Περί αφηγήματος (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
1166

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

«Είμαστε όλοι βιρτουόζοι μυθιστοριογράφοι του εαυτού μας!» έγραψε ο Ντάνιελ Ντέννεττ (Daniel Dennett), Αμερικανός φιλόσοφος και γνωσιακός επιστήμονας. Κολυμπάμε λοιπόν όλοι σε έναν ωκεανό προσωπικών αφηγημάτων, και τί μπορεί αυτό να συνεπάγεται για τις ζωές μας;

Πριν από σαράντα χρόνια, ο Πίτερ Μπρουκς (Peter Brooks), Αμερικανός θεωρητικός της λογοτεχνίας, ομότιμος καθηγητής Συγκριτικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Yale, έγραψε το βιβλίο τομής για τη λογοτεχνική κριτική «Reading for the Plot», Harvard University Press. Με αυτό του το έργο εισήγαγε τον όρο του «αφηγήματος» (narrative), η επινόηση και η εφαρμογή του οποίου από τον συγγραφέα, συνιστά κατά τον Μπρουκς τον θόλο υπό τον οποίο κινείται η πλοκή στο λογοτεχνικό έργο.

Ο όρος «αφήγημα» κυριολεκτικά «τά’σπασε», διαδόθηκε παντού, όπως μια σπίθα μπορεί να βάλει φωτιά σ’έναν κάμπο. Η «αφηγηματολογία» (narratology) διαδόθηκε σε πεδία όπως η Νομική, η Ψυχολογία, η Φιλοσοφία, η Θρησκεία, η Ανθρωπολογία, και άλλα. Προνομιακά πεδία χρήσης της, βεβαίως, είναι η πολιτική και η κουλτούρα λειτουργίας των πολυεθνικών εταιρειών. Όπως γράφει ο Άγγλος κριτικός της λογοτεχνίας Terry Eagleton, σχολιάζοντας την εκρηκτική διάδοση του όρου: «Ποτέ από την εποχή του Φρόϋντ, του οποίου οι όροι νεύρωση, οιδιπόδειο και υποσυνείδητο, γρήγορα έγιναν κοινός τόπος κάθε είδους συζήτησης, δεν είχε τέτοια επιτυχία μια υψηλής ποιότητας θεωρητική δουλειά, σαν αυτή του Μπρουκς». Η άλωση της πραγματικότητας από το αφήγημα ήταν  ολοσχερής.

Δεν είναι μόνο ότι ο καθένας τώρα έχει μια ιστορία, είναι ότι ο καθένας συνιστά μια ιστορία. Το ποιός είσαι ισοδυναμεί με το αφήγημα που έχεις φτιάξει για τον εαυτό σου. Αυτό έρχεται να επιβεβαιώσει, εμπλουτίζοντάς το με εμπειρίες και νέες μελέτες, τόσα χρόνια μετά, ο Μπρουκς, με το καινούριο του βιβλίο «Seduced by Story: The use and abuse of narrative», εκδόσεις New York Review of Books, Οκτώβριος 2022. Το βιβλίο έχει στην προμετωπίδα του μια ρήση από την τηλεοπτική σειρά «Game of Thrones»: « Δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό στον κόσμο πιο ισχυρό από ένα καλό αφήγημα. Τίποτα δεν μπορεί να σταματήσει μια τέτοια δύναμη. Κανένας εχθρός δεν μπορεί να τη νικήσει».

Είναι όμως έτσι; Κατά πόσο το όποιο αυτό-αφήγημα αντιστοιχεί στον πραγματικό εαυτό; Πόσο μπορεί να αντέξει αυτό στις συνθήκες της συνολικής περιρρέουσας πραγματικότητας; Κι αν κάποιος έχει όχι ένα μόνο, μα πολλαπλά αντικρουόμενα αφηγήματα για τον εαυτό του; Και τα αφηγήματα των άλλων για μας; Ακόμα κρισιμότερο: πώς λειτουργούν τα αφηγήματα με τα οποία κάθε λογής εξουσία επιχειρεί να κατασκευάσει έναν θόλο για να μας περικλείσει εντός του;

Το θέμα είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, και καθόλου στατικό, μα δυναμικό. Αξίζει οπωσδήποτε την προσοχή μας, αν όντως μας ενδιαφέρει να εμβαθύνουμε στους όρους λειτουργίας της ζωής μας, προσωπικής και συλλογικής.

Πώς έρχεται το αφήγημα να συναντήσει την πραγματικότητα;

Η αλήθεια είναι ότι, αν ανατρέξουμε σε σχετικές εμπειρίες, ένα προσωπικό ή συλλογικό αφήγημα- όπως το εννοούμε εδώ- μπορεί να πέσει στα βράχια όταν συγκρουστεί με “υπέρτερες δυνάμεις”. Η Μικρασιατική Καταστροφή είναι το τελευταίο κεφάλαιο της Μεγάλης Ιδέας. Από την άλλη μεριά, υπάρχουν στην ιστορία του σύγχρονου ελληνισμού και τα προηγούμενα κεφάλαια της Μεγάλης Ιδέας, όπως η προσάρτηση των Ιονίων νήσων και της Θεσσαλίας, και βεβαίως οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Η δυναμική (μαζί με μια πολύτιμη αίσθηση προσανατολισμού) του αφηγήματος μπορεί να είναι μεγάλη, όπως και το ενδεχόμενο της αποτυχίας του (“πρέπει να αλλάξουμε αφήγημα” λένε πολιτικοί για το Κόμμα τους μετά από μια μεγάλη εκλογική αποτυχία). Ό,τι ισχύει για το συλλογικό ισχύει κατ’αναλογία και για το προσωπικό. Σε κάθε περίπτωση, το αφήγημα για νάχει κάποια υπόσταση πρέπει να έχει με κάποιο τρόπο συνάφεια με τη δυναμική στο πεδίο. Η Μεγάλη Ιδέα δεν έπεσε από τον ουρανό, συνδεόταν με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της πραγματικότητας.

