Παραλλαγές για τρεις φωνές (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)

0
240

 

της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη

 

Στο προηγούμενο HerStory με αφορμή την ανάγνωση της πρώτης ποιητικής συλλογής της Κατερίνας Μαρδακιούπη Το άρρωστο ζώο (Ενύπνιο, 2023), έγινε λόγος για την μεταμορφωτική δυνατότητα της  ευαλωτότητας. Η ευαλωτότητα ως ποιότητα γραφής αρχίζει να γίνεται όλο και πιο αισθητή, όλο και πιο παρούσα ως ενεργητική ποιότητα στην ποιητική των γυναικών. Η ευαλωτότητα και ο τρόπος με τον οποίο αυτή εκφράζεται θα μπορούσε σκέφτομαι να λειτουργήσει ως ένας κοινό έδαφος για ακόμη δύο ποιητικές συλλογές νέων ποιητριών της οποίας ήθελα από καιρό να συζητήσω και μου δίνεται τώρα η ευκαιρία να το επιχειρήσω εν παραλληλία.

Συγκεκριμένα, θα συζητήσω εδώ τη δεύτερη συλλογή της Ελένης Αθανασίου, Φταίνε τα πεύκα (Ενύπνιο, 2023) και την πρώτη ποιητική συλλογή της Αναστασίας Πούλου, Δύο μικρά χέρια, (Θράκα, 2021).

Πρώτα κάποιες εισαγωγικές παρατηρήσεις. Μιλώντας για ευαλωτότητα στην ποιητική γραφή δεν μιλώ ούτε για ευπάθεια, ούτε για τρωτότητα ή αδυναμία. Μιλώ για μία άλλη, διαφορετική εκδοχή της ευαισθησίας, όπου ο φόβος της συναισθηματικής έκθεσης υποχωρεί μπροστά στην προοπτική της συναισθηματικής σύνδεσης. Η σύνδεση αυτή – που είναι αρχικά δυαδική μεταξύ του εγώ και του εσύ – σύντομα λαμβάνει κοινωνικά χαρακτηριστικά.

Σε κείμενό της Judith Butler υπό τον τίτλο “Rethinking Vulnerability, Violence, Resistance” διάβαζα  πως η κατάσταση της ευαλωτότητας  είναι στην πραγματικότητα ένα πλέγμα, ένα σύνολο οργής, επιμονής και αντίστασης.  Πράγματι, λέει η Butler, η ευαλωτότητα διατρέχει και ρυθμίζει τις κοινωνικές σχέσεις και χωρίς αυτή έχουμε ελάχιστες πιθανότητες να συνειδητοποιήσουμε το είδος της ουσιαστικής ισότητας που επιθυμούμε. Η ευαλωτότητα  δεν πρέπει να ταυτίζεται αποκλειστικά με την παθητικότητα, σημειώνει. Η ευαλωτότητα έχει νόημα μόνο υπό το πρίσμα ενός ενσωματωμένου συνόλου κοινωνικών σχέσεων, συμπεριλαμβανομένων των διαφόρων πρακτικών αντίστασης.

Στο Άρρωστο ζώο της Μαρδακιούπη στο ποίημα “Κανένας θάνατος δεν είναι ασήμαντος” διαβάσαμε:

Θάψαμε το κρέας ήσυχα / η τελετή είχε κάτι από/ βάφτιση παιδιού που γεννήθηκε/ με την καρδιά στο πρόσωπο / ματιού που αγγίχτηκε/ την ιδανική στιγμή της αγάπης/ είχε τέλος πάντων κάτι/ από την ίδια την ψυχή του ζώου”.

Αλλά και στο τελευταίο ποίημα της συλλογής  το εσωτερικό τοπίο του Άρρωστου ζώου παραμένει ακύμαντο, καθηλωμένο στο ευάλωτο σημείο. Από το ποίημα “Ο κλειστός χώρος του ποιήματος” της Μαρδακιούπη μεταφέρω:

“Το βάρος του νεκρού/ ζώου στο δάσος / είναι πυκνότερο/  απ΄ το βάρος οποιουδήποτε/ νεκρού/ Δεν θα το χωρέσουμε ποτέ/ στο ποίημα.”

Αν δούμε το σύμβολο του άρρωστου ζώου ως σημείο υποδοχής των ευάλωτων πλασμάτων, η τριπλή ανάγνωση που δοκιμάζω συνεχίζει ως εξής στα ποιήματα της Ελένης Αθανασίου στη συλλογή Φταίνε τα πεύκα. Μία συλλογή που ήδη από τον τίτλο της μιλά σαφώς συμβολικά για όσους οδηγούνται  στην καταστροφή και τον αφανισμό, δίχως κι εδώ να λείπει η κυριολεξία μίας πράσινης οικολογικής συνείδησης (στοιχείο φανερό και στο Άρρωστο ζώο).

