Παγκόσμιο αστυνομικό – 30 προτάσεις από τη Γαλλία, α΄ μέρος (του Μάρκου Κρητικού)

1
1618

του Μάρκου Κρητικού

  

Τη δεκαετία του ’70 ένα καινούριο υποείδος του αστυνομικού κάνει την εμφάνισή του στη Γαλλία. Είναι το neo-polar (νεο-αστυνομικό) που εισήγαγε τον έντονο  πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό, στον απόηχο  των γεγονότων του Μάη του ’68. Ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, ο σπουδαιότερος εκ των ιδρυτών του, θα δηλώσει: «Είμαστε κάποιοι, πιθανόν πολλοί, που παραμένουμε σταθεροί στο περίφημο σλόγκαν: Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι ο καθρέφτης της εποχής του» και θα το χαρακτηρίσει ως «το μυθιστόρημα της βίαιης κοινωνικής παρέμβασης».

«Ο Μανσέτ, αδιαμφισβήτητα, πολιτικοποιεί ακραία, δηλαδή, εξτρεμιστικά το “αστυνομικό” και αυτή είναι, ίσως, η θεμελιώδης ριζική ανατροπή που επιφέρει στις συμβάσεις του είδους. Παράλληλα διεξάγει και μια ολομέτωπη, ιδεολογική επίθεση από τα άκρα αριστερά» θα γράψει για τον «αθεράπευτα αριστερό διανοούμενο» ο Κώστας Καλφόπουλος, δίνοντας παράλληλα έναν επιγραμματικό ορισμό του νέου αυτού είδους.

 

Μετάφραση: Ωρίων Αρκομάνης – Τιτίκα Δημητρούλια

Gutenberg – Γιώργος & Κώστας Δαρδανός (2018)

σελ. 554

Ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Εμίλ Γκαμποριό θεωρείται ο πατέρας του γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος – αναφέρεται δε χαρακτηριστικά ως ο Γάλλος Έντγκαρ Άλαν Πόε. Ήταν ιδιαίτερα παραγωγικός, με είκοσι ένα μυθιστορήματα στο παλμαρέ του σε διάστημα δεκατριών ετών. Η Υπόθεση Λερούζ παρουσιάζει ιδιαίτερη ιστορική σημασία γιατί αναγνωρίζεται από τους θεωρητικούς του είδους ως το πρώτο ευρωπαϊκό αστυνομικό  μυθιστόρημα. Δημοσιεύτηκε  για πρώτη φορά το 1863 στην εφημερίδα Le Pays και έγινε πολύ δημοφιλές όταν αναδημοσιεύτηκε τρία χρόνια αργότερα στην εφημερίδα Le Soleil. Μεταφράστηκε εκείνη την εποχή σε πολλές γλώσσες, γνώρισε μεγάλη επιτυχία στην Ιαπωνία και διασκευάστηκε για το θέατρο. Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο πρώτος Γάλλος ερασιτέχνης ντετέκτιβ, ο συνταξιούχος αστυνομικός μπαρμπα-Ταμπαρέ –γνωστός ως «Ξεδιαλύνης»–,  ο οποίος λύνει αστυνομικούς γρίφους βασιζόμενος στη διεξοδική έρευνα των πειστηρίων του εγκλήματος. Όταν η Κλοντίν Λερούζ βρίσκεται άγρια δολοφονημένη στο απομονωμένο σπίτι της, την τελευταία μέρα του Καρναβαλιού, οι πρώτες ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι έπεσε θύμα ληστείας. Όμως μπαρμπα-Ταμπαρέ που καλείται να «ξεδιαλύνει» την υπόθεση  θα ανακαλύψει νέα στοιχεία που θα οδηγήσουν στο σκοτεινό παρελθόν των πρωταγωνιστών και σε κίνητρα που οφείλονται στην κρυφή ζωή της χήρας Λερούζ. Ο Γκαμποριό με σαφείς επιρροές στο αφηγηματικό ύφος του από σπουδαίους εκπροσώπους της κλασικής γαλλικής λογοτεχνίας ξετυλίγει επιδέξια το νήμα της αστυνομικής ιστορίας, ενώ μέσα από  τις ψυχογένειες των πρωταγωνιστών  ανατέμνει ρεαλιστικά την κοινωνία της εποχής. Στο μυθιστόρημα εμφανίζεται σε μικρό ρόλο «ένας παλιός τύπος του υπόκοσμου που είχε συμφιλιωθεί με τον Νόμο, ένας παλικαράς επιδέξιος στα νέα του καθήκοντα, με μυαλό ξυράφι». Πρόκειται για τον μετέπειτα πρωταγωνιστή τριών μυθιστορημάτων, τον επιθεωρητή Λεκόκ. Από τον εμβληματικό μυθιστορηματικό ήρωα του Εμίλ Γκαμποριό, ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ εμπνεύστηκε τον Σέρλοκ Χολμς, ο Μορίς Λεμπλάν τον Αρσέν Λουπέν και ο Ζορζ Σιμενόν τον επιθεωρητή Μαιγκρέ.

