Πατέρες και Γιοι

1
1986

Της Νίκης Κώτσιου.

Λίγες φορές έχει καταφέρει ένα μυθιστόρημα  να γίνει επίκεντρο σφοδρών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων, όχι μόνο λογοτεχνικών αλλά και πολιτικών- ιδεολογικών. Το «Πατέρες και γιοι»(1862) του Ιβάν Τουργκένιεφ (1818-1883) ανήκει σ’ αυτή τη σπάνια κατηγορία γιατί κατόρθωσε να προκαλέσει σάλο την εποχή που εκδόθηκε αναστατώνοντας και διχάζοντας τον πνευματικό κόσμο της Ρωσίας  εξαιτίας των κοινωνικών και πολιτικών ζητημάτων που έθετε με τρόπο επείγοντα και επιτακτικό. Με το κορυφαίο του αυτό μυθιστόρημα, ο Τουργκένιεφ, φιλοδυτικός ο ίδιος, μίλησε για το χάσμα των γενεών και συγχρόνως ανέδειξε με τρόπο μοναδικό την ανελέητη σύγκρουση μεταξύ φιλελεύθερων και ριζοσπαστών επιχειρώντας να χαρτογραφήσει εξόχως διεισδυτικά τις αντιφάσεις και τις παλινωδίες των μεν και των δε, που λίγο μετά οδήγησαν στην έκρηξη της ρωσικής επανάστασης.

Πέτρα του σκανδάλου στάθηκε ο Μπαζάροφ, κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου και μετέπειτα δεσπόζουσα, εμβληματική μορφή  ολόκληρης της ρώσικης λογοτεχνίας. Υπέρμαχος των θετικών επιστημών, θιασώτης του άκρατου εμπειρισμού και του ωφελιμισμού, ο  Μπαζάροφ, φοιτητής της ιατρικής,  σκανδαλίζει τον περίγυρό του και χαρακτηρίζεται «νιχιλιστής». Απορρίπτει με πάθος παρωχημένες αξίες και ιδανικά, δεν πιστεύει τίποτα και διακηρύσσει απερίφραστα τις αρχές του. Διεκδικεί μια ελευθερία άνευ όρων και δε διστάζει να προπαγανδίσει τη σύγκρουση και την καταστροφή. Μοναχικός, δυσπροσάρμοστος, αλαζονικός, μετακινείται συνεχώς από τόπο σε τόπο σε μια διαρκή προσπάθεια να ξορκίσει την ανία του. Η υποτιθέμενη ανωτερότητα των ιδεών του κάνει ενίοτε το φέρσιμό του επηρμένο και περιφρονητικό απέναντι σε όσους τον αμφισβητούν. Οι βεβαιότητές του είναι ακλόνητες και τις υπερασπίζεται σθεναρά και ανυποχώρητα. Απεχθάνεται την υπερβολή του συναισθήματος και την αμετροέπεια του λυρισμού, απορρίπτει κάθε μορφής ιδεαλισμό και είναι φανατικά υπέρμαχος ενός αδιαπραγμάτευτου, ακραίου υλισμού. Συγχρόνως ευαγγελίζεται μια άλλη κοινωνία, απαλλαγμένη όχι μόνο από την αριστοκρατία αλλά και από εκείνους τους καταπιεσμένους που δεν διαθέτουν ισχυρή ταξική συνείδηση, ικανή να τους οδηγήσει στην αποτίναξη του ζυγού. Σαν γνήσιος μηδενιστής, ο Μπαζάροφ  μιλά με ωμότητα ή γίνεται κυνικά ψυχρός και είρων αλλά δεν παύει να διαθέτει και κάποιες  απροσδόκητες σπίθες απροσποίητης ζεστασιάς και χιούμορ, που τον καθιστούν κατά καιρούς συμπαθή και ανθρώπινο.