Για μια σχηματική ανατομία των τρόπων με τον οποίο το αφήγημα- προσωπικό, συλλογικό, της εξουσίας, των υποκείμενων στην εξουσία, ψυχολογικό, συμφεροντολογικό ή άλλο- θα αντλήσω από το μυθιστόρημά μου «Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2008, λίγο πριν μπούμε στο Μνημόνιο. Στο βιβλίο, ενώ η Ελλάδα μαστίζεται από μια πρωτοφανή οικονομική κρίση και οι άνθρωποι αρχίζουν να φοβούνται στ’αλήθεια μήπως κατρακυλήσουν από τον παράδεισο της μικρομεσαίας ευημερίας στην κόλαση της φτώχειας, μια Νέα Μεγάλη Ιδέα σκάει ξαφνικά και διαδίδεται σαν τη σπίθα που βάζει φωτιά στον ξερό κάμπο: για να ξανάρθουν τα λεφτά, οι Έλληνες θα γκρεμίσουν τα σπίτια και τα μαγαζιά τους, τις εκκλησίες και τα γήπεδα, πρώτα στην Αθήνα κι έπειτα σε ολόκληρη τη χώρα, για να τα ξαναχτίσουν από την αρχή- όπως έγινε μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.

Πολύ συνοπτικά, εδώ έχουμε πρώτα απ’όλα ένα νέο αφήγημα της εξουσίας. Στην κορύφωση των εξελίξεων, ο πρωθυπουργός απευθύνεται σε μια λαοθάλασσα στην Πλατεία Συντάγματος και αναγγέλει τον μελλοντικό βομβαρδισμό της Αθήνας από την Πολεμική Αεροπορία εν όψει της Νέας Ανοικοδόμησης. Μαζί με το νέο αφήγημα της εξουσίας (το οποίο βοηθάει στη διαιώνισή της: είναι θελκτικό για τον κόσμο, ασχέτως αν η εξουσία προτίθεται όντως να το κάνει), προκύπτει αναστρόφως και ένα νέο συλλογικό αφήγημα για τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων, που ονειρεύονται ότι έτσι θα βρέξει λεφτά.

Εχει ενδιαφέρον ότι στο βιβλίο, μαζί με τα γενικά αφηγήματα εξουσιαστών και εξουσιαζομένων, που εξελίσσονται δυναμικά επειδή ακριβώς συνδέονται με δεδομένα στο πεδίο, υπάρχουν τα προσωπικά αφηγήματα των ανθρώπων της εξουσίας, που συνδέονται κι αυτά με την πραγματικότητα συνειδητά δια του γενικού αφηγήματος (αν και αυτοί βλέπουν πιο καθαρά, έχουν συνείδηση ότι πρόκειται περί αφηγήματος). Παράλληλα, τα επί μέρους αφηγήματα των «από κάτω» εμφανίζονται να λειτουργούν σε έναν «άλλο κόσμο», τον ηλεκτρονικό: μισοί παίζουν με πάθος σε ένα βίντεο γκέϊμ Α, και οι άλλοι μισοί με ανάλογο πάθος στο Β. Υποτίθεται ότι αυτά αντιστοιχούν σε δύο κόσμους τόσο διαφορετικούς, που είναι σαν να τους χωρίζει μια άβυσσος.

Στην πραγματικότητα βεβαίως- πάντα του βιβλίου- αυτά τα πάθη κινούνται στον χώρο του φαντασιακού με ηλεκτρονικό υπόβαθρο, ενώ η ιδεολογία («που είναι κάτι πολύ βαθύτερο από τα επιφαινόμενα πάθη και ^ιδέες^», όπως ωραία επισημαίνει σε βιβλίο του για το Βυζάντιο ο Anthony Kaldellis) και των δύο μερών του συνόλου είναι κοινή στις συγκεκριμένες συνθήκες: πώς θα βρέξει λεφτά! Η τεράστια λαοθάλασσα που φωνάζει στον πρωθυπουργό «Γκρεμίστε τώρα την Αθήνα!», «Γκρεμίστε τώρα την Ελλάδα!», για να τον βγάλει από την απραξία του, μοιράζεται την ίδια, κοινή υπόγεια, βαθειά ιδεολογία, ασχέτως του σε ποιο βίντεο γκέϊμ παίζει. Και είναι ακριβώς αυτή η ιδεολογία που τους συνδέει επί της ουσίας με το κεντρικό αφήγημα, το οποίο ενστερνίζονται, ενώ τα ηλεκτρονικά πάθη λειτουργούν δευτερευόντως και ψυχολογικά, πότε ως υποστήριξη της προσωπικότητας στους καθημερινούς ανταγωνισμούς, και πότε ως σπατάλη ενέργειας, ως εντροπία.

***

Δεν είναι όλα τα αφηγήματα επεμβατικά. Πολλά αναφέρονται σε βαλτώδη περιβάλλοντα ακινησίας, σε πολλά επίσης ο επινοοών το αφήγημα δεν κρατάει κατ’ανάγκην μια πρωταγωνιστική θέση γι’αυτόν, μα υιοθετεί τον ρόλο του αθεράπευτα βασανισμένου ή του θύματος, και σε άλλα είναι εντελώς αφηρημένο ώστε να λειτουργεί είτε ως καταφύγιο αναξιοπαθούντων, είτε ως παραπλανητικό εργαλείο υπέρ της καθήλωσης όσων δίνουν βάση σ’αυτό. Το αφήγημα του βιβλίου «Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;» δεν είναι αφηρημένο, μα συνδέεται εντατικά με μια πολύ υψηλή ενέργεια και κινητικότητα στο πεδίο των εξελίξεων. Δι’αυτού, ως πλαισίου κοινά αποδεκτών ενεργειών πλέον, ανοίγει διάπλατα ο δρόμος προς ένα μέλλον όπου η πραγματικότητα μπλέκει επικίνδυνα με τη φαντασία και απ’όπου θα προκύψει μια Ελλάδα τόσο καινούρια, που μόνο τα σύνορα θα θυμίζουν την παλιά.