Στο ποίημα  “Λυράρισσα” η Ελένη Αθανασίου γράφει: “Όταν εκείνος φεύγει/ τρέχει στη θήκη του/ είναι έμπειρη και ξέρει/ πως νανουρίζεις ένα ελάφι/ πριν πλησιάσει η σφαίρα”.

Το ζήτημα  της συνενοχής, αλλά και η πρόθεση αποκατάστασης των πραγμάτων είναι ξεκάθαρη στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής. Ποιήματα ολιγόστιχα, στακάτα, πυκνά. Όπως το ποίημα:

 

Ευσυγκίνητος

Πιστεύω σε μας τους δύο στο αυτοκίνητο

όσο εκείνο μπεκροπίνει τη βενζίνη

Μόνο τότε μου μιλάς

Τα Χριστούγεννα με πήγες στο περίπτερο,

άνοιξες ένα κουτί με δέκα πούρα | Αυτό

Αυτό είναι δώρο για ένα κορίτσι που γράφει

και χτίζει ξύλινα οχυρά

 

κάηκαν όλα/ οι ομελέτες του πατέρα/ τα μελίσσια

/ όλα αυτά που θ’ αναστήσω.

 

΄Ενα κορίτσι που γράφει, λοιπόν, μαθαίνει να αντλεί  δύναμη μέσα από την ευαλωτότητα και να την επιστρέφει, ας πούμε, στις χαμένες φροντίδες περασμένων χρόνων. Στο ομώνυμο ποίημα της συλλογής η Αθανασίου θα γράψει:

 

Φταίνε τα πεύκα

 

Ένα τσεκούρι χτυπάει τον κορμό σαν μετρονόμος

Ένα τσεκούρι χτυπάει τον κορμό σαν μετρονόμος

Ένα τσεκούρι χτυπάει τον κορμό σαν μετρονόμος

Ένα τσεκούρι χτυπάει τον κορμό

Ένα τσεκούρι

 

Παρόλα αυτά, όμως, “φταίνε τα πεύκα” μας λέει σαρκαστικά η ποιήτρια. Ούτε λόγος για τα απανωτά χτυπήματα του τσεκουριού και τον υπαίτιο.

Στο ίδιο ψυχικό κλίμα ευαλωτότητας και λύτρωσης (πολύ κοντά στο τρίπτυχο οργή – επιμονή – αντίσταση με το οποίο μπολιάζει η Butler την ευαλωτότητα) , στο ποίημα “Σφαγείο παιχνιδιών” της Αθανασίου διαβάζουμε:

[…]Θέλω να πω στη μάνα μου να μην κλαίει,

πως μία μέρα θα πάμε στην Αθήνα

κι όλα τα παιδιά που έχουν φαγωθεί

στο σκοτάδι με γυαλιά,

θα τα δούμε στις οθόνες.

Τα ζώα, τα δέντρα, τα παιδιά στη συλλογή της Αθανασίου στέκονται στην πλευρά των ευάλωτων, συντάσσονται. Αντιστοίχως, στην πρώτη ποιητική συλλογή της Αναστασίας Πούλου με τον τίτλο Δύο μικρά χέρια (Θράκα, 2021) μεταξύ άλλων η ποιήτρια μας μιλά για “το κτήνος με τον αναβάτη κι ένα ημιθανές κορίτσι στην πλάτη του”.

Η συλλογή της Αναστασίας Πούλου συζητά την ευαλωτότητα με όρους ευρύτερα κοινωνικούς, με στιχοποιία λιγότερο πυκνή και ποιήματα μεγαλύτερης έκτασης, επιλέγοντας ένα ύφος αφηγηματικό.

Μεταφέρω εδώ ένα ποίημα:

 

ΣΥΝΔΙΚΑΤΟ ΚΑΤΟΧΗ

 

Όλοι πήραν από ίσα. Όλα εξίσου αποδόθηκαν.

Και τώρα με άνθρακα στα μάγουλα,

οι εργάτες ακολουθούνε πρόθυμα την χαραγμένη γραμμή

και βαράνε τα ταμπούρλα τους στης νίκης τον εύθυμο σκοπό.

 

Άλλοι ξαπλώνουν στους μηρούς σου κι άλλοι στης πλάτης σου

την απαλή τσουλήθρα

και προβάλλουν λιγότερο αιχμηρές οι δαγκάνες της εξουσίας,

λιγότερο βαθία η ταξική ρεβεράντζα.

Κανένας τη μπουκιά του άλλου δεν στερεί και μες στο χαλασμό

βρίσκει κανείς μία θέση σαν του διπλανού,

    ίδια κι απαράλλαχτη,

να χαιδέψει τα μαλλιά σου

ή να τυλιχτεί στην ζεστή κουβέρτα του λαιμού σου.

 

Λοιπόν, κυρία καστανά μάτια, πώς νιώθεις;

Η κατοχή φωνάζει από μέσα καιόμενη,

είναι άσχημη και γριά αλλά έχει τον τρόπο της

να μας παρασέρνει.

Η επιβίωση είναι ένα κτήνος. Κι η αγάπη ο θηριοδαμαστής

αναβάτης του.

Ζητούν ένα για έναν και οδόντα επί οδόντος

σ΄ αυτό το μακρύ, άνυδρο ταξίδι μέσα από την έρημο.

 

Κάποτε, κάπου στα μισά, θα συναντήσουν

έναν στρατοκόπο γέρο με το ραβδί του,

θα τους πει “μπορούσατε να πολιτευτείτε πιο ειρηνικά,

πιο αναίμακτα”.

 

Αδιάφορα, το κτήνος με τον αναβάτη κι ένα ημιθανές κορίτσι

στην πλάτη του

θα συνεχίσουν το ταξίδι για το λιγοστό νερό

και την στιγμιαία διαύγεια

που αναλογούν σ΄ ένα κτήνος, έναν αναβάτη

κι ένα ημιθανές κορίτσι με το πρόσωπό μου.

Κυρία καστανά μαλλιά, υπάρχει μια θέση

λίγο πιο δω απ΄ την χαραγμένη γραμμή,

λίγο πιο κει απ΄ την ισοπολιτεία;

 

Στο ωραίο αυτό ποίημα όπου: “Άλλοι ξαπλώνουν στους μηρούς σου κι άλλοι στης πλάτης σου την απαλή τσουλήθρα” η φαινομενική ευαλωτότητα ενός απαλού γυναικείου σώματος εξυπηρετεί και στηρίζει, όπως μπορεί. Σε όλα τα ποιήματα της συλλογής, άλλωστε, υπάρχει το διαρκές εναγώνιο αίσθημα της προσπάθειας, της επιβιώσης, της διαφυγής προς ένα μέλλον με καλύτερους ευγενέστερους όρους. Η αναζήτηση για “το εξωτικό πουλί: της προσωπικής διάσωσης”, όπως γράφει.

Υπάρχει ακόμη έντονη η διάσταση, η σύγκρουση της ποιήτριας με την σκληρή καθημερινότητα. Το ζήτημα της δίκαιης ή όχι κοινωνίας βρίσκεται στην καρδιά κάθε ποιήματος σ΄ αυτή τη συλλογή. Η Πούλου δεν αποθαρρύνεται, όμως,  κι ας γνωρίζει πως δεν μιλά από θέση ισχύος. Μας μιλά από μία θέση ευάλωτη (υποδηλώνεται ο βαθμός των δυνατοτήτων ήδη από τον τίτλο του βιβλίου Δύο μικρά χέρια), με την ποιήτρια σταθερά στραμμένη προς τον ουμανισμό και σ΄ αυτό τον άλλο χρυσό των παλαιών αλχημιστών, τον πνευματικό και συναισθηματικό του “aurum non vulgi”.

 

Στο ποίημα “The Mall” διαβάζουμε:

 

Μην προσπαθήσεις να απογυμνώσεις την πλαστική γυναίκα,

μην ψάξεις για μαλακά νεύρα στο δεινόσαυρο.

Ξαπλώστε στο κρεβάτι, πάρ’τους αγκαλιά

κι ονειρευτείτε μαζί σ΄ ένα κοινό υλικό:

τη φθορά; Τη βαρύτητα; Την έλλειψη;

Μια έλλειψη ακριβή·aurum non vulgi.

Η Πούλου, όπως η Αθανασίου και η Μαρδακιούπη στην δική μου ανάγνωση τουλάχιστον μοιράστηκαν ειλικρινείς ποιητικές παραλλαγές για ένα και μόνο θέμα, διαχειριζόμενες  την ευαλωτότητά της γυναικείας εμπειρίας τολμηρά, σθεναρά και συναισθητικά. Ή αν προτιμάτε με οργή, επιμονή και αντίσταση. Τρεις καλοί λόγοι (ενδεικτικά γιατί σαφώς και δεν είναι οι μόνοι) στο γιατί να διαβάζουμε βιβλία γραμμένα από γυναίκες, σε περίπτωση που αυτό το ερώτημα συνεχίζει να πλανάται.

 

——————

 

 

 

Προηγούμενο άρθρο“Κοντά στις ράγες” – διαφωνώ / συμφωνώ (Μαρία Τοπάλη και Νίκη Κωνσταντίνου- Σγουρού)
Επόμενο άρθροΒραδιά για τον Μήτσο στο Free Thinking Zone, Τρίτη 7μμ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