Εκτός όμως από τον Μπαζάροφ  που είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, υπάρχει στο «Πατέρες και Γιοι»  και ένας ακόμη εκπρόσωπος της νέας γενιάς των «γιων». Πρόκειται για το νεαρό  Αρκάντι, που ξεκινά σα φίλος, ομοϊδεάτης και συνοδοιπόρος του Μπαζάροφ, στο πρόσωπο του οποίου βλέπει έναν μέντορα, αλλά στο τέλος διαφοροποιείται και συνειδητά απομακρύνεται από το «μηδενιστικό» όραμα. Ο Αρκάντι διαθέτει αθωότητα και καλοσύνη, διαπνέεται από θετικά συναισθήματα και δυσκολεύεται να αναγνωρίσει αντιπάλους ή  ανταγωνιστές πάνω στα πρόσωπα των άλλων. Δεν μπορεί, λοιπόν, να ακολουθήσει το μισαλλόδοξο και μηδενιστικό πρόγραμμα του Μπαζάροφ εξαιτίας της εγγενούς φιλότητας, που τον χαρακτηρίζει. Άλλωστε ο Αρκάντι, μολονότι νιώθει άβολα και αμήχανα κατά καιρούς στη συναναστροφή με το γονιό του, δεν παύει να αγαπά με ζέση τον πατέρα του και του είναι εντελώς αδύνατο να τον θεωρήσει ένοχο και υπόλογο, μόνο και μόνο επειδή ανήκει σε άλλη γενιά.

Αλλά οι δύο νέοι διαφέρουν και σε ό,τι έχει να κάνει με την αγάπη. Ο Μπαζάροφ συναντά την άρνηση, όταν εξομολογείται τον  έρωτά του στη γοητευτική Οντιτσόβα,  που τη νιώθει πνευματικά συγγενή καθώς  είναι κι αυτή υπέρμαχος ενός παρόμοιου υλισμού με τον δικό του. Αντίθετα, ο Αρκάντι βρίσκει θερμή ανταπόκριση στην αθώα  Κάτια, που μοιράζεται μαζί του τον ίδιο ενθουσιασμό και είναι έτοιμη να τον ακολουθήσει. Ο ψυχρός Μπαζάροφ προσχωρεί στον έρωτα παθιασμένος αλλά ανέτοιμος και συντρίβεται από το βάρος μιας αναπάντεχης απόρριψης. Μετά απ’ αυτό, η ζωή του ακολουθεί μια θλιβερή και φθίνουσα πορεία, που καταλήγει στην αρρώστια και το θάνατο. Εντελώς ανακόλουθος με τις θεωρίες του, ο Μπαζάροφ πέφτει στην παγίδα εκείνων ακριβώς των  συναισθημάτων, που νόμιζε πως δεν τον άγγιζαν και δεν τον αφορούσαν. Η ερωτική του παραφορά αλλά και η ζέση που δείχνει για την υπεράσπιση των ανατρεπτικών πολιτικών του θέσεων δεν μπορούν παρά να τοποθετήσουν αυτόν τον δηλωμένο υλιστή και πολέμιο κάθε ιδεαλισμού στο πάνθεον των ρομαντικών ηρώων, πράγμα που ο ίδιος  θα απεύχονταν  με  σφοδρότητα.

Όσο για τους πατέρες, αυτοί διαγράφονται με συμπαθητικά χρώματα και είναι γενικά καλόβολοι και καλοπροαίρετοι. Ο  πατέρας  του Αρκάντι, αν και αριστοκράτης, προσπαθεί με τον τρόπο του να προάγει τις μεταρρυθμίσεις σε όφελος των πρώην δουλοπάροικων που εργάζονται στα κτήματά του και εμφορείται από φιλοδυτικές ιδέες πρόοδου και εκδημοκρατισμού, μολονότι  ανήκει στην άρχουσα τάξη. Είναι επίσης ανθρωπιστής και διαπνέεται από ένα αυστηρό περί δικαίου αίσθημα, που δεν του επιτρέπει να ανέχεται την αδικία, ιδίως την προερχόμενη από την τάξη του. Έχει μεταδώσει στον Αρκάντι τη δική του αγάπη για τη φύση και για την τέχνη κι έχει καταφέρει να εμπνεύσει στο γιο του πίστη και αφοσίωση στο ανθρωπιστικό όραμα, που ο ίδιος πρεσβεύει.

Ο πατέρας του Μπαζάροφ μοιάζει να ενσαρκώνει το μεγαλείο της περίφημης σλάβικης ψυχής και είναι ένας αρχετυπικός Ρώσος, που βρίσκει το νόημα της ζωής στην ορθοδοξία και την πατρίδα. Γήινος, ανεπιτήδευτος, εγκάρδιος και μεγαλόθυμος  λειτουργεί σε αρμονία με τη φύση και διαπνέεται από μια πρωτογενή ανεπεξέργαστη καλοσύνη, που πλημμυρίζει και νοηματοδοτεί ολόκληρη  την ύπαρξή του. Ο Μπαζάροφ ανέχεται μετά πολλών βασάνων την απελπισμένη αγάπη και τα διαχυτικά φερσίματα των δικών του ενώ ο ίδιος εμφανίζεται σχεδόν ψυχρός απέναντί τους. Πάντως, από την έκβαση του μυθιστορήματος καταλαβαίνουμε ότι ο Τουργκένιεφ προκρίνει τη συνεννόηση και τη μετριοπάθεια μεταξύ των γενεών θεωρώντας μάταιη τη σύγκρουση. Οι γιοι θα γίνουν και αυτοί με τη σειρά τους πατέρες, τα ιδανικά που αξίζει να ζήσουν, θα σωθούν και με αγάπη θα μεταλαμπαδευτούν στους επόμενους,  η σκυταλοδρομία θα συνεχιστεί επ’άπειρον .