Αναφορικά τώρα με το είδος των αποτελεσμάτων που προκύπτουν, ισχύει για αφηγήματα αυτής της τροπικότητας ότι λειτουργούν ως software/λογισμικό των συλλογικών και προσωπικών κινήσεων. Αυτό συνεπάγεται ότι εφ’όσον το software είναι επιτυχημένο, δηλαδή ανταποκρίνεται στις συνθήκες, προκειμένου, όπως επιδιώκεται στο βιβλίο, να προκύψει η κατάσταση όπου «βρέχει λεφτά για όλους», τότε ακριβώς αυτό θα προκύψει από την εφαρμογή του. Το αποτέλεσμα είναι κάθε άλλο παρά ευκαταφρόνητο (ποιός δεν θέλει τα λεφτά; και, ακόμα, καλλίτερα όταν η κατανομή είναι ευρεία στον πληθυσμό), πάντως κανείς δεν μπορεί να περιμένει κάτι που δεν ζητήθηκε, όπως για παράδειγμα η υψηλή αισθητική των πόλεων ή άλλα ανάλογα.

Κι αν η πραγματικότητα κλωτσήσει το αφήγημα;

Δεν συντονίζονται πάντοτε αφήγημα και πραγματικότητα. Συχνά αυτό συμβαίνει από αστοχία του λογισμικού (software), όταν αυτό δεν ανταποκρίνεται στα χαρακτηριστικά του πεδίου στο οποίο καλείται να λειτουργήσει. Για παράδειγμα, όταν μετά τη λήξη του Β Παγκοσμίου Πολέμου, η Βρετανία και η Γαλλία διατηρώντας το προπολεμικό αυτοκρατορικό τους αφήγημα θέλησαν να επέμβουν στην Αίγυπτο, όπως το συνήθιζαν, ταπεινώθηκαν από τις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση μαζί, οι οποίες δρούσαν τότε με το δικό τους φρέσκο αφήγημα περί επικυριαρχίας, το οποίο βεβαίως υποστηριζόταν από τις πολύ υπέρτερες πολυσύνθετες δυνάμεις τους στο πεδίο.

Σε άλλες περιστάσεις, αν μιλήσουμε συμβολικά με όρους λογισμικού για ανάλυση του φέροντος οργανισμού, ακόμα κι ένα καλοσχεδιασμένο software μπορεί να αστοχήσει εξ αιτίας της λεγόμενης «αντίστασης των υλικών» στο εργοτάξιο. Για μια σχηματική ανάδειξη μιας τέτοιας κατάστασης, ανατρέχουμε πάλι σε ένα δικό μου μυθιστόρημα με τίτλο «Έξοδος», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2011, ενδεχομένως το πιο «άγριο» βιβλίο μου, γραμμένο στις σκληρές συνθήκες των πρώτων φάσεων εφαρμογής του Μνημονίου στην Ελλάδα.

Στην «Έξοδο», ενώ η Ευρώπη αποσαρθρώνεται οικονομικά και κοινωνικά με ταχύτητα χιονοστιβάδας, ο Α., σαραντάρης Έλληνας του Λονδίνου, βιώνει συγκλονισμένος τις επιπτώσεις που έχει το τέλος εποχής στην προσωπική του ζωή. Απολυμένος από την εταιρεία συμβούλων όπου δούλευε με σπουδαίες προοπτικές καριέρας μέχρι χθες, και περιφρονημένος από τη γυναίκα του που παίρνει τα παιδιά τους και γυρίζει στην Ελλάδα, δεν έχει πού να στηριχθεί. Ανεξήγητες αυτοκτονίες, παλιοί φίλοι που η μοναδική τους έγνοια είναι να κρύψουν από τους άλλους τη δική τους καταστροφή, περιβάλλοντα πίσω στην Αθήνα που λειτουργούν σαν να είναι παγωμένα στον χώρο και στον χρόνο…

Είναι προφανές ότι το προσωπικό αφήγημα του Α. έχει καταρρεύσει. Αισθάνεται σαν να του έχουν κόψει το «τρίτο πόδι», αυτό που λειτουργεί όπως η τρίτη ρόδα στα ποδηλατάκια για να βοηθάει τα παιδιά να κρατούν την ισορροπία τους. Οι εναλλακτικές κατευθύνσεις στη ζωή του είναι πολύ συγκεκριμένες και πολύ περιορισμένες: από δώ και στο εξής, ή θα σέρνεται στα όποια δωμάτια της συμφοράς και τους δρόμους, ή θα μάθει να περπατάει με τα δυό του πόδια, χωρίς τη βοήθεια του τρίτου, που έτσι κι αλλιώς του τόχουν κόψει. Εχει σημασία για την προσέγγισή μας ότι οι εναλλακτικές δεν συγκροτούν αφηγήματα, είναι απογυμνωμένες από κάθε μυθοπλασία, αντιθέτως συνιστούν κινήσεις με σάρκα και οστά.

Από κει και πέρα, πασχίζοντας απεγνωσμένα να κρατήσει το κεφάλι του έξω από το νερό, ανακαλύπτει σταδιακά ότι το πρόβλημα δεν είναι προσωπικό: το συλλογικό αφήγημα που επιχειρείται να επιβληθεί απ’άκρου εις άκρον είναι διάτρητο, δεν λειτουργεί, όχι μόνο γι’αυτόν, μα και για μια σειρά από άλλους ανθρώπους. Ως συνέπεια αυτού, ενώ η «αντίσταση των υλικών» στο κυρίαρχο λογισμικό δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να συγκροτήσει ένα δικό της αφήγημα, μα, από την άλλη μεριά, δρώντας εξ ανάγκης μπορεί να καταστεί ισχυρή, τόσο που τελικά να ξεχαρβαλώσει το από πάνω επιβαλλόμενο συλλογικό αφήγημα.

Είναι αναγκαίο λοιπόν για τον Α. (δεν είναι τυχαίο ότι σ’αυτή τη φάση της ζωής του ούτε το όνομά του- πόσο μάλλον ένα προσωπικό αφήγημα- έχει σημασία) να συμμαχήσει με τα πιο απίθανα, για τις μέχρι τώρα συνήθειές του, πρόσωπα: μια μυστηριώδη, δυναμική, νεαρή Ασιάτισσα που δουλεύει στο Λονδίνο, μια αισθησιακή Αιθιοπέζα στα όρια της πορνείας στην Αθήνα, τον κουνιάδο του που έχει περάσει τα περισσότερα χρόνια της ενήλικης ζωής του κλειδωμένος στο σπίτι των γονιών του. Ο καθένας τους με διαφορετικά κίνητρα, και χωρίς προσωπικά ή συλλογικά αφηγήματα, αλλά όλοι είναι ενωμένοι στον ίδιο σκοπό: να σταματήσουν την τεράστια μηχανή που απειλή να καταστρέψει τον κόσμο όπως τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, και μαζί μ’αυτόν τις δικές τους προοπτικές για μια καλλίτερη ζωή.

Συνοψίζοντας: στο βιβλίο, οι άνθρωποι που τα προσωπικά τους αφηγήματα έχουν καταστραφεί ανεπανόρθωτα, δεν έχουν τίποτα να χάσουν συνασπιζόμενοι για να αποκρούσουν το- απογυμνωμένο από κάθε θελκτικότητα, πόσο μάλλον αίγλη γι’αυτούς- αλλότριο συλλογικό αφήγημα που υλοποιείται κατασυντρίβοντάς τους.

***

Αξιοποιώντας την «Έξοδο», σχολιάζουμε: η «αντίσταση των υλικών» κάθε άλλο παρά δεδομένη είναι. Ο Α., όπως συμβαίνει για πολλούς ανθρώπους, θα μπορούσε να καταντήσει να σέρνεται στη γη έχοντας χάσει το βοηθητικό πόδι για όση ζωή του απομένει, αντί να προσπαθήσει να μάθει να βαδίζει με τα δυό του πόδια. Κατά τα άλλα, είναι σημαντικό το ότι επιχειρεί να συντονιστεί και με άλλους- δεν είναι λίγοι όσοι βρίσκονται σαν αυτόν στριμωγμένοι στη γωνία-, δεν μπορεί να ξελασπώσει αλλιώς. Τέλος, είναι χαρακτηριστικό ότι το αφήγημα που επιχειρείται να τους επιβληθεί καθηλωτικά έχει στο βιβλίο τη μορφή ενός θόλου που θα φορεθεί πρώτα σε ένα ελληνικό νησί (πουλώντας το στους κατοίκους του ως ένα τεχνολογικό θαύμα, μια στέγη τεράστιου ανοίγματος που θα επιτρέψει στο περικλεισμένο νησί να λειτουργήσει ως Λούνα Παρκ), και μετά σε ολόκληρο τον πλανήτη. Εκεί κορυφώνεται η σύγκρουση στο βιβλίο, όπου οι αντιστεκόμενοι όπως ο Α. δεν έχουν ένα αφήγημα για το μέλλον, αλλά παλεύουν για «μια ανάσα», ένα ξέφωτο στη συλλογική και μαζί την προσωπική τους κατάσταση. Και τα καταφέρνουν, σ’αυτό το παραμύθι για ενηλίκους που είναι το βιβλίο.

***

Πάντως, αν η «Εξοδος» διαβαστεί ως προσομοίωση της περιπέτειας της κοινωνίας στην Ελλάδα στην κατασυνθλιπτική περίοδο των Μνημονίων, η κατάληξη των εξελίξεων στο πεδίο της πραγματικότητας δεν είναι όπως αυτή του βιβλίου: οι πάσχοντες δεν απέκρουσαν τις συνέπειες του από πάνω επιβαλλόμενου αφηγήματος. Με αυτή την έννοια, το βιβλίο μπορεί να διαβαστεί αλλιώς: ως μια ανάδειξη της συλλογικής μυθιστορίας που υιοθέτησε η κοινωνία εκείνο το διάστημα προκειμένου κάπως να υποφέρει τη δοκιμασία, ασχέτως αν αυτή είχε ή δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα και τις δυνατότητες που αυτή εμπεριείχε. Ενα αφήγημα μπορεί να έχει και μια τέτοια λειτουργία: ανακουφιστική, παραμυθητική.

Σε κάθε περίπτωση, έτσι ή αλλιώς, από τη συγκεκριμένη μυθιστορία- είτε του βιβλίου είτε της Ελλάδας του Μνημονίου-, απουσιάζει ένα συγκροτημένο «κόντρα αφήγημα» για μια βιώσιμη ανασυγκρότηση της λειτουργίας της κοινωνίας σε νέα βάση. Βεβαίως, όταν μια τέτοια απουσία είναι παντελής, όπως συμβαίνει και σε κάποια διαδεδομένα έργα της διεθνούς βιβλιογραφίας, σαν «Το δόγμα του σοκ- η άνοδος του καπιταλισμού της καταστροφής» της Ναόμι Κλάίν, εκδόσεις Λιβάνη 2010, το αφήγημα μπορεί να έχει μια «ανάποδη» λειτουργία: να λειτουργήσει κατασταλτικά για τους αποδέκτες πολλαπλασιάζοντας το σοκ, κάτι σαν αυτό που επιφέρουν κάποιες κινηματογραφικές ταινίες τρόμου που τρομάζουν με τεράστια ένταση, έχοντας κλείσει όλες τις πιθανές οδούς διαφυγής. Είναι λοιπόν σαφώς ευεργετική επί της ουσίας η ύπαρξη στιβαρού “κόντρα αφηγήματος” σε τέτοιες περιστάσεις.

 

Το αφήγημα από τη λογοτεχνία και το θέατρο, στην τεχνητή νοημοσύνη

Απλώσαμε το θέμα- χρησιμοποιώντας εργαλειακά δυο δικά μου μυθιστορήματα, καθώς εκ των πραγμάτων γνωρίζω καλά τα χαρακτηριστικά τους, και επειδή σχετίζονται με τις εξελίξεις στην Ελλάδα του καιρού μας-, προκειμένου να αναδείξουμε το αντικείμενο και να κάνουμε ευκρινέστερες κάποιες πτυχές του.  Ήρθε η ώρα να το μαζέψουμε, κατά το δυνατόν. Επεκτείνοντας την πολύ σχηματική και πολύ προσεγγιστική προσομοίωση που ήδη κάναμε με το αφήγημα ως software της ζωής-προσωπικής ή συλλογικής-, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το hardware αυτής της λειτουργίας σχετίζεται με δύο εν μέρει αυτόνομα πλαίσια: το πλαίσιο αναφοράς του προσώπου ή της συλλογικότητας, και το πλαίσιο λειτουργίας τους.

Από κει και πέρα, αντιλήψεις του κλίματος του Brooks- ότι δηλαδή η εποχή μας κατ’εξοχήν προσφέρεται για προσωπικά αφηγήματα καθώς τα μεγάλα αφηγήματα έχουν καταρρεύσει-χιλιοφορεμένες αντιλήψεις είναι αλήθεια σε δημοσιογραφικού τύπου προσεγγίσεις, χάνουν γρήγορα την υπόστασή τους αν κάνουμε τον κόπο να παρατηρήσουμε τον εκθετικό πολλαπλασιασμό των μαζικών ομαδικών ταξιδιών, και την τεράστια ομοιογένεια του πληθυσμού όσον αφορά το ντύσιμό του, τα μέσα μεταφοράς του, τα εργαλεία του, τα θεάματά του, και την εν γένει διάρθρωση της καθημερινότητάς του. Μια χαρά εν τέλει λειτουργούν τα σύγχρονα συλλογικά αφηγήματα, παρά ή μάλλον εξ αιτίας της ρηχότητας, την οποία αποδίδουν σ’αυτά οι επικριτές τους. Ας κρατήσουμε την έννοια της ρηχότητας, γιατί θα την ξανασυναντήσουμε στη συνέχεια.

Συνεχίζοντας: με όλο τον σεβασμό στη διάθεση αρκετών συνανθρώπων και συμπολιτών μας να ανεβάσουν το προσωπικό αφήγημά τους στη θέση που είχε παλιότερα το εικόνισμα με το καντήλι στο σπίτι, δεν μπορώ να μην ξανασκεφτώ αλλιώς την πολύ συμβατή με το πνεύμα του Μπρουκς, ρήση του Daniel Dennett, με την οποία ξεκινήσαμε το κείμενο. Ο εμβληματικός Γάλλος ποιητής του 19ου αιώνα Σαρλ Μπωντλαίρ αναδεικνύει στο βιβλίο του «Η μελαγχολία του Παρισιού», εκδόσεις Ερατώ, 2001, μια άλλη τροπικότητα αυτών των ζητημάτων στο κείμενό του «Ο καθένας με τη χίμαιρά του»:

«Κάτω από έναν βαρύ γκρίζο ουρανό, σε μια μεγάλη σκονισμένη πεδιάδα, χωρίς δρόμους, χωρίς χλόη, χωρίς ένα γαϊδουράγκαθο, χωρίς μια τσουκνίδα, συνάντησα ανθρώπους πολλούς να περπατούν σκυφτοί.

Ο καθένας τους κουβαλούσε πάνω στην πλάτη του μια τεράστια Χίμαιρα, βαριά σαν ένα σάκο αλεύρι ή κάρβουνο, ή όσο η εξάρτυση Ρωμαίου πεζικάριου.

Αλλά το τερατόμορφο ζώο δεν ήταν ένα βάρος άψυχο. Αντίθετα, περιτύλιγε και συμπίεζε τον άνθρωπο με τους ελαστικούς και ισχυρούς μυς του. Γαντζωνόταν με τα δυο πελώρια νύχια του στο στήθος του υποζυγίου του και το μυθικό του κεφάλι υψωνόταν πάνω απ’το μέτωπο του ανθρώπου, σαν μια από εκείνες τις φοβερές περικεφαλαίες με τις οποίες οι αρχαίοι πολεμιστές ήλπιζαν ν’αυξήσουν τον τρόμο του εχθρού.

Σταμάτησα έναν από αυτούς τους ανθρώπους και τον ρώτησα πού πήγαιναν έτσι. Μου απάντησε ότι δεν ήξερε τίποτα, ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι. Αλλά ότι προφανώς κάπου πήγαιναν, αφού τους ωθούσε μια ακατανίκητη ανάγκη να προχωρούν.

Κάτι περίεργο και αξιοσημείωτο: κανείς από αυτούς τους ταξιδιώτες δεν έδειχνε εξοργισμένος με το άγριο θηρίο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό του και κολλημένο στη ράχη του. Θα έλεγε κανείς ότι το θεωρούσε μέρος του εαυτού του. Όλα αυτά τα σοβαρά και κουρασμένα πρόσωπα δεν μαρτυρούσαν καμμιά απελπισία. Κάτω από τον μελαγχολικό θόλο του ουρανού, με τα πόδια βουτηγμένα στη σκόνη μιας γης θλιμμένης όσο αυτός ο ουρανός, πορεύονταν με την καρτερική φυσιογνωμία αυτών που είναι καταδικασμένοι να ελπίζουν πάντα…»

Το ζήτημα του αφηγήματος, λοιπόν, δεν είναι καθόλου απλό, και καθόλου στενά προσωπικό: αλλίμονο, όλη την ώρα σκοντάφτουμε (συχνά με συνέπειες στη δική μας πορεία) σε ανθρώπους που είναι έρμαια της χίμαιράς τους.

Και κάτι άλλο, που έχει τη σημασία του: οι εγκλωβισμένοι στην όποια χίμαιρά τους, συνήθως δεν έχουν ακριβώς συναίσθηση αυτού του εγκλωβισμού: είναι σαν να ζουν με τις αναθυμιάσεις ενός κλειστού υπογείου χωρίς ανοίγματα, και χωρίς καθρέφτες. Είναι γι’αυτό που στη σπουδαία Τέχνη αδυνατούν να δουν τον εαυτό τους σε χαρακτήρες ή ατμόσφαιρες που είναι εντελώς η προσομοίωσή του εαυτού τους.

***

Μια από τις θεωρήσεις που διαπνέει το βιβλίο «Seduced by story: the use and abuse of narrative» του Peter Brooks, είναι ότι το (αυτό-,ή άλλο) αφήγημα λειτουργεί αποδοτικότερα ως περίκλειστο και ενιαίο, παρά ως ανοιχτό σε μεταβολές και ανατροπές, επειδή μόνον έτσι αποκρούει τον φόβο της απώλειας και του θανάτου. Εχει κατ’αρχάς ενδιαφέρον πως προκύπτει σύμφωνα μ’αυτή τη θεώρηση ότι χρειαζόμαστε βασικά το αφήγημα ως παραμυθία. Εδώ ο στιβαρός διανοούμενος Brooks, ασχέτως αν θέλει να μας προσφέρει ένα «φάρμακο» κατά των κακουχιών της ζωής, μας δίνει “από σπόντα” το κλειδί για την ερμηνεία πολλών καταπιεστικών συμπεριφορών και καταστάσεων.

Πάντως, αν δούμε αυτή τη θέση υπό το φως της χίμαιρας του Μπωντλαίρ, η ακινησία στη θέαση της ζωής μας, δεν μπορεί παρά να μας στριμώχνει, ενίοτε και ασφυκτικά: μια δημιουργική ζωή είναι πολύ σύνθετη και μεταλλασσόμενη, για να χωρέσει σε ένα ντούρο αφήγημα. Ο κάθε άνθρωπος παρουσιάζει ένα βαθύτερο ενδιαφέρον για τους άλλους, όχι για το όποιο αφήγημα έχει επινοήσει για τον εαυτό του (το θεατρικό έργο «Το τάβλι» του Δημήτρη Κεχαΐδη, αναδεικνύει θαυμαστά τη ρηχότητα αυτής της ατμόσφαιρας), μα για τις ζωντανές, πραγματικές, αντιμαχόμενες δυνάμεις που όντως σπαράσσονται εντός του, και τις πολλαπλές προσωπικότητες που αυτές οι δυνάμεις συνθέτουν και αποσυνθέτουν (ολόκληρο το θεατρικό έργο του Λουϊτζι Πιραντέλλο, του συγγραφέα του βιβλίου «Ένας κανένας και εκατό χιλιάδες», φανερώνει με δραματικό τρόπο αυτή ακριβώς τη διάσταση).

Κοντολογίς, ακόμα κι αν ένα αποδοτικό αφήγημα έχει την έννοια του (κατασταλτικού για μας, αλλά όχι απαραίτητα για τους άλλους που επηρεάζονται από μας, και υφίστανται τις συνέπειες της συμπεριφοράς μας) «φαρμάκου», σε καμμιά περίπτωση δεν κάνει τη ζωή μας θελκτική. Πρόκειται για μια ζωή εσώκλειστη, που ούτε καν την ηρεμία της απομόνωσης εξασφαλίζει, αφού συχνά συνοδεύεται από ψυχικές ενδορρήξεις, πέρα από τις ανυπόφορες για τους άλλους εκρήξεις όταν αισθανόμαστε ότι απειλείται το «φάρμακό» μας, δηλαδή το αφήγημά μας. Δεν μας ενδιαφέρει επομένως η εξάρτηση από το «φάρμακο», μα μια ζωή που κατά το δυνατόν να μην χρειάζεται τέτοιου είδους φάρμακα για να συντηρηθεί.

***

Ο Brooks, επιχειρώντας να φτάσει τη λειτουργία του αφηγήματος στα όριά του, επεκτείνεται και στη χρησιμότητα του «δάνειου αφηγήματος», αυτού που αντλείται από την τεράστια δεξαμενή της Τέχνης. Ριζοσπαστικά διατείνεται ότι σε ένα άγονο και τραχύ πολιτικό πεδίο όπως το σημερινό, η Τέχνη μπορεί να χρησιμεύσει ως πολύτιμο αμυντικό υποκατάστατο μιας πλούσιας, χυμώδους ζωής στο πεδίο της πραγματικότητας. Κάτι σαν ένα ανακουφιστικό φωτάκι στη φοβική σκοτεινιά ενός βρώμικου, χαοτικού κόσμου. Εχουμε πάλι την ιδέα της Τέχνης ως «φάρμακου». Σύμφωνα με τέτοιες θεωρήσεις, από τον 18ο αιώνα και όλο περισσότερο μετά, η Τέχνη μπορεί να αντικαταστήσει τη Θρησκεία ως παρηγοριά και καταφύγιο των ανθρώπων.

Μια εναλλακτική προσέγγιση αυτής της πολύ διεισδυτικής διάγνωσης θα μπορούσε να είναι ορισμένως δροσερή, ίσως και απελευθερωτική, με την έννοια της στάσης διανοούμενων όπως ο Coleridge ή ο I.A. Richards ως προς αυτή, που παρακινούν να μην εγκλωβιστούμε στην Τέχνη, ως υποκατάστατο της πραγματικής ζωής. Δεν είναι αυτός ο προσανατολισμός του Brooks. Η κατασταλτική διάσταση του έργου του, προκαλεί πάντως διερωτήσεις. «Σκέφτονται έτσι για τους εαυτούς τους οι άνθρωποι που βρίσκονται στην κορυφή της πυραμίδας της εξουσίας, όπως οι τραπεζίτες ή οι σχεδιαστές των πολέμων,  ότι δηλαδή ο κόσμος είναι τόσο χαοτικός ώστε και οι ίδιοι να χρειάζονται αναχωρητήρια, καταφύγια, και την Τέχνη ως φάρμακο;» ρωτάει ο Terry Eagleton. Ή αυτά τα φάρμακα προορίζονται μόνο για τους «από κάτω»;

Και τί είδους Τέχνη είναι αυτή που μπορεί να παίξει αυτόν τον ρόλο; Όπως έχουμε ήδη δει με τον Μπωντλαίρ ή τον Πιραντέλλο, και θα μπορούσαμε να δούμε περαιτέρω με μια τεράστια χορεία δημιουργών της πανανθρώπινης ιστορίας, η Μεγάλη Τέχνη δεν έχει σχέση με τις λειτουργίες κατασταλτικών φαρμάκων. Αν τέτοιες λειτουργίες ψάχνει ο Brooks, δηλαδή ένα είδος ^τέχνης^ που θα χρησιμοποιεί κάποιος για «να τα βγάλει πέρα σε έναν θολό, χαοτικό κόσμο», η Τεχνητή Νοημοσύνη με τη ρηχότητα των προϊόντων της (όπως και η τηλεόραση προηγουμένως είχε και έχει και μια τέτοια χρήση) αναμφίβολα προσφέρεται αφειδώς γι’αυτό.

Μια τέτοια σκοπιμότητα ως προς τον τρόπο χρήσης της, δεν ακυρώνει βεβαίως την Τεχνητή Νοημοσύνη, που μπορεί βεβαίως να μας εξυπηρετήσει πολλαπλώς αλλιώς (να γράφει τους δεκάδες χιλιάδες λόγους των πολιτικάντηδων, για παράδειγμα, ή τα πανομοιότυπα έγγραφα μιας κουρασμένης, μη αποδοτικής γραφειοκρατίας ή ακόμα και δικές μας αναφορές προς μια τέτοια γραφειοκρατία, ή ποιήματα που θα παριστάνουν ότι είναι ποιήματα, όπως ήδη γραφόντουσαν κατά χιλιάδες πολύ πριν εισαχθούμε στο ψηφιακό σύμπαν), μα αναδεικνύει τα όριά της, από μια συγκεκριμένης πολιτικής εργαλειακή χρήση της.

Όλα τα ανθρώπινα τεχνήματα, όπως είναι και η Τεχνητή Νοημοσύνη (ο Ted Chiang, φημισμένος αμερικανο-κινέζος συγγραφέας επιστημονικής φαντασίας, μεταξύ άλλων της νουβέλλας «The Lifecycle of Software Objects», υποστηρίζει ότι οι ανθρωπομορφικοί όροι γι’αυτά τα πράγματα είναι λανθασμένοι και παραπλανητικοί, και προτείνει τον όρο “συστήματα εφαρμοσμένης στατιστικής”) δεν είναι «ξένα εχθρικά σώματα» που έπεσαν από κάποιον αλλόκοτο ουρανό για να κυριαρχήσουν επί του ανθρώπου γενικά: είναι τεχνήματα που χρησιμεύουν ως εργαλεία δύο κόψεων. Αναλόγως με την κόψη που κάθε φορά χρησιμοποιείται, λειτουργούν είτε προκειμένου κάποιοι άνθρωποι να επιβληθούν σε κάποιους άλλους, είτε για να κάνουν τη ζωή μας ευκολότερη, πάντως όχι βαθύτερη σε νοήματα- δεν είναι αυτή η δουλειά τους.

***

Εν τέλει, η προσέγγιση του Μπρουκς είναι πολλαπλά αποκαλυπτική από πολιτική, κοινωνική άποψη, αναφορικά με την τρέχουσα κατεύθυνση των εξελίξεων. Παρ’όλα αυτά, ή μάλλον ακριβώς γι’αυτό, εδώ είναι η μεγάλη προσφορά διανοούμενων σαν τον συγγραφέα του έργου «Seduced by story», ακόμα κι αν οι άνθρωποι αυτοί «λατρεύουν άλλον θεό από τον δικό μας», δηλαδή αν στέκουν απέναντι από το όποιο δικό μας αξιακό σύστημα: οι υψηλότατου επιπέδου αναλύσεις τους για αχαρτογράφητες περιοχές, σε βοηθούν- ακόμα κι αν δεν είναι στις προθέσεις τους, λειτουργούν ως εργαλεία- να αντιληφθείς εναργέστερα τον τρόπο καινοφανών μηχανισμών, ακόμα περισσότερο επειδή προέρχονται από το επίκεντρο των εξελίξεων τομής σε πολλά πεδία.

Είναι μεγάλη η απώλεια σε σχέση με τη διαμόρφωση μιας κατά το δυνατόν ώριμης πολιτικής (όχι πολιτικάντικης, ούτε πελατειακής, μικροκομματικής), μα και γενικότερα μιας πολυσύνθετης συνείδησης στη χώρα μας, αν αυτό όντως μας ενδιαφέρει, το ότι για πολλές δεκαετίες το έργο ενός μεγάλου αριθμού σοβαρών αμερικανών διανοούμενων δεν είναι απλώς αμετάφραστο στα ελληνικά, μα επί της ουσίας παντελώς άγνωστο, και επομένως απουσιάζει από οποιαδήποτε εγχώρια διανοητική διεργασία.

