Πειραιώς 260- 5: Τα ρόδα και τα ζιζάνια (της Όλγας Σελλά)

0
243

 

 

της Όλγας Σελλά

 

Τη μάθαμε οι περισσότεροι με το θάνατό της, τη Δήμητρα της Λέσβου, που ένιωθε πάντα γυναίκα και που ποτέ, σχεδόν, στη ζωή της δεν μπόρεσε να δείξει ελεύθερα αυτό που ένιωθε. Από την ιστορία αυτής της τρανς γυναίκας, που ποτέ δεν έγινε αποδεκτή όπου κι αν έζησε, ξεκίνησε στο Φεστιβάλ Αθηνών η ενότητα grape, με παραστάσεις που στόχο έχουν να κινήσουν το ενδιαφέρον του ειδικού ξένου κοινού (διευθυντές φεστιβάλ, δημοσιογράφους, curators) που έχει προσκληθεί να τις παρακολουθήσει, ώστε κάποιες από αυτές να συνεχίσουν τη διαδρομή τους και σε ξένα φεστιβάλ.

Η Κατερίνα Λούβαρη-Φασόη εμπνεύστηκε από την ιστορία της Δήμητρας για να μιλήσει για την απουσία αποδοχής του διαφορετικού, για τη σκληρότητα και την επιθετικότητα των ανθρώπων απέναντι σε ό,τι δεν γνωρίζουν και δεν χωράει στα «κουτάκια» των «αξιών» τους, αλλά και την άδολη τρυφερότητα στο έργο «Το ρόδο είναι ρόδο».  Και ο Παντελής Δεντάκης έστησε στο Χώρο Ε της Πειραιώς 260 τον κόσμο της Δήμητρας που στην παράσταση γίνεται Διονυσία. Ένα φτωχικό σπίτι με πολλά φυτά και πολλά κεντητά λουλούδια παντού. Η Διονυσία (Χρήστος Στέργιογλου) τριγυρνά ντυμένη με το φουστάνι της, όταν μπροστά της στέκεται ένας νεαρός (Γιάννης Παπαδόπουλος): «Μ’ έστειλε ο πατέρας μου να σου φέρω αυγά». Είναι πολύ διστακτικός, πολύ απόμακρος από τη Διονυσία, αλλά εκείνη θέλει παρέα. Κάνει ερωτήσεις στη Διονυσία κι εκείνη απαντά πρόθυμα σε όλα και παρά τις εμφανείς δυσκολίες της καθημερινότητάς της δεν βαρυγκομά: « Δεν μπορώ την πίκρα. Έχω παρέα τις γάτες και τα τραγούδια μου» και του βάζει άριες της Κάλλας στο παλιό της κασετόφωνο. Και τους ελάχιστους ανθρώπους που της δίνουν σημασία, όπως ο παπάς του χωριού: «Έρχεται εδώ πέρα και μιλάμε για την ανθρώπινη στενοχώρια», λέει η Διονυσία.

Και σιγά σιγά οι δυο τους έρχονται πιο κοντά. Ο νεαρός επισκέπτης προσεγγίζει τον κόσμο της Διονυσίας/Δήμητρας, αρχίζει να της μιλάει περισσότερο. Εκείνη φοράει τα αγαπημένα της φουστάνια και καμαρώνει, του δείχνει φωτογραφίες οικογενειακές που αγαπά, τραγουδάει, κορφολογά τα λουλούδια της αυλής της. Και τη στιγμή που τον καλεί να μπουν μέσα στο σπίτι (όλα μένουν ανοιχτά εδώ…), θόρυβος και ποδοβολητά διακόπτουν την ηρεμία της στιγμής. Τρεις νεαροί, με φωνές τραμπούκικες, με βρισιές, διαλύουν όλο το σπίτι της Διονυσίας, απευθύνονται και στο νεαρό αγόρι –που μόλις εκείνη τη στιγμή καταλαβαίνουμε ότι ήταν ο προπομπός τους- και τα πράγματα γίνονται βάναυσα, χυδαία, τρομακτικά και βίαια για τη Διονυσία, που κακοποιείται με όλους τους τρόπους στα χέρια τους… Και οι προβολείς στρέφονται προς στο κοινό, αφήνοντας στο σκοτάδι τη φρίκη…

Μια πολύ σκληρή σκηνή, με πολύ ρεαλισμό, που ήταν η κύρια γλώσσα της παράστασης, μαζί με τη ποικίλη συγκινησιακή φόρτιση και μιας μορφής διδακτισμό. Και με έναν μόνο ρόλο που είχε υπαινιγμό, προκάλεσε ερωτηματικά και είχε ρωγμές. Αυτόν του νεαρού αγοριού που επισκέπτεται τη Διονυσία/Δήμητρα στην αρχή, και σιγά σιγά την αποδέχεται, αποδέχεται τον τρόπο ζωής της, τις επιλογές της, την παρουσία της στον κόσμο μαζί με όλους. Ενός νέου αγοριού που ανήκει όμως στη συμμορία των εισβολέων, μάλλον γιατί θέλει να ανήκει κάπου, μάλλον γιατί δεν θέλει να τον πουν δειλό, γιατί δεν μπορεί να διαφέρει. Ή και γιατί δεν έχει αποδεχτεί και δεν γνωρίζει ούτε ο ίδιος ότι κάπου μέσα του υπάρχουν και η γλώσσα της τρυφερότητας και της αποδοχής. Και είναι αυτό το αγόρι που υποφέρει διπλά όντας παρόν στο βιασμό και την κακοποίηση της Διονυσίας/Δήμητρας, αλλά που μένει δίπλα της μετά, προσπαθεί να την συντρέξει, να την παρηγορήσει, ζητάει συγχώρεση. Και ήταν αυτή η σκηνή η ωραιότερη της παράστασης, με τον Γιάννη Παπαδόπουλο να επιχειρεί να κάνει μια κίνηση παρηγοριάς προς τη Διονυσία (Χρήστο Στέργιογλου) και να διστάζει (ήταν και η σκηνή με τους φωτισμούς να τονίζουν εύστοχα τα συναισθήματα των ηρώων). Μια σκηνή που αποφεύγοντας το καλό/κακό της ιστορίας, έδωσε χώρο και στο ενδιάμεσο.

Ο Χρήστος Στέργιογλου και ο Γιάννης Παπαδόπουλος ήταν ένα εξαιρετικό δίδυμο, ενώ οι τρεις νέοι ηθοποιοί (Θανάσης Κρομλίδης, Βασίλης Ντάρμας και Γιάννης Σέρρης) ήταν παραπάνω θορυβώδεις και εξωστρεφείς, όπως απαιτούσε άλλωστε ο ρεαλισμός που τους ζητήθηκε.

Παρά τις ατέλειες, ήταν ένα κείμενο και μια παράσταση που άγγιξε ένα θέμα υπαρκτό, φωτίζοντας συμπεριφορές και αντιδράσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν περισσότερο κοντά μας απ’ όσο νομίζουμε.

Η ταυτότητα της παράστασης

Κείμενο: Κατερίνα Λούβαρη-Φασόη, Σκηνοθεσία: Παντελής Δεντάκης, Κίνηση: Σεσίλ Μικρούτσικου, Κοστούμια: Κική Γραμματικοπούλου, Σκηνικά: Νίκος Δεντάκης, Κατερίνα Μόσχου, Σχεδιασμός φωτισμού – Βίντεο – Φωτογραφίες: Αποστόλης Κουτσιανικούλης, Μουσική: Νίκος Κυπουργός, Σχεδιασμός ήχου:Κώστας Λώλος, Βοηθός σκηνοθέτη: Κατερίνα Λούβαρη Φασόη

Εκτέλεση παραγωγής Νέος Κόσμος Ε.Ε. / Μαρίνα Γαβριηλίδου, Νίκος Συμεωνάκης

Παίζουν Χρήστος Στέργιογλου, Γιάννης Παπαδόπουλος, Θανάσης Κρομλίδης, Βασίλης Ντάρμας, Γιάννης Σέρρης

Ηχογράφηση μουσικής Μιλτιάδης Παπαστάμου βιολί, Κώστας Λώλος βιολοντσέλο, κρουστά, Νίκος Κυπουργός πιάνο

Φωτογραφίες: Karol Jarek, Αποστόλης Κουτσιανικούλης

 

Προηγούμενο άρθρο15 απαιτητικά μυθιστορήματα για το καλοκαίρι (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΌντρι Λορντ: ποιήτρια και μαχήτρια (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