Οι φιλοδυτικοί-φιλελεύθεροι, ταυτισμένοι με το ύφος και το ήθος των πατέρων, είδαν πάνω στον Μπαζάροφ όλα τα κραυγαλέα ελαττώματα των ορκισμένων ριζοσπαστών-επαναστατών  αλλά και δυσφόρησαν με το ανάλαφρο, ενίοτε κωμικό-σαρκαστικό ύφος του συγγραφέα απέναντι σε δικές τους συμπεριφορές και νοοτροπίες. Οι ριζοσπάστες που λίγο-πολύ ταυτίστηκαν με τον Μπαζάροφ και αναγνώρισαν πάνω του τον εαυτό τους ένιωσαν προσβεβλημένοι από τον αμφιλεγόμενο τρόπο που σκιαγραφήθηκε η προσωπικότητα του κεντρικού (αντι;)ήρωα. Οι νέοι, οι «γιοι», αγανάκτησαν με τον μονοκόμματο, τραχύ Μπαζάροφ, που κλήθηκε να τους αντιπροσωπεύσει δίνοντας φωνή στη γενιά τους. Παρομοίως , οι σλαβόφιλοι δυσαρεστήθηκαν θεωρώντας τον Μπαζάροφ άτυπα ταγμένο στο δικό τους στρατόπεδο. Ο Τουργκένιεφ βρέθηκε στη δίνη ενός φοβερού κυκλώνα δεχόμενος διασταυρούμενα πυρά από παλιούς και νέους, συντηρητικούς και προοδευτικούς, ευρωπαϊστές και μη. Μετά απ’αυτό, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Ρωσία. Παραδόξως, μόνο ο Ντοστογιέφσκι μίλησε θετικά υποστηρίζοντας τον Τουργκένιεφ, παρά την ιδεολογική αντίθεση και την πάγια σλαβοφιλία του. Έτσι, το «Πατέρες και Γιοι» πέρασε στην ιστορία και αποτελεί μέχρι σήμερα αξεπέραστο σημείο αναφοράς και ασύγκριτο λογοτεχνικό έργο υψηλής αισθητικής.

Το «Πατέρες και Γιοι» κυκλοφορεί από την Άγρα σε έξοχη μετάφραση της Ελένης Μπακοπούλου, με  εισαγωγή της μεταφράστριας και ενδιαφέροντα κατατοπιστικά κείμενα του Προσπέρ Μεριμέ και της Βιρτζίνια Γουλφ.

INFO: Ιβάν Τουργκένιεφ : Πατέρες και γιοι, εις.- μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου, επίμετρο: Prosper Merimee-Virginia Wolf, σελ.344, εκδ. Άγρα, 2015

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Στο κεφάλαιο 24 ο Πάβελ Πέτροβιτς είναι νεκρός και στο κεφάλαιο 28 … ανασταίνεται.
    Είτε ο Τουργκένιεφ εξαπατά τον αναγνώστη ξεφουρνίζοντας στο τέλος ότι ο Πάβελ Πετρόβιτς ζει (ώστε πχ στο μεταξύ να φανεί πιο δίκαιος ο θάνατος του Μπαζαροφ) είτε η μεταφράστρια έχει κάνει λάθος στη μετάφραση (το πιθανότερο, βλέποντας αγγλικές μεταφράσεις).
    Το αγγλικό κείμενο (κεφάλαιο 24 τελευταία παράγραφος) εμφανίζεται ως “and he was, in effect, a dead man.” αλλά και ως “And indeed he was a dead man”. Η μετάφραση της Μπακοπούλου είναι κοφτά και κυριολεκτικά “Και ήταν νεκρός” δηλαδή “He was dead”. Όχι “και ήταν ένας νεκρός άνθρωπος” που μπορεί να εκληφθεί και μεταφορικά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here