Περί ενορμήσεων και υποκειμένου

0
120

Του Θανάση Καράβατου.

 

Ο «λόγος» (περί) του υποκειμένου βρισκόταν πάντοτε από τη μεριά της «δυναμικής»[1] ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης, η «εξαφάνιση» του υποκειμένου από τη μεριά των κάθε λογής στεγνών και στυγνών ακραίων θετικιστικών επιλογών μιας δήθεν επιστημονικής καθαρότητας. H επιστημονική προσφορά της μεταβίβασης από την μια, κι από την άλλη η αντι-επιστημονική παραγνώριση της αρχής, που κρατάει από τον Niels Bohr, ότι δεν υπάρχει παρατήρηση χωρίς τροποποίηση των παρατηρούμενων από αυτό καθεαυτό το γεγονός της παρατήρησης.

Είναι γεγονός ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν πρωτοφανή πλουραλισμό επιμέρους επιστημονικών γνώσεων και φιλοσοφικών προτάσεων που, βέβαια, δεν καταφέρνουν να συγκροτήσουν μια επαρκή ενιαία θεώρηση. Εντούτοις, ο «νευρωνικός άνθρωπος» τουChangeux (1983) –παρά τις πρόσφατες και προωθημένες αντιλήψεις του, όπως αυτές εκτίθενται στις συνομιλίες του με τον Paul Ricœur[2]– αποτέλεσε το μοντέλο του σύγχρονου αναγωγιστικού επιστημονισμού που φάνηκε να κυριαρχεί σε μια κοινωνία η οποία, κατά τονHochmann,[3] αναζητά την «αποτελεσματικότητα», απορρίπτοντας έως πρόσφατα την «φαντασία» και το «συναίσθημα» ως μη επιστημονικά πεδία ή χώρους «προσωρινής άγνοιας», όταν δεν «ισοπεδώνονται» δεόντως από τους προκρούστειους αναγωγισμούς.

Πώς όμως να αγνοηθεί ότι το ανθρώπινο ον δεν μπορεί να υπάρξει ως υποκείμενο παρά μόνο μέσα από έναν άλλον; Πώς να διαγραφεί η γνώση ότι γύρω από αυτή την διμερή σχέση υφαίνονται ενορμήσεις, επενδύσεις, αναπαραστάσεις που τροφοδοτούν την ιστορία του υποκειμένου, καθώς κατασκευάζεται το κάθε μοναδικόκοινωνικό άτομο, καθώς, δηλαδή, μέσα από την κοινωνικότητα, τη σχέση με τους άλλους, η αναδυόμενη υποκειμενικότητα αποφεύγει τον αυτιστικό της εγκλεισμό στην απόλυτη ενδοϋποκειμενική επικοινωνία της με την επιθυμία; Πώς δηλαδή να αγνοηθεί η κλινική που «υποδεικνύει» όλα αυτά;

Ιδιαίτερα διαφωτιστική περιγράφεται η περίπτωση της TempleGrandin, της διάσημης (από την αυτοβιογραφία της[4]) αυτιστικής που κέρδισε πολλά διπλώματα, μαρτυρώντας έτσι τη διατήρηση ανέπαφων νοητικών λειτουργιών, η οποία ήταν ταυτόχρονα ανίκανη να κατανοήσει τον άλλο, σύμφωνα με τα απλούστερα αξιώματα που δομούν τη συναισθηματική ζωή και τις σχέσεις των περισσότερων ανθρώπων. Τoπεριστατικό αυτό προβάλλει ο J. Hochmann, προτείνοντάς το ως «υπόδειγμα» μιας νόησης που είναι αποκομμένη από τις ενορμητικές της βάσεις, που εικονογραφεί, δηλαδή, αυτό που θα ήταν ο ψυχισμός μας αν λειτουργούσε μόνο κατά το πλέον ακραίο γνωσιακό μοντέλο.[5]

Η πλήρης ανάδυση της υποκειμενικότητας έχει τις βιολογικές της προϋποθέσεις, την ωρίμανση και την ακεραιότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος, δεν είναι πάντως μόνο το αποτέλεσμα της παραγωγής και προσαρμογής εξειδικευμένων νευρωνικών προγραμμάτων που εξασφαλίζει η διαπλοκή των κυττάρων σε δίκτυο μέσω των συνάψεων και των χημικών νευροδιαβιβαστών. Ούτε, βέβαια, μπορεί να οριστούν η επιθυμία ή η libido από τη διακύμανση των ενδορφινών. Αδύνατον να «διαχωριστούν οι ψυχικές καταστάσεις από το σωματικό και το κοινωνικό», αδύνατο να εγκαταλειφθεί η έννοια της ενόρμησης, όπως προτείνεται μπροστά στην πίεση των νευροεπιστημών. Πώς να εξαφανιστεί αυτός ο «αμφίπλευρος Ιανός», όπου ένας «βιολογικός αυτοματισμός τίθεται στην υπηρεσία μιας προθετικότητας (intentionnalité), «μετασχηματίζεται σε αναπαράσταση σκοπού και σε συναισθηματική φόρτιση για να συγκροτήσει μια αντικειμενοτρόπο σχέση;»[6] Ιανός, βέβαια, καθώς «η ενόρμηση δεν είναι ούτε σωματική ούτε ψυχική», όντας και τα δυο, καθώς «αντιπροσωπεύει το σημείο άρθρωσης οργανικής ανάγκης και ψυχικής επιθυμίας».[7]

 

 


[1] Ο όρος δυναμική ψυχιατρική δημιουργήθηκε από τον Gregory Zilboorg τo 1941 (G Zilboorg, GW Henry, History of Medical psychology, NY Norton, 1941) και χρησιμοποιήθηκε αργότερα από τον Henri Hellenberger (The discovery of the Unconscious. The History and Evolution of Dynamic Psychiatry, NY Basic Books, 1970) για να ορίσει γενικώς το σύνολο των σχολών και των ρευμάτων της (ψυχ)ιατρικής που αποδέχονται τη σημασία της μεταβιβαστικής σχέσης μεταξύ αρρώστου και γιατρού κατά τη διάρκεια της θεραπείας (Roudinesco E, Plon M, Dictionnaire de la psychanalyse, Paris, Fayard 1997).

[2] Ο Paul Ricœur, σε μια αποστροφή του λόγου του κατά την πρόσφατη συζήτηση με τον Changeux, θα του πει πως, έτσι που μιλούσε εκείνη τη στιγμή, δεν τον θεωρεί αναγωγιστή. Ο ίδιος εκκινούσε από τη βασική του θέση πως ο δυϊσμός εντοπίζεται στη σημαντική, γι αυτό και δεν θεωρεί το «ψυχικό» ισοδύναμο του «άυλου, του μη σωματικού», πλην όμως το «ψυχικό βίωμα» εμπλέκει το «σωματικό» κατά μία, μη αναγώγιμη στο σώμα των φυσικών επιστημών, έννοια: «στο σώμα-αντικείμενο αντιπαραβάλλεταισημαντικώς το βιούμενο σώμα». Ο Changeux, χωρίς να αφίσταται της βασικής του θέσης, της ανάγκης να ενωθεί «το περιγραφικό-νευρωνικό με το αντιληπτό-βιούμενο», είχε δηλώσει προηγουμένως ότι «γλώσσα δεν είναι ο πρόσθιος μετωπιαίος φλοιός», βεβαιώνοντας συνάμα ότι αποφεύγει να κάνει αμαλγάματα σημαντικής και ότι χρησιμοποιεί περισσότερους του ενός «λόγους». Θα ακολουθήσει μια λίαν ενδιαφέρουσα συζήτηση περί «αιτιότητας» που ξεπερνά τα όρια του παρόντος. [J-P Changeux, P Ricœur,Ce qui nous fait penser. La nature et la règle. Ed. Odile Jacob, Paris, 1998, 27-31. Βλ και την ελληνική έκδοση Ζαν-Πιερ Σανζέ & Πωλ ΡικέρΗ φύση και ο κανόνας. Μτφ, Λ. Λάκκα, Κατανιώτης 2001].

[3] Hochmann J. «Αrguments pour un dualisme méthodologique », στoPsychanalyse, neurosciences, cognitivismes, Débats de psychanalyse. Monographies de la Revue Française de Psychanalyse, Paris, PUF 1996, 51-60.

[4] Grandin T. Ma vie d’autiste, Paris Odile Jacob 1994.

[5] Hochmann J. ό. π. Στο θέμα επανέρχεται ο J. Naudin και συν. Comment explorer la « théorie de l’esprit » chez les schizophrènes? Intentionnalité pulsionnelle et développement, L’Évolution Psychiatrique, 1997, 62, 2, 315-326. Βλ επίσης το Ratey JJ, Grandin T, Miller A, «Defence behavior and coping in an autist savant: the story of Temple Grandin. PhD», Psychiatry1992, 55, 4, 382-91.

[6] Hochmann J, ό. π.

[7] Gibeault A. La pulsion: de la biologie à l’économie, Œdipe et neurones. Psychanalyse et neurosciences: un duel? Autrement 1990, 117, 93-98.

 

Προηγούμενο άρθροΤα Τρίκαλα του Ηλία Κεφάλα
Επόμενο άρθροΟι ανησυχίες του γεωμέτρη

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here