχόμενο οφείλει να αποκτά επαναστατική μορφή – και σε αυτή τη βάση πρωτοστατεί στη δημιουργία της Ομάδας Τέχνης Α (1960-1967). Στο δεύτερο κείμενο παρουσιάζονται αντιστικτικά οι θέσεις του Κάλας και του γλύπτη Τάκι, όπως αποκαλύπτονται μέσα από την αλληλογραφία και άλλα κείμενά τους. Το τρίτο επικεντρώνεται στο διάλογο του έργου του Βλάση Κανιάρη με μέρος του καλλιτεχνικού περίγυρου του Βερολίνου, τον καιρό που έζησε εκεί και δημιούργησε τη σειρά Gastarbeiter-Fremdarbeiter, που προσεγγίζει το ενδιαφέρον του εικαστικού για την κοινωνικοπολιτική πραγματικότητα ως αλληλένδετο με τον πειραματισμό του με τα υλικά. Το τέταρτο κείμενο μελετά τη Νίκη Καραγκίνη, εκπρόσωπο της μεταπολεμικής αφαίρεσης που προσέδωσε στην αφηρημένη ζωγραφική κοινωνικές σημασίες και εστίασε στην ταυτότητα φύλου, ακολουθώντας μοναχική πορεία στο τοπίο της ελληνικής σύγχρονης τέχνης μέχρι το 1990. Τέλος, στο πέμπτο κείμενο επιχειρείται η ανάλυση της εικαστικής σκέψης της Νέλλας Γκόλαντα, όπως αποτυπώνεται στα χαρακτικά και γλυπτά της και στη συνέχεια στα «γλυπτά αρχιτεκτονικά τοπία», σε συνάρτηση με τις επιλογές και τη στάση της απέναντι στα υλικά. Το έργο της και η υποδοχή του εξετάζεται σε σχέση με τον μοντερνισμό, την παράδοση και τις σύγχρονες διεθνείς τάσεις. Τα πέντε κείμενα που αποτελούν τον παρόντα τόμο συγκροτούν ιστορίες μεταβάσεων, στον χώρο που εκτείνεται ανάμεσα σε φαινομενικά αντιθετικά δίπολα, όπως: αριστερά και μοντερνισμός, αφαίρεση και κοινωνικές σημασίες, ποιητικό και πραγματικό, ρεαλισμός και νεοπρωτοπορίες, μοντέρνο και μεταμοντέρνο. Εξετάζουν τη μεταβαλλόμενη σχέση του μοντερνισμού με την πραγματικότητα και τη χρονικότητα της ελληνικής τέχνης, σε σχέση με αυτή άλλων χωρών, αναδεικνύοντας, εντέλει, τη συνθετότητα του τοπίου της μεταπολεμικής ελληνικής τέχνης.

 

Β. Νιτσιάκος, Γ. Δρίνης, Π. Ποτηρόπουλος (επιμ.), Πολιτιστικές κληρονομιές, Ars Nova

Καρπός μιας μακράς κοινής ερευνητικής διαδρομής, στο θεσμικό πλαίσιο του δημόσιου πανεπιστημίου, οι ανακοινώσεις που συγκροτούν τον ανά χείρας τόμο έχουν ως κοινή τους αφετηρία την «παρέα», όπως αυτοχαρακτηρίζονται, των νέων ερευνητών που συγκροτήθηκε γύρω από τον καθηγητή Βασίλη Νιτσιάκο και τα μεταπτυχιακά του μαθήματα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. «Αν ο όρος “αριστεία” είναι παρεξηγημένος και σε ορισμένες περιπτώσεις πολιτικά κακόσημος, στην περίπτωση της παιδείας που λάβαμε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστήμιου Ιωαννίνων, έναν δημόσιο ανώτατο εκπαιδευτικό θεσμό, … ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», σημειώνουν στον πρόλογό τους οι δύο από τους τρεις επιμελητές, χαρακτηρίζοντας αυτές τις συναντήσεις «σταθμό στην πορεία της επιστημονικής [τους] ωρίμανσης». Αποτέλεσμα μιας τέτοιας συνάντησης είναι και τα ένδεκα κείμενα που περιλαμβάνονται στον συλλογικό αυτό τόμο, τα οποία εξετάζουν διεξοδικά και πολυπρισματικά την πολιτιστική κληρονομιά, μια κρίσιμη έννοια όχι μονάχα της λαογραφίας ή της κοινωνικής ανθρωπολογίας αλλά και μιας σειράς άλλων επιστημονικών πεδίων, από τις πολιτισμικές σπουδές μέχρι την οικονομία ή τον τουρισμό – γι’ αυτό, εξάλλου, και οι επιμελητές του τόμου κάνουν λόγο για πολιτιστικές κληρονομιές, στον πληθυντικό… Οι συμβολές που περιλαμβάνονται στις σελίδες του θέτουν μια σειρά από ερωτήματα, σχετικά με τις πολιτισμικές, κοινωνικές και πολιτικές διαδικασίες που καθορίζουν τη συγκρότησή τους· για τον ρόλο της ανθρωπολογίας και της λαογραφίας στην εκπόνηση σχετικών προγραμμάτων· για την πιστοποίηση της αυθεντικότητας αυτών των πολιτισμικών εκφράσεων. Επιπλέον, τις περισσότερες από τις συμβολές απασχολούν ζητήματα όπως ο ρόλος της πολιτιστικής κληρονομιάς ως ενδεχόμενου στοιχείου για την ανάπτυξη αντι-ηγεμονικών σχεδίων αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης σε τοπικό επίπεδο· ο τρόπος απόκρισης της ανθρωπολογίας και της λαογραφίας στην ανάγκη των τοπικών κοινωνιών για επιβίωση και καταπολέμηση της φτώχειας· ο ρόλος του πολιτισμικού τουρισμού ή οι ερευνητικές προτεραιότητες μιας δημόσιας ανθρωπολογίας/λαογραφίας στην Ελλάδα σήμερα. Η άυλη πολιτιστική κληρονομιά και οι ποικίλες εκφάνσεις της, που άπτονται πολλών και διαφορετικών πεδίων είναι το κύριο αντικείμενο των νέων αναγνώσεων και των κριτικών προσεγγίσεων για τις οποίες γίνεται λόγος στον υπότιτλο. Μέσα στο ευρύ αυτό πλαίσιο που δημιουργεί η έννοια της «άυλης κληρονομιάς», οι συγγραφείς εξετάζουν κριτικά ζητήματα όπως οι πρακτικές οικειοποίησης της φύσης, οι πρακτικές θέασης του άλλου μέσα από το περιηγητικό/τουριστικό βλέμμα, τα «ιερά δάση» ως τρόπος διαχείρισης των «κοινών», οι πολιτικές της μνημειακότητας, η διαχείριση της ιστορικότητας μέσα από το παράδειγμα των νεκροταφείων της Θεσσαλονίκης, η διατροφική κληρονομιά ή η κληρονομιά του πανηγυριού κ.ά.

Προηγούμενο άρθροΕπιλογές (3)  Γνωριμίες με το σύμπαν και τη φύση  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΟ Άλεξ και οι νεκρές γυναίκες (του Φίλιππου Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