Οπότε;

Με το παρόν κείμενο επιχειρήσαμε μια περιήγηση στο πεδίο της έννοιας του αφηγήματος στον σύγχρονο κόσμο. Το πεδίο είναι τεράστιο, οπότε η περιήγηση είναι εκ των πραγμάτων μια προσέγγιση της προσέγγισης. Τα θέματα που ανοίγονται είναι πολλά, πάρα πολλά, και αφορούν τόσο την ουσία της ζωής μας όσο και την ποικιλόμορφη διαχείρισή της, σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Η περαιτέρω διερεύνησή τους είναι αυτή που θα προσφέρει πολύτιμη υποστήριξη στην προσπάθειά μας να διανύσουμε τα πολλά αχαρτογράφητα πεδία που μας περιβάλλουν.

Με όλη την έγνοια για τα στραβοπατήματα που αναπόφευκτα υπάρχουν στις προσωπικές και συλλογικές ζωές μας, και την ανάγκη να τα αντιμετωπίσουμε με «φάρμακα» όταν προκύψουν, διερευνήσεις σαν αυτές που προτείνουμε συνδυάζονται με μια δίψα για ζωή και εξέλιξη, μια αντίληψη και αναγνώριση της πολυπλοκότητας των ανθρώπινων πραγμάτων, μια έντονη γνωστική περιέργεια για όσα συμβαίνουν έξω από τον στενό εαυτό μας, και οπωσδήποτε μια ενσυναίσθηση για τους άλλους.

Δεν μπορώ να αποφύγω να αναφέρω ότι όση ώρα έγραφα την κατάληξη του άρθρου είχα στον νου μου αυτό που ο εκ των κορυφαίων ανθρωπιστών, ο Montaigne, είχε γράψει στα ξύλινα δοκάρια της στέγης της βιβλιοθήκης του: «Homo sum, humani nihil a me alienum puto» (είμαι άνθρωπος, και δεν υπάρχει τίποτα το ανθρώπινο που να το θεωρώ ξένο»).

Σ’αυτό το κλίμα της δημιουργικής αναζήτησης, ο συγγραφέας Ted Chiang, που προαναφέραμε («Η επιστημονική φαντασία μπορεί να λειτουργήσει ως μια ριζοσπαστική δύναμη, αφού αφορά την αλλαγή» γράφει, «βοηθάει τους ανθρώπους να φανταστούν κόσμους διαφορετικούς από τον τωρινό») λέει χαρακτηριστικά: «Γράφω επειδή αυτό μου είναι επιτακτικό. Υπάρχει κάτι που το βρίσκεις ενδιαφέρον, για έναν λόγο που είναι δύσκολο να εξηγήσεις. Είναι δύσκολο να εξηγήσεις, επειδή δεν υπάρχει προηγούμενο, δεν έχεις διαβάσει κάπου γι’αυτό που σε απασχολεί. Έτσι ξεκινάς. Αναλαμβάνεις να δώσεις φωνή σ’αυτό, και το κάνεις προς κατάπληξή σου».

Επίμετρο

Ως μια παραβολή για τη λειτουργία του αφηγήματος στην τρικυμισμένη (και γι’αυτό εν δυνάμει δημιουργική) θάλασσα της πραγματικότητας, παραθέτω τη σύνοψη του μυθιστορήματός μου «Χορός μεταμφιεσμένων», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2016:

«Μέσα στους τόπους της κανονικότητας που συνήθως ζούμε- με τα ωράρια, τις υποχρεώσεις για τα σχολεία των παιδιών, τα πρόστιμα για την παράνομη στάθμευση- εδώ κι εκεί βρίσκονται θύλακες για ένα διάλειμμα από την καθημερινότητα.

Σ’έναν τέτοιο χώρο μιας άλλης ζωής, όπου το όχι μπορεί να είναι ναι και το ναι όχι, ένας συγγραφέας που μπήκε εκεί για να γράψει ένα βιβλίο κατά παραγγελία, παρασύρεται στη δίνη ενός χορού μεταμφιεσμένων.

Η έξαψη είναι μεγάλη: ποιο ενήλικο άτομο δεν θα’θελε να παίξει με το μυστήριο, να αισθανθεί για λίγο ή για πολύ σαν την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων; Αλλά και επικίνδυνη: μια μεταμφίεση είναι έτσι κι αλλιώς ένα παιχνίδι με τα όρια, αυτός που την χρησιμοποιεί μπορεί να μπερδευτεί, να μείνει μετέωρος ανάμεσα στο κυρίως έργο και το διάλειμμα.

Τί θα συμβεί λοιπόν όταν έρθει η ώρα να βγουν οι μάσκες; Αν τα πρόσωπα που θα φανερωθούν είναι άλλα από αυτά που κρύφτηκαν μέσα στη ζάλη του χορού; Και τί μπορεί να σημαίνει αυτό; Τί γίνεται σ’ένα λούνα παρκ με ξύλινα ζωάκια και μαγνητοφωνημένες φωνές όταν κελαηδήσει ένα αληθινό πουλί;»

 

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Τα δύο πρόσφατα βιβλία του «Ο πολιτισμός των φαντασμάτων» και «Ηδονική Γεωγραφία», όπως και το σύνολο του έργο του, κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΠειραιώς 260 – 7: Λήξη. Παραστάσεις και συμπεράσματα (της Όλγας Σελλά)
Επόμενο άρθροΓιαξεμπόρε. μια άλλη ανάγνωση στο Εξιλαστήριο Θαύμα της Έ.Μαρούτσου (του Άρη Μαραγκόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