 

  • Gaston Leroux – Το φάντασμα της όπερας (1909)

Μετάφραση: Αργυρώ Μαντόγλου

Διόπτρα (2017)

σελ. 360

Γοτθικό μυθιστόρημα τρόμου ή ερωτικό θρίλερ; Αστυνομική περιπέτεια ή  ρομαντική ιστορία αγάπης; Το φάντασμα της όπερας, όπως συμβαίνει συνήθως με τα  σπουδαία έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, υπερβαίνει τα όρια των λογοτεχνικών ειδών. Έχει διαβαστεί από πολλά εκατομμύρια αναγνωστών σε όλο τον κόσμο και έχει διασκευαστεί αμέτρητες φορές για  κινηματογραφικές ταινίες, θεατρικές παραστάσεις, μιούζικαλ, τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, παιδικά βιβλία και κόμικς, αποτελώντας  πηγή έμπνευσης μέχρι και σήμερα για μια ευρύτατη γκάμα δημιουργών και καλλιτεχνών. Διασημότερη όλων είναιη διασκευή το 1986, στο ομώνυμο μιούζικαλ από τον βαρόνο Άντριου Λόιντ Γουέμπερ, συνθέτη  και ιμπρεσάριο του μουσικού θεάτρου. Ανέβηκε στο Ουέστ Εντ  του Λονδίνου το 1986 και στο Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης το 1988  και θεωρείται ένα από τα μακροβιότερα και πιο επιτυχημένα ψυχαγωγικά θεάματα όλων των εποχών. Με το Φάντασμα της Όπερας ο συγγραφέας και δημοσιογράφος αστυνομικών ιστοριών Γκαστόν Λερού έγινε μια  από τις πιο δημοφιλείς προσωπικότητες της γαλλικής λογοτεχνίας. Εμπνεύστηκε το μυθιστόρημα από το αληθινό γεγονός της πτώσης ενός πολυέλαιου στην όπερα του Παρισιού και από μια φήμη που διαδόθηκε για την ύπαρξη ενός φαντάσματος στα παρασκήνια. Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο Παρίσι στα τέλη του 19ου αιώνα με επίκεντρο τη διάσημη Όπερα της πόλης. Πίσω απ’ τα λαμπερά φώτα της σκηνής υπάρχει ένας δαιδαλώδης υπόγειος κόσμος, όπου ζει ο Έρικ, το φάντασμα της όπερας, ένας παραμορφωμένος, παρανοϊκός αλλά και ιδιοφυής μουσικός. Ο παράφορος αλλά χωρίς ανταπόκριση έρωτάς του για μια νεαρή πριμαντόνα θα τον οδηγήσει στην απαγωγή της. Ο συγγραφέας συνυφαίνει επιδέξια το μεταφυσικό μυστήριο, τη γοτθική υποβλητική ατμόσφαιρα, τον αστυνομικό μύθο  και τη γλαφυρή  αναπαράσταση της καλλιτεχνικής ζωής της εποχής σε ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα που έμεινε στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

 

Άλλη μια πρόταση από το έργο του Γκαστόν Λερού:

  • Το μυστήριο του κίτρινου δωματίου, μτφρ. Βαγγέλης Γιαννίσης, Διόπτρα.

