Πάμεν έσσω μας (του Γιάννη Παλαβού)

0
691

 

του Γιάννη Παλαβού

 

Συχνά, όταν διαβάζω κείμενα που πειραματίζονται έντονα με τη φόρμα, θυμάμαι μια φράση του Αμερικανού συγγραφέα Ουάλλας Στέγκνερ: «These things», έλεγε, «are usually more clever than profound», δηλαδή «συνήθως, αυτά τα πράγματα είναι περισσότερο έξυπνα παρά ουσιαστικά». Δεν λέω κάτι πρωτότυπο: όχι σπάνια, το παιχνίδι με τη φόρμα ξεμένει στα ρηχά, αποπνέοντας κάτι το επιδεικτικό, ιδίως όταν συνοδεύεται από προμετωπίδες, υποσημειώσεις και έκτυπη διακειμενικότητα, ψιμύθια που τις περισσότερες φορές προδίδουν διανοητικό ακκισμό. Κι εδώ έρχεται στον νου η φράση ενός άλλου Αμερικανού συγγραφέα, του Ρέι Μπράντμπερι, την οποία μου αρέσει επίσης να μνημονεύω: «The intellect», έλεγε ο Μπράντμπερι, «is a great danger to creativity», δηλαδή «το διανοητικό στοιχείο αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για τη δημιουργικότητα». Ασφαλώς όμως –και ευτυχώς–, δεν είναι πάντα έτσι: αυτό σκέφτηκα κλείνοντας τους Ενδιάμεσους, το τρίτο πεζογραφικό βιβλίο της Κύπριας συγγραφέως Μαρίας Α. Ιωάννου. Γιατί η Ιωάννου κάνει ό,τι θέλει με τη φόρμα κι ωστόσο πείθει τον αναγνώστη, κι επιπλέον του γεννά κάτι σαν ευφρόσυνη προσμονή, καθώς ο αναγνώστης περιμένει να δει πού θα οδηγηθεί το βιβλίο στην επόμενη στροφή, ιδιαίτερα μετά το πρώτο τέταρτο της συλλογής, οπότε οι όποιες επιφυλάξεις του –αν έχει διαφορετικό αναγνωστικό υπόβαθρο– υποχωρούν. Αίσθησή μου είναι ότι οι Ενδιάμεσοι είναι ένα βιβλίο που διερευνά επιτυχώς τι κάνει ή τι θα μπορούσε να κάνει η λογοτεχνία σήμερα, πέρα από τσαλίμια στη φόρμα ή επίδειξη πνεύματος, ταυτόχρονα «clever» και «profound».

Προτού, όμως, δοκιμάσω να δείξω κατά τη γνώμη μου γιατί, θα ήθελα να αναφερθώ εν τάχει στον «μεικτό αλλά νόμιμο» χαρακτήρα της συλλογής: τι αναμειγνύει η συγγραφέας και ανάμεσα σε τι και σε τι παίρνουν υπόσταση ο τρόπος της και τα πρόσωπα που την κατοικούν. Διότι, αν ο ειδολογικός χαρακτηρισμός της συλλογής («μικροδιηγήματα») είναι ελαφρώς παραπλανητικός –το βιβλίο είναι πολύ περισσότερα απ’ αυτό–, ο τίτλος, με την υβριδική συνθήκη που υποδηλώνει, είναι ακριβής. Τι θα πει, λοιπόν Ενδιάμεσοι; Μεταξύ τίνος και τίνος οργανώνεται το βιβλίο; Παραθέτω έναν πρόχειρο κατάλογο από «μεταξύ»: μεταξύ λόγου και εικόνας· μεταξύ πεζογραφίας και ποίησης· μεταξύ ρεαλισμού και μαγικού ρεαλισμού· μεταξύ ελληνικής και αγγλικής γλώσσας· μεταξύ κοινής νεοελληνικής και κυπριακής διαλέκτου· μεταξύ σεβασμού στην ιστορική μνήμη και διάθεσης αποτίναξης του βάρους της· μεταξύ χιούμορ και συγκίνησης· μεταξύ εντοπιότητας και διαλόγου με το κέντρο, νοούμενου είτε ως Ελλάδα είτε ως αγγλόσφαιρα· κι ακόμα, μεταξύ ζωής και θανάτου, καθώς πολλά κείμενα αντλούν από μεταθανάτιες ή επιθανάτιες εμπειρίες.

Επιστρέφω στο ερώτημά μου: γιατί οι Ενδιάμεσοι είναι και «clever» και «profound», δηλαδή και έξυπνοι και ουσιαστικοί; Διότι το παιχνίδι τους με τη φόρμα δεν είναι εφέ, αλλά  σχετίζεται οργανικά με το περιεχόμενο: είναι κομμάτι του, όπως το καύκαλο της χελώνας είναι ένα με τη σάρκα της. Κατ’ αρχάς, ποτέ στο βιβλίο, σε κανένα πεζό και σε κανένα από τα ποιήματα που παρεμβάλλονται μεταξύ των μικροδιηγημάτων, δεν χάνεται από το βλέμμα ο αναφορικός ορίζοντας: πάρτε, π.χ., το ποίημα «Το μαξιλάριν», γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο όπως όλα τα εμβόλιμα ποιήματα της συλλογής· θα μπορούσε να είναι ένα θαυμάσιο διήγημα, και ίσως είναι, αλλά γραμμένο ως αφηγηματικό ποίημα. Ή πάρτε τη σελίδα του φωτοτυπικού στο πικρά κωμικό «MODEL D234578», όπως και τον τρόπο που εκφράζεται το μηχάνημα και την επανάληψη της ίδιας λέξης επί δύο σελίδες στο τέλος του διηγήματος: όλ’ αυτά δεν συνυφαίνονται στην αφήγηση ως αβανγκάρντ διάκοσμος, αλλά βρίσκονται εκεί για να την εμβαθύνουν.

Το δεύτερο στοιχείο που προσδίδει βάθος στη συλλογή είναι ότι οι αφηγήσεις της –είτε ως πεζά είτε ως ποιήματα, είτε στην κοινή νεοελληνική είτε στην κυπριακή διάλεκτο, είτε ως κείμενο είτε ως διάλογος κειμένου και εικόνας– μεταφέρουν συγκίνηση: πίσω από το εύρημα και χάρη στο εύρημα βλέπεις και νιώθεις τη λύπη του παιδιού που παρακολουθεί τους γονείς του να καβγαδίζουν (στο διήγημα «Μελάνι»), βλέπεις και νιώθεις την απόγνωση της συζύγου («Γερά θεμέλια» και «Μπουκιά μπουκιά»), βλέπεις και νιώθεις τη μοναξιά των άψυχων αντικειμένων, με τρόπο που παραπέμπει στον Πονζ ή στον Χιόνη («MODEL D234578» και «Ακρυλαμίδιο»). Κι ακόμα –κι αυτό είναι πολύ σημαντικό–, νιώθεις το βάρος της ιστορίας της Κύπρου, το οποίο, παρότι σπάνια αποτελεί ρητά το προκείμενο της αφήγησης, έχεις την αίσθηση ότι λειτουργεί υποδόρια, σαν παρονομαστής, σε αρκετά κείμενα – στο «Μαξιλάριν», στους «Καταπατημένους», στους «Κομμένους», στα «Δόντια στον παράδεισο» και στο «Όνειρο στην οδό Ανεξαρτησίας». Το βάρος αυτό η συγγραφέας το προσεγγίζει άλλοτε από τη μεριά του τραύματος κι άλλοτε, συνηθέστερα ίσως, παιγνιωδώς.

Το τρίτο στοιχείο που μας μεταφέρει στην περιοχή του «profound», της ουσίας, είναι ότι όλα τα «μεταξύ» της συλλογής, δηλαδή ο υβριδικός χαρακτήρας της, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να αποτυπώνουν και, τρόπον τινά, να οπτικοποιούν μια αίσθηση εκκρεμότητας που την τέμνει συνολικά. Νιώθεις ότι τους Ενδιάμεσους διέπει κάτι το μετέωρο, σαν μια φωνή από τα ύφαλά τους να ψιθυρίζει –να ψιθυρίζει, όχι να φωνάζει– ότι δεν έχει πού την κεφαλήν κλίνη: προς τα δω ή προς τα κει; Αν διαβάζω σωστά, η απάντηση που δίνουν τα ίδια τα κείμενα είναι ότι όλ’ αυτά τα «μεταξύ» δεν πρέπει να ιδωθούν διαζευκτικά αλλά συμπλεκτικά. Πατρίδα της φωνής πίσω από το βιβλίο είναι ο τρίτος, ο ενδιάμεσος χώρος ανάμεσά τους. Και το ίδιο το βιβλίο είναι η προσπάθεια της φωνής να αρθρώσει αυτή την εκκρεμότητα και να τη διαχειριστεί. Και, γιατί όχι, να την αξιοποιήσει υπέρ της ως τον δικό της, μοναδικά δικό της τόπο. «Πάμεν έσσω μας», δηλαδή «πάμε σπίτι μας», είναι η τελευταία φράση του βιβλίου, η κατακλείδα του· είναι, νομίζω, το αίτημα που συνέχει τους Ενδιάμεσους, και η Ιωάννου το διατυπώνει εξαιρετικά.

 

Μαρία Α. Ιωάννου, Οι ενδιάμεσοι, Νεφέλη 2022

Προηγούμενο άρθροΆπνοια (του Γιάννη Δρούγου)
Επόμενο άρθροΠολλά ταξίδια σε ένα ταξίδι (του Ιάσονα Νεύρη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