Παλαιών ερώτων οι φωνές

0
487

 

 

(Γ.Θέμελης, Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ, Κατερίνα Σαρροπούλου, Δ.Αγγελής.

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΜΕΛΗΣ

(1900-1976)

 

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

 

Ι. Τοπίο

 

Πολιτεία καταχωμένη σε συσσωρεύσεις,

Πολιτεία διάφωτη σα μες σε νύχτα,

Μεταφυσική, ανυπόστατη, αμφιβολία.

 

Μες στην αφή, στα πράγματα, είν’ ένας ουρανός.

 

Μες στην υπόσχεση, στα όνειρα, είν’ ένας δεύτερος.

 

Ο άλλος μυστικός, απρόσιτος, σαν τους Αγίους.

 

Μπορούμε να το υποκαταστήσουμε

Με κείνο το βαθύ γαλάζιο στις παλιές εικόνες,

Ή μ’ ένα σύμβολο διαστατό – ένα πρόσωπο,

Μονάχο, αντανακλώμενο σ’ ερήμους από φως.

 

Οι άνθρωποι βλέπουν μέσα τους.

 

Οι γυναίκες περνούν κι αφήνουν,

Σα νάναι η εμπιστευτική τους διαμονή,

Κάτι σα φέγγος μελιχρό, που σε διαπερνά,

Σε συνοδεύει, στις περιπλανήσεις σου, χαμηλωμένος φωτισμός.

 

Εδώ μπορεί να υπάρχεις και να μην υπάρχεις.

Να σβήνεις και να χάνεσαι.

Να περπατείς και να βουλιάζεις.

 

Μπορείς να λάμπεις, να προσεύχεσαι, ή ν’ αντηχείς σαν τις καμπάνες.

(ΣΥΜΠΤΩΣΕΙΣ, 1953)

 

ΔΕΝ ΓΙΝΟΜΑΙ ΠΙΑ

 

Δεν γίνομαι πια – έγινα.

Δεν ωριμάζω – ωρίμασα.

 

Δεν είμαι πια ο αγίνωτος,

Ο ακόρεστος για φως, για θλίψη, για ουρανό,

Από φτερό και πόθο, απ’ ωραιότητα.

 

Έπαψα να πεθαίνω – έχω πεθάνει.

 

Έπαψα – δεν έχει πάψει η μουσική

Να με καλεί, δεν έχει πάψει ο έρωτας,

Ο μέγας άνεμος να με γυρεύει.

 

Του έλειψα,

Του άνοιξα πληγή.

 

Πίσω με κράζει η θάλασσα η πολύφωνη,

Πίσω, σα μια κραυγή, πίσω η νύχτα

 

Στο άδειο φως, σ’ έρημους τόπους.

 

Άγαλμα θα μπορούσα νάχα μείνει,

Άγαλμα ασάλευτο μες σ’ έναν κήπο

Πολυσύχναστο, γεμάτον περάσματα και κρύπτες.

 

Άγαλμα, κλίμακα, στημένη γέφυρα

Από την μια στην άλλη όχθη.

 

Να με διαβαίνουν οι ψυχές που φεύγουν, οι ψυχές που έρχονται.

 

Βαθύς καθρέφτης, να περνούν

Αγαπημένα πρόσωπα και να κοιτάζονται.

(ΕΞΟΔΟΣ, 1968)

 

ΟΡΥΧΕΙΟ

 

Τοπίο κλειστό κι γυμνωμένο

Απόμερο από κάθε πατημασιά αγριμιού

 

Τοπίο της ερημίας άδενδρο, άνυδρο

Ανάμεσα πέτρα γλιστερή και θάλασσα

 

Κοιμητήριο ήχων αλλοτινών που σώπασαν

Γεμάτο συντρίμμια νεφών και κόκαλα ανέμων

 

Τοπίο χερσότοπος,

Όπου

 

Σκάβοντας – ανοίγοντας ορύγματα

Ανασέρνεις απολιθώματα πανάρχαιων πτερωτών

 

Σκελετούς αλόγων, ενταφιασμένες πανοπλίες,

Εμβλήματα, ξίφη, αχρηστεμένα στέμματα

 

Ανάμεσα παλαιά στοιβαγμένα κοιτάσματα,

Μαύρα νερά, γρανίτη και κάρβουνο.

(ΤΕΣΣΕΡΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, 1973)

 

 

 

 

 

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ

(1939)

 

ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ ΤΑ ΧΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΛΑ

 

Στον κόσμο που γεννήθηκα τα χάνει

κανείς όλα

τις λέξεις τρώει ο καιρός

και μέσα από τις λέξεις

φαγώνονται τα μάτια

τα φιλιά

ακόμα κι η ανάγκη να υποφέρεις.

(ΤΑ ΣΚΟΡΠΙΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΗΣ ΠΗΝΕΛΟΠΗΣ, 1977)

 

ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΑΕΡΑΣ

 

Ο αέρας σηκώνει τα κρίματά μας ψηλά,

τα στροβιλίζει για λίγο μακριά

απ’ τις κουτές σκευωρίες μας

και τ’ αφήνει να πέσουν πάλι στη γη ·

εκεί ν’ ανθίσουν.

Νωπές ακόμη παίρνει τις λεξούλες

να, εκεί έλα,

τις ακουμπάει στις κορφές

των αισιόδοξων δέντρων

και τις καθίζει μετά στο χώμα

σαν αναμνηστικά ξεραμένα τίποτα.

Ο αέρας σηκώνει τα σχισμένα φύλλα

της μικρής νουβέλας

κι όπως ανεβαίνουν, γίνεται ευανάγνωστη

η σελίδα της ζωής μας, για να διαβαστεί κάποτε στη νηνεμία

σαν ένα νόημα που μας δόθηκε ακέραιο.

 

Η ΗΡΩΙΔΑ ΚΟΙΤΑΕΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΤΗΣ

 

Έχω ένα μεγάλο κι ένα μικρό…

 

Για τον εαυτό της

έχει μια ακαθόριστη εικόνα

αλλά καθαρά τον βλέπει εκείνον

φυλακισμένο στο σλιπάκι του.

Ξέρει τη δυστυχία του:

να υπάρχεις σαν να ’σουν κάποιος άλλος.

Εκεί τους πιάνει όλους,

στην άκρη της λύπης τους.

Είναι πότε όμορφοι κι αδύναμοι,

πότε χοντροπρόσωποι και δυνατοί.

Την αφήνουν και τους αγγίζει,

γιατί μόνο εκείνη ξέρει

πόσο τους ερεθίζει ο άλλος τους εαυτός.

 

Στο μαύρο τζάμι

– νύχτα, σιωπή… Ακούγονται μόνο

οι σκουπιδομηχανές που μασούν σκουπίδια–

αντικρίζει την εικόνα της

όπως κάθεται και σκέφτεται τους εραστές της.

νοερά χαϊδεύει την αυταπάτη τους

με το ατροφικό της χέρι.

 

Η ΓΙΑΝΝΟΥΣΑ ΚΙ Ο,ΤΙ ΔΕ ΦΑΙΝΕΤΑΙ

 

Θα μου φανερώνονταν αν δεν είχα υποφέρει;

 

Πέτρες και χόρτα,

πράγματα που με κόκκινο θάνατο

τα σκεπάζει η δύση

βγαίνουν απ’ τη σιωπή τους

κι όχι μιλούν –θα ’ταν αντίθετο

απ’ τα φύση τους– αλλά σημαίνουν

την αλήθεια της γυναίκας

γιατί της φανερώνουν τη δική τους.

Η θάλασσα έχει ένα άλλο πρόσωπο, το βράχο

ο κότσυφας, το κλαρί

η ώθηση του λουλουδιού, τη λάσπη.

Η δύναμη της σκοτεινής ζωής

ξεσπάει σε ύπερους, σε στήμονες

σ’ ανάσες πολυτάραχες σαν κείνες

που σε σκλαβώναν κάποτε.

Τώρα κάτω, κάτω βαθιά, μυρίζεις,

μυρίζεις πώς ευωδιάζει ό,τι δεν φαίνεται;

(ΕΠΙΛΟΓΟΣ ΑΕΡΑΣ, 1990)

 

ΟΣΟ ΚΑΙ ΝΑ ΛΕΜΕ…

 

Όσο και να λέμε

πως αυτό που ονομάζουμε ψυχή

είναι μόνο μια ελαφριά επάλειψη

στις ζωϊκές μεμβράνες,

ξέρουμε, είναι μια ωραία επινόηση

για να δοξάζεται η απομόνωσή μας

τη νύχτα… μια νύχτα,

όταν κραυγαλέα έχει νικήσει ο ουρανός

ενάντια στις φτωχιές μας σχέσεις

κι έχουν γίνει ψίχουλα όλες οι ελπίδες

πάνω στο χάρτινο τραπεζομάντιλο της ταβέρνας.

Κάτι το αστραφτερό κάθεται τότε

στην απέναντι καρέκλα – άδεια –

ενώ μαγικά κινείται ο μάγερας

γύρω απ’ τη χύτρα.

Ο ηλίθιος του χωριού χαμογελάει

θριαμβευτικά βγαίνοντας απ’ τα ουρητήρια

κι είναι ένα φεγγάρι… ένα φεγγάρι άσπιλο

που δε θυμίζει τίποτα,

ίσως γιατί καμιά ανάμνηση δεν αντέχει ως το τέλος

την ολοζώντανη σύγκρουση με τα παρόν ·

επιβάλλεται το «τώρα» πανίσχυρο, ανερμήνευτο

που και σαν ψυχική μέθη

νοείται μες στη νύχτα.

«Ω, άστε με να ονειρευτώ πως έζησα πολύ!»

φωνάζει το νυχτοπούλι

καθαρό στις προθέσεις του

ολόισια στο στόχο.

(ΑΔΕΙΑ ΦΥΣΗ, 1993)

 

Η ΠΕΔΙΑΔΑ

 

Σε τέλεια άπνοια έρωτα εγώ

σκεφτική η πεδιάδα απλωμένη στη βροχή.

Άχνιζαν τα γαλακτερά πρασινωπά νερά της

σα να μούγκριζαν οι λακκούβες της

πλημμυρισμένες ανεπίτρεπτα πάθη.

Ένας ορίζοντας όλα θαμπά καμπαναριά

ακουμπούσε στην κοιλιά της

μαζί κι ο κλειδωμένος ουρανός

τέλειος κάτοχος της δύσκολης

φιλοσοφίας της καταχνιάς:

η μετρημένη απεραντοσύνη της μουσκεμένης γης

περιέχει τη σιωπηλή συναίνεση των όντων

στο θάνατο.

 

ΦΑΝΗΚΕ ΚΑΙ ΑΠΟ ΑΛΛΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

 

Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη

–φάνηκε και από άλλα ποιήματα–

γι’ αυτό κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα

την ελπίδα, την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.

Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω

το ετήσιο θαύμα

με την αιώνια σιωπή ·

την αλήθεια του ανανεούμενου άνθους

με τον έναν και μόνο θάνατο.

Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούριο πράσινο

και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος

μπρος στις διαχύσεις της φύσης

κάνει ένα βήμα πίσω.

Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές

κι εγώ βρέθηκα πάλι

εκτός θέματος.

Το θέμα είναι ένα:

το προσωπικό σώμα

κι ο απρόσωπος χαμός του.

(ΩΡΑΙΑ ΕΡΗΜΟΣ Η ΣΑΡΚΑ, 1995)

 

«ΣΙΓΑ ΜΗΝΤΡΕΜΕΙΣ…»

 

«Σιγά μην τρέμεις…»

είμαστε των παλαιών ερώτων οι φωνές

όχι αυτών που σου άλλαζαν τη ζωή

και βρισκόσουν ξαφνικά σ’ άλλες κάμαρες

να προσκυνάς άλλα αγάλματα

αλλ’ εκείνων των ερώτων των μικρών

που για μια μόνο στιγμή

σ’ έκαναν να κοιτάς ψηλά

μ’ ουράνια οικειότητα

ενώ κάτι άταχτα μονοκοτυλήδονα

το γελάκι, η ματιά

σ’ έκαναν να ξεχνάς τ’ αειθαλή αγκάθια

του κάκτου χρόνου.

Έρωτα μικρέ της τελευταίας στιγμής

ακούμπα σ’ έναν ώμο φανατικά θνητό

ακούμπα στο κενοτάφιο των ονείρων.

(Η ΥΛΗ ΜΟΝΗ, 2001)

 

ΟΡΙΣΜΟΣ Ο ΟΥΡΑΝΟΣ

 

Φυτό ή μαχαίρι

κείμαι ή ενεργώ

παλιό ή πρωτόγνωρο το φως

στη σκάλα που ομολογώ

δεν ξέρω αν ανεβαίνω ή κατεβαίνω.

Πάω προς την απάντηση

ή την τέλεια συσκότιση;

Γιατί εκείνο το λέμε ηδονή

και τ’ άλλο πόνο

αφού όταν το σώμα έχει παραδοθεί

και κρέμεται, σφαδάζει

δεν ξέρει αν χαίρεται ή αν αιμορραγεί

αφού είναι άπειρο μπροστά στο άδηλο μέλλον

που το σφάζει;

 

Ο ουρανός, το φως να κατεβαίνει

κείνη τη στιγμή τη διαφορά σημαίνει.

Γιατί σ’ ό,τι κοιτάς, ακόμη και σκοτάδι

φως κατοικεί κρυφά

φως ακόμη και στον Άδη.

Ατέλειωτο μαύρο μήκος είναι ο πόνος ·

το ξέρεις γιατί εκεί δεν ονειρεύεσαι πια

το φως.

 

 

 

ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΑ ΜΥΣΤΙΚΑ

 

Ο λόγος όσο πιο έντεχνος

τόσο φυλάει το μυστικό της επιβίωσης.

Μες στις γραμμές του κρύβει

το ποιος σου μάτωσε την ψυχή

σου λέρωσε τ’ αστέρια ·

θα ψευδομαρτυρήσει ο λόγος

για να κερδίσεις εσύ

τον αντικατοπτρισμό του έρωτα.

Συνθέτει την υπεράσπιση κι αθώωσή σου

που θυσίασες το μυστικό της αιωνιότητας

για ένα στιγμιαίο σμίξιμο με τον ουρανό

και με μια ευφάνταστη του στίχου στροφή

σε κάνει να ξεχνάς τη δίαιτά σου την καθημερινή:

εφήμερο ωμό.

Αναφωνείς με ωραία διαλεγμένες αντιθέσεις:

«Μου φτάνει η ποίηση της στιγμής»

πίσω αφήνεις την απώλεια,

αναζητάς καινούργιες τεχνικές

για να υμνήσεις μάτια, κι άλλα μάτια

γιατί όσο μένουν τα δικά σου ανοιχτά, λες

έχω δουλειά ακόμη.

 

ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

 

Πόσα εικοσιτετράωρα απουσίας

χρειάζεται ο αέρας

για ν’ αδειάσει από τις εκπνοές

του δέρματός σου

και να επικρατήσει πάλι

η γαζία, το πεύκο

όλες οι ωραίες αναθυμιάσεις

της απρόσωπης φύσης;

Πόσος είν’ ο χρόνος

που το τοπίο συνηθίζει να κρατά

εκείνο το συντριπτικό συνδυασμό

αύρας και μιας συγκεκριμένης περπατησιάς;

Πόσο το σύμπαν θα θυμίζει ακόμη

τη συνάντηση μιας ασήμαντης ματιάς

πότε το φως θα ξανακερδίσει

την απόλυτη υπεροχή του

πάνω στο στιγμιαίο θρίαμβο

μιας ανθρώπινης σκιάς;

(ΜΕΤΑΦΡΑΖΟΝΤΑΣ ΣΕ ΕΡΩΤΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ, 2003)

 

 

 

 

 

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΣΑΡΡΟΠΟΥΛΟΥ

(1959)

 

ΑΚΡΗ

 

Φωνές του αέρα μέσα στην ερημιά

δίφωνες και τρίφωνες μελωδίες

σβήνουνε τα κύματα με την ορμή τους.

 

Τα βράχια μουγκά

στην πλάνη του ανθρώπινου νου

Φωνές πάνω απ’ τα σύννεφα.

 

Σκέτος ο αέρας βουερός

ο Αίολος ο συνεργάτης

γίνεται κάποτε μελωδία

σειρήνων κλειστή

και πάλι μιας βουή πνιχτή

 

Τέχνασμα για τους ναυτικούς

Ελπίδα για τους μόνους.

 

ΣΑΥΡΑ

 

Σαύρα στην πέτρα

η βουή του Αιόλου ανέμου

Ακινησία η φωνή της

 

Με νεύμα προς το πέλαγος

τινάζει σε δακτυλικό μέτρο κουτσό

το κεφάλι

Έχει τ’ αγκαθιού το χρώμα

το σκούρο των βράχων

γυρίζει στην ασάλευτη

στην ανόργανη ύλη.

 

Το φως λιώνει το χώμα

με τα πελασγικά λιθαράκια

Η σκιά της διπλασιάζεται

αγναντεύει τις βουνοκορφές

με την ασφαλή τους ανάδυση

από την θάλασσα

 

Είναι βουβή

 

Από πάνω της

πετάρισε σβέλτα

το οξύ τιτίβισμα

ενός σπουργίτη.

(ΑΚΑΝΘΟΣ ΦΩΝΩΝ, 2015)

 

 

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΓΓΕΛΗΣ

(1973)

 

ΜΙΚΡΑ ΤΟΠΙΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ

Ι

 

Σπλάχνα σπιτιού, της λησμονιάς, ήρεμα μάτια

Κάποιος ξαπλώνει στο λίκνο της σιωπής

Κάποιος βουτάει στο λάδι της αγάπης

 

Κάποιος έρχεται το βράδυ μα δεν του ανοίγουμε

Κλαίει όλη νύχτα γοερά διαβάζοντας

την αδυναμία του στη μετόπη

 

Όποιος δεν αγαπά, δεν κοιτάζει.

(ΦΙΛΟΜΗΛΑ, 1998)

 

ΕΝΑΣ ΑΠΟΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΜΙΘΡΙΔΑΤΗ

Qu’on me loue enfin ce tombeau

Arthur Rimbaud, Enfance

 

Πάλι το κρύο δειλινό ξυρίζει την καρδιά και δηλητήριο

γεμάτο το ποτήρι μου ως συνήθως. Πού να το ξέρουν πως εμένα

άλλα με πειράζουν: οι ίντριγκες, οι σιχαμένες προδοσίες των φίλων

και το άδικο

ο σαρκασμός τους και η επίγνωση πως κάθε βράδυ

δειπνώ με τους εχθρούς και τους αγνώμονες, εγώ

ο λυπημένος πάντα στο τραπέζι αμφιτρύων

που, καθώς λεν, αντέχω πιο πολύ απ’ ό,τι μου ’χει

ως σήμερα δοθεί. Λοιπόν ας πιω ξανά, ποιος ξέρει

μετά δυο χρόνια πού θα είμαστε, σε ποιο ακρογιάλι

θ’ αποχαιρετάμε τι, ποιοι θα ’χουν μείνει ζωντανοί απ’

αυτόν τον κύκλο

που μας θάβει.

 

Ας πιω λοιπόν. Παλιοσυνήθεια, όμως πώς

αλλιώς ν’ αντέξεις ή να ελπίσεις

πως ο Θεός δεν θα ’ναι απόψε όμοια σκληρός κι οι φίλοι

πιο προσεχτικοί στη δόση απ’ το φαρμάκι.

 

ΤΟ ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ ΣΩΜΑ

 

Εδώ είναι βράχια πένθιμα κι απάνω τους ανθίζει

Το μονοδέντρι μοναξιά. Κι ο άνεμος σφυρίζει.

Για σε, σκληρή και υπερφίαλη καρδιά, τα δάκρυά μου.

 

Στεγνά στο γούβιασμα του βράχου, ίδιο αλάτι.

Στην κόγχη των ματιών, στο στέρνο· και στην πιο

κρυφή μασχάλη.

Ελάτε τώρα ύαινες, γευτείτε υπομονή. Έχει αντοχή

στο χρόνο η δυναστεία μου.

Για σένα, σκυθικό κορμί, η εξορία μου.

(ΜΥΘΙΚΑ ΝΕΡΑ, 2003)

 

ΣΚΙΡΩΝ, ΙΟΥΛΙΟΣ ΤΟΥ ’74

 

Πού θα πάμε τώρα ψυχή, μ’ όλη αυτή την εξορία

που κρύβουμε μέσα μας, τι γυρεύουμε

πάνω σ’ ετούτο το σημαιοστόλιστο καράβι τσαλακωμένοι

– άστοργη πόλη

τι χρειαζόσουνα τον θάνατό μου;

 

Καμιά επιστροφή, καμιά δικαίωση. Θα περιφέρουμε κάτω

απ’ το άδειο χιτώνιο

πληγές, ενδίδοντας από παλιά

κι αξόδευτη μοχθηρία στις αρνήσεις, ενώ οι άλλοι γύρω

θα μας φωνάζουν με περιφρόνηση

«μισθοφόρους». Και θα σφυρίζει πάντοτε ο αέρας

όπως την ημέρα που χωριστήκαμε, ψυχή

τυφλό μακάβριο πλάσμα του μυαλού μου, θα φυσάει

με ρυθμικές ριπές στον παραλίμνιο δρόμο στροβιλίζοντας

φίλους κι εχθρούς μαζί, συνοριακούς σταθμούς, θυσίες αλόγων

τύψεις

που καταλήξανε με τον καιρό θροίσματα λέξεων

και δεν ραβδίζουν.

 

Μήπως αυτό σημαίνει γηρατειά; Απ’ όλους μόνο εσύ

να έχεις διασωθεί και στο σκοτάδι να μην ξέρεις πού

να λημεριάσεις;

 

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΒΡΟΧΗ

 

Έβρεχε περασμένες γιορτές, νομίζω, και κάτι πάλλευκες

κροκάλες λύπης. «Να τις τυλίξουμε γρήγορα μ’ εφημερίδες»,

μου έγνεψες

εξασκημένη στις κάθε λογής τρυφερές ματαιότητες. Κι ήμουν

 

με το λιανοτούφεκο ριγμένος στο πηγάδι της Ερημιάς κι απ’ έξω

Ομόνοια. Κοιλιά του Κήτους. «Πού να πάρει η θάλασσα

το πουκάμισο», φώναξα

 

κουρελής Ιωνάς ερεβώδους αγάπης.

 

Αλλά ποιος άκουγε; Εσύ,

 

σαβάνωσε τώρα τις πέτρες, άμα θες, τρέξε να σώσεις

τις υπεκφυγές σου. Όμως εμένα

 

αυτή η παράξενη βροχή μου λύγισε τους ώμους.

 

 

ΔΕΙΛΙΝΟ ΜΗΤΕΡΑΣ

 

Παρασκευή χαιρετισμών στον κήπο με τις λεμονιές σαν

Δάκρυ

σε ξένο μάγουλο και σε θυμήθηκα: μητέρα,

ήσουν πάντα μεγαλύτερη απ’ τον πόνο μου.

 

Στα μαύρα τώρα ο σκύμνος σου. Θηλάζει ακόμα πιο επίβουλη

ερημιά. Με το φαρμακωμένο γάλα της ασβεστώνει

τα μονοπάτια του γυρισμού σου. Αν έρθεις βράδυ,

θα φέγγουν οι πέτρες στο διάβα σου την αγωνία που

κρύβεις. Σε φαντάζομαι

την ώρα που το δάσος εξαπολύει τους λύκους του

να χτυπάς ξένες πόρτες αλαφιασμένη και να μην σου ανοίγει

κανείς. Γιατί ο κόσμος σου πλέον είναι άλλος,

εγώ δεν έχω χέρια να σ’ αγαπήσω και βρέχει μονότονα

στις λεηλατημένες σου χώρες, ψυχή

όπως σ’ ένα κακό φθινοπωρινό ποίημα. Και βγαίνω

στους δρόμους με τα εξαπτέρυγα και βουλιάζω

 

στις πάντα πρόσφορες λάσπες

της μνήμης σου.

 

ΕΠΕΤΕΙΟΣ

 

Την ημέρα εκείνη άργησαν όλοι: τ’ ασθενοφόρα, οι γιατροί, οι

απαραίτητες φιάλες της αιμοδοσίας.

Περίσσεψαν η χολή και το όξος. Και οι μύγες πολλές. Κερνούσε

απλόχερα ο θάνατος ελπίδες και φωτοστέφανα.

 

Δυο συνοικίες βυθίστηκαν φαρμακωμένες στο πένθος σου. Με άλλα

δέντρα μας μιλούσε τώρα ο χωρισμός. Ταρίχευε

στο κοιμητήριο τις χειραψίες του αποχαιρετισμού, εκείνη η μυρωδιά

του αποστειρωμένου θαλάμου στον αέρα γνωρίζοντας

πως θα ’ρθει λήθη. Θα προσπεράσει αδίστακτα η ζωή τις επικές μας

στιγμές, τ’ απογεύματα στη λίμνη της Βουλιαγμένης (άνω τελεία) τον

περασμένο Αύγουστο. Μόνο το χώμα,

ενάντια στις ευχές μας, βαρύ.

 

Παγωμένος ο χρόνος. Κι αυτό θα περάσει. Όπως όλα.

 

Αλληλούια.

(ΕΠΕΤΕΙΟΣ, 2008)

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here