O ιδιοφυής δημοσιογράφος-ντετέκτιβ Ζοζέφ Ρουλεταμπίγ, στην πρώτη από τις επτά περιπέτειες που πρωταγωνιστεί, θα βρεθεί μπροστά σ’ ένα έγκλημα, φαινομενικά αδύνατο να εξιχνιαστεί. Ένας επιστήμονας θ’ ακούσει φωνές και πυροβολισμούς από το δωμάτιο της κόρης του. Θα αναγκαστεί να σπάσει την πόρτα και θα βρει την κόρη του βαριά τραυματισμένη αλλά ο δολοφόνος είναι άφαντος, ενώ δεν υπάρχει καμία άλλη οδός διαφυγής απ’ το δωμάτιο. Ένα απ’ τα καλύτερα δείγματα  αστυνομικών ιστοριών κλειδωμένου δωματίου, με σαφείς επιρροές από το διήγημα Οι φόνοι της οδού Μοργκ, του πρωτοπόρου Έντγκαρ Άλαν Πόε.

 

Μετάφραση: Γεωργία Μουρδουκούτα

Ερατώ (2014)

σελ. 610

Ο δικηγόρος, δημοσιογράφος και συγγραφέας Πιερ Συβέστρ και ο συγγραφέας Μαρσέλ Αλλέν είναι οι δημιουργοί του διαβόητου Φαντομά. Πρόκειται για έναν από τους πιο δημοφιλείς μυθιστορηματικούς αντιήρωες της γαλλικής αστυνομικής λογοτεχνίας. Πρωταγωνίστησε σε τριάντα δύο περιπέτειες που έγραψαν από κοινού οι δύο συγγραφείς και, στη συνέχεια, σε ακόμη έντεκα που έγραψε ο Αλλέν μετά τον θάνατο του Συβέστρ. Ο Φαντομάς στην ιστορία της αστυνομικής λογοτεχνίας αντιπροσωπεύει τη μετάβαση από του κακοποιούς των γοτθικών μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα στους σύγχρονους κατά συρροή δολοφόνους. «Είναι ένα αξεπέραστο σύμβολο του εγκλήματος, μια πραγματική μεγαλοφυΐα, καταφέρνει να σχεδιάζει και να εκτελέσει οποιοδήποτε έγκλημα ασύλληπτης σκληρότητας και κυνισμού, χωρίς στο τέλος ο νόμος να μπορεί να τον τιμωρήσει». Στην παρθενική του εμφάνιση, στο ομώνυμο μυθιστόρημα Fantomas, η μαρκησία ντε Λανγκρύν βρίσκεται άγρια δολοφονημένη στον πύργο της, η Ρωσίδα πριγκίπισσα Σόνια πέφτει θύμα θρασύτατης ληστείας σε πολυτελές ξενοδοχείο και το πτώμα του εξαφανισμένου λόρδου Μπέλτχαμ ανακαλύπτεται μέσα σε ένα μπαούλο. Τα απανωτά εγκλήματα συνταράσσουν την παριζιάνικη κοινωνία και φουντώνει η φήμη ότι πίσω τους κρύβεται ο διαβολικός Φαντομάς. «Δεν είναι πουθενά και είναι παντού, η σκιά του πλανιέται πάνω από τα πιο παράξενα μυστήρια, τα ίχνη του βρίσκονται γύρω από τα πιο ανεξήγητα εγκλήματα». Ο επιθεωρητής Ζιβ, ορκισμένος να συλλάβει τον Φαντομά και να τον οδηγήσει στην αγχόνη, θα εξαπολύσει ανελέητο ανθρωποκυνηγητό σε σκοτεινούς δρόμους και λαμπερά σαλόνια του Παρισιού. Αυτή είναι η αρχή  μιας σειράς εξαιρετικά δημοφιλών γαλλικών θρίλερ με πρωταγωνιστή τον Φαντομά, η οποία δημιούργησε αίσθηση στην Ευρώπη πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, με μεγάλη απήχηση σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ο Ζαν Κοκτό, η Κολέτ και ο Πάμπλο Πικάσο ήταν μερικοί από τους πολλούς διάσημους, μανιώδεις αναγνώστες του Φαντομά, που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για τις  επόμενες γενιές καλλιτεχνών, συγγραφέων και μουσικών. Πολλές από τις περιπέτειές του διασκευάστηκαν σε κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και κόμικς.

 

  • Μωρίς Λεμπλάν – Οι εκμυστηρεύσεις του Αρσέν Λουπέν (1913)

Μετάφραση: Μαρία Τωμαδάκη

Ερατώ (2016)

σελ. 402

O βραβευμένος με το Παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής για την προσφορά του στη γαλλική λογοτεχνία Μωρίς Λεμπλάν ήταν συγγραφέας αστυνομικών μυθιστορημάτων και διηγημάτων. Έμεινε στην ιστορία ως ο δημιουργός του θρυλικού Αρσέν Λουπέν, του  μυστηριώδη  αριστοκράτη-απατεώνα και μετέπειτα ντετέκτιβ, δεξιοτέχνη των μεταμφιέσεων, σκληρό τιμωρό της αδικίας και προστάτη της ηθικής τάξης.  Η πρώτη περιπέτεια του Αρσέν Λουπέν κυκλοφόρησε σε συνέχειες στο περιοδικό  Je Sais Tout, το 1905. Έκτοτε και μέχρι το 1941 πρωταγωνίστησε σε δεκαεπτά μυθιστορήματα και τριάντα εννέα διηγήματα του Μωρίς Λεμπλάν, τα οποία  εκδόθηκαν  σε είκοσι τέσσερα συνολικά βιβλία και γνώρισαν τεράστια επιτυχία. Οι Εκμυστηρεύσεις του Αρσέν Λουπέν είναι μια εξαιρετική συλλογή,  αποτελούμενη από εννέα νουβέλες που κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στο περιοδικό Je Sais Tout, από τον Απρίλιο του 1911 έως τον Φεβρουάριο του 1913, και είναι αντιπροσωπευτικές του πρώιμου έργου του συγγραφέα. Αποτελούν  ιδανική περίπτωση για τον αναγνώστη που επιθυμεί ν’ αποκτήσει μια πρώτη ολοκληρωμένη εικόνα της δράσης ενός σαγηνευτικού και ιδιόμορφου λογοτεχνικού ήρωα μέσα από εννιά εκτενή διηγήματα μυστηρίου και αγωνίας που το καθένα απ’ αυτά, με την υψηλή αφηγηματική ένταση και την επινοητικότητα του συγγραφέα, συνοψίζει την πλοκή και την αναγνωστική απόλαυση ενός μυθιστορήματος.

 

Μετάφραση: Γιάννης Καυκιάς

Τόπος (2007)

σελ. 180

Ο πολυσχιδής Μπορίς Βιαν, συγγραφέας, βιρτουόζος της τρομπέτας, τραγουδοποιός, μουσικοκριτικός και καλλιτεχνικός διευθυντής τζαζ παραγωγών, γράφει, με το αμερικάνικο ψευδώνυμο Βέρνον Σάλιβαν, το Θα φτύσω στους τάφους σας, ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι ο μεταφραστής του βιβλίου. Ο πρωταγωνιστής και αφηγητής της ιστορίας Λη Άντερσον, νέγρικης καταγωγής αλλά με «παρουσιαστικό λευκού», μετακομίζει στο Μπάκτον μετά το λιντσάρισμα του μαύρου αδερφού του Τομ, που ενοχοποιήθηκε με την ψευδή κατηγορία του βιασμού. Βρίσκει δουλειά σε ένα βιβλιοπωλείο και, αφού εισχωρήσει στις παρέες της πόλης, βιάζει και σκοτώνει νεαρές λευκές Αμερικανίδες, για να εκδικηθεί τον άδικο θάνατο του Τομ. Ένα προκλητικά σκληρό νουάρ για την εποχή του, που καταδικάζει με εύγλωττο τρόπο τη φυλετική βία και στιγματίζει την έξαρση του φαινομένου της αυτοδικίας στα ρατσιστικά εγκλήματα, την εποχή του Μεσοπολέμου στην Αμερική. Το βιβλίο συνταράζει τη γαλλική κοινωνία με την τραχύτητα του ύφους του και τις σοκαριστικές σκηνές βίας και σεξ που περιέχει και, ύστερα από μια πολύκροτη δίκη, αποσύρεται από την κυκλοφορία –με την κατηγορία της προσβολής της δημόσιας ηθικής– για δύο περίπου χρόνια, αφού έχει προλάβει να πουλήσει περισσότερα από εκατό χιλιάδες αντίτυπα. Στις 23 Ιουνίου 1959, στην πρεμιέρα της κινηματογραφικής μεταφοράς του βιβλίου από τον σκηνοθέτη Μισέλ Γκαστ, ο Μπορίς Βιαν, απογοητευμένος από την ταινία, παθαίνει έμφραγμα και πεθαίνει σε ηλικία μόλις τριάντα εννέα ετών. Σήμερα αναγνωρίζεται ως ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της μεταπολεμικής Γαλλίας, ενώ το Θα φτύσω στους τάφους σας θεωρείται σταθμός στην ιστορία της παγκόσμιας νουάρ λογοτεχνίας και ένα από τα γνωστότερα long sellers του 20ού αιώνα.

 

  • Georges Simenon Το χιόνι ήταν βρόμικο (1948)

Μετάφραση: Αργυρώ Μακάρωφ

Άγρα (2011)

σελ. 339

Ο Βέλγος Ζορζ Σιμενόν, το «μεγάλο αφεντικό» του αστυνομικού αφηγήματος, υπήρξε ένας από τους πιο παραγωγικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα. «Μεταξύ του 1923 και του 1933 δημοσιεύτηκαν σχεδόν διακόσια μυθιστορήματά του, περισσότερες από χίλιες ιστορίες και απειράριθμα άρθρα» (!). Τα βιβλία του μεταφράστηκαν σε πενήντα περίπου γλώσσες, πούλησαν περισσότερα από 550 εκατομμύρια αντίτυπα παγκοσμίως και απετέλεσαν τη βάση σεναρίων για τουλάχιστον 170 κινηματογραφικές ταινίες και τηλεοπτικές σειρές. Έγινε διάσημος σ’ όλο τον κόσμο κυρίως για τις περιπέτειες της σειράς με πρωταγωνιστή τον θρυλικό επιθεωρητή Μαιγκρέ και τιμήθηκε  με το βραβείο του Grand Master από την Εταιρεία Αμερικανών Συγγραφέων Μυστηρίου. Θεωρείται μετρ του αστυνομικού αφηγήματος για την ψυχογραφική δύναμη του ύφους του και την έξοχη νουάρ ατμόσφαιρα των βιβλίων του, ενώ η γραφή του, αν και λιτή, αποκαθαρμένη από κάθε λογοτεχνικότητα, συγκρίνεται σε κάποια έργα του με αυτή σπουδαίων κλασικών λογοτεχνών. Το χιόνι ήταν βρόμικο –ένα από τα λεγόμενα «σκληρά μυθιστορήματα» (romans durs) του συγγραφέα– είναι η «ιστορία ενός πολύ κακού ανθρώπου» στην περίοδο της γερμανικής κατοχής, του δεκαεννιάχρονου Φρανκ Φριντμάιερ, που ορμώμενος από τυφλό μίσος και πλεονεξία οδηγείται στο έγκλημα, ακολουθώντας μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς ένα τραγικό τέλος. Ίσως το πιο σκοτεινό μυθιστόρημα του Σιμενόν, το οποίο οι κριτικοί συγκρίνουν με το αριστούργημα Ο ξένος του Αλμπέρ Καμύ για το φιλοσοφικό βάθος στην απόδοση της ψυχοσύστασης του δολοφόνου αλλά και για τη συγκλονιστική περιγραφή της απαξίωσης της ανθρώπινης ζωής στην κατεχόμενη Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Χιόνι ήταν βρόμικο μεταφέρθηκε το 1954 στην μεγάλη οθόνη, από τον Αργεντινό σκηνοθέτη Λουίς Σασλάφσκι.

 

Άλλες δυο προτάσεις από το έργο του Georges Simenon:

  • Ο ανθρωπάκος απ’ το Αρχάγγελσκ, μτφρ. Αργυρώ Μακάρωφ, Άγρα.

Ο βιβλιοπώλης και συλλέκτης γραμματοσήμων Ζονάς Μιλκ, Ρωσοεβραίος μετανάστης απ’ το μακρινό Αρχάγγελκ, είναι παντρεμένος με την κατά πολύ μικρότερή του Τζίνα, που «δεν εθεωρείτο πρότυπο ηθικής». Όταν η Τζίνα θα εξαφανιστεί μαζί με κάποια γραμματόσημά του μεγάλης αξίας, ο προσηνής Ζονάς θα αναγκαστεί να πει ένα ψέμα στους γείτονες  για να την καλύψει και να περισώσει την αξιοπρέπειά του. Ο συγγραφέας βάζει στο αφηγηματικό του στόχαστρο την μικρόκοσμο της γαλλικής επαρχίας, για να αποτυπώσει περίτεχνα με τον δικό του ακριβή και απέριττο τρόπο μια κοινωνία συντηρητική και μισαλλόδοξη που φοβάται κι απορρίπτει οτιδήποτε ξένο.

 

  • Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν, μτφρ. Αργυρώ Μακάρωφ, Άγρα.

Όταν ο ευυπόληπτος Κέες Πόπιγκα μαθαίνει ότι οι παράνομες πράξεις του αφεντικού του έχουν οδηγήσει την εταιρεία σε χρεοκοπία, ενώ εκείνος, προκειμένου να γλιτώσει, έχει σκηνοθετήσει την αυτοκτονία του, ο ψυχικός του κόσμος καταρρέει. Το ίδιο βράδυ παίρνει το τραίνο για το Παρίσι, όπου χωρίς εμφανή κίνητρα διαπράττει έναν φόνο, κόβοντας τον ομφάλιο λώρο με το παρελθόν του.  Απαλλαγμένος από τον καθωσπρεπισμό του πρότερου βίου του και σε πλήρη ηθική σύγχυση, αναμετράται  με τα ένστικτά του και οδηγείται σταδιακά στην παράνοια. Ένα έξοχο νουάρ όπου ο συγγραφέας  πραγματεύεται τη φυγή του πρωταγωνιστή από ηθικές και κοινωνικές συμβάσεις και την υπαρξιακή απόγνωση στην οποία οδηγείται.

 

Μετάφραση: Εύη Γεροκώστα

Κέδρος (2005)

σελ. 207

O Πιερ Μπουαλό και ο Τομά Ναρσεζάκ αποτέλεσαν για τριάντα πέντε χρόνια ένα διάσημο δίδυμο του γαλλικού νουάρ. Έγραψαν από κοινού σαράντα τρία μυθιστορήματα με έμφαση στην αγωνία (romans de suspense), με τα περισσότερα να μεταφέρονται στη μεγάλη οθόνη από σπουδαίους σκηνοθέτες, όπως τον Άλφρεντ Χίτσκοκ, με τον Μπουαλό να ειδικεύεται στην πλοκή και τον Ναρσεζάκ στο ψυχογράφημα των χαρακτήρων. Στο μυθιστόρημα Οι λύκαινες, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, δύο αιχμάλωτοι, ο Μπερνάρ και ο Ζερβέ, δραπετεύουν από ένα γερμανικό στρατόπεδο και κρυμμένοι μέσα σε ένα τρένο φτάνουν στη Λιόν για να κρυφτούν στο σπίτι της Έλεν, με την οποία ο Μπερνάρ αλληλογραφεί από τις αρχές του πολέμου, χωρίς όμως να την έχει γνωρίσει. Ο θάνατος του Μπερνάρ ανατρέπει το σχέδιό τους και ο Ζερβέ, για να σωθεί, οικειοποιείται την ταυτότητα του νεκρού φίλου του και επισκέπτεται την Έλεν, που ζει με την όμορφη, ετεροθαλή αδελφή της, την Ανιές. Ένα ατμοσφαιρικό, ψυχολογικό νουάρ, με δυνατή πλοκή, συνεχείς ανατροπές ως προς τις προθέσεις των πρωταγωνιστών και υποδειγματική κατανομή του σασπένς, που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι την τελευταία σελίδα, όπου και του δίνεται η δυνατότητα να κρίνει ο ίδιος αν θα πρέπει να αποδοθεί δικαιοσύνη, σε μια ιστορία που κανείς δεν είναι αθώος.  Δύο χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου, οι Λύκαινες μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο από τον Αργεντινό σκηνοθέτη Λουίς Σασλάφσκι, με την ανεπανάληπτη Ζαν Μορό στον ρόλο της αινιγματικής Ανιές.

 

Μετάφραση: Γιώτα Κακαρούκα

Κέδρος (2003)

σελ. 242

«Δεν μπορώ να γίνω ο Λουπέν, δεν καταδέχομαι να είμαι ο Μαιγκρέ, είμαι ο Μπουρμά» (!). Έτσι αυτοσυστήνεται ο ιδεολόγος, αναρχικός-ντετέκτιβ Νέστωρ Μπουρμά (alter ego του συγγραφέα) σε μία από τις 39 συνολικά περιπέτειες της σειράς που πρωταγωνιστεί. Στην Ομίχλη στη γέφυρα Τολμπιάκ, ο ιδιόρρυθμος ντετέκτιβ λαμβάνει ένα λακωνικό σημείωμα από έναν άγνωστο αποστολέα, ο οποίος τον καλεί εσπευσμένα στο νοσοκομείο Σαλπερτιέρ. Όταν όμως θα φθάσει στο μυστηριώδες ραντεβού, ο αποστολέας είναι ήδη νεκρός και μόνο η φίλη του, μια νεαρή Τσιγγάνα, γνωρίζει την αλήθεια και μπορεί να τον βοηθήσει να εξιχνιάσει την υπόθεση. Ένα κλασικό νουάρ, με εμφανείς επιρροές από το αμερικάνικο hard boiled, με έντονα στοιχεία μαύρου χιούμορ και συχνές αναφορές σε πρόσωπα της μεταπολεμικής γαλλικής κουλτούρας που αναπαριστούν άριστα την ατμόσφαιρα της εποχής και προσδίδουν αληθοφάνεια στην ιστορία. Ένα οδοιπορικό, πίσω από τα φώτα του κοσμοπολίτικου Παρισιού, σε σκοτεινές υποβαθμισμένες συνοικίες, που μοιάζει να υπερβαίνει το πλαίσιο της αστυνομικής έρευνας, αντικατοπτρίζοντας τη δαιδαλώδη διαδρομή των εσωτερικών αναζητήσεων του ήρωα, αίσθηση που επιτείνει η πρωτοπρόσωπη απολογητική αφήγηση. Το επίμετρο που συνοδεύει την παρούσα έκδοση είναι ιδιαίτερα κατατοπιστικό για την αστυνομική λογοτεχνία, ενώ αξίζει να αναφέρουμε το ομότιτλο graphic novel με την υπογραφή του σπουδαίου εικονογράφου Ζακ Ταρντί, που άφησε εποχή (Βαβέλ 1986).

 

Μετάφραση: Αχιλλέας Κυριακίδης

Opera (1994)

σελ. 170

Ο Ρολάν Τοπόρ, Γάλλος πολωνικής καταγωγής, συγγραφέας, ζωγράφος, κομίστας, ηθοποιός και θιασώτης των πρωτοποριακών καλλιτεχνικών κινημάτων της δεκαετίας του ’60, γνωρίζει με το βιβλίο του Ο ένοικος παγκόσμια αναγνώριση. Ο Τρελκόφσκι, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, ένας εσωστρεφής και δειλός υπάλληλος γραφείου, αναγκάζεται να μετακομίσει σε ένα μικρό διαμέρισμα μιας παλιάς πολυκατοικίας, όπου διέμενε μια νεαρή κοπέλα που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει. Ύστερα από παρατηρήσεις των περίεργων γειτόνων να σεβαστεί τις ώρες κοινής ησυχίας, αρχίζει να διακατέχεται από υπερβολικές φοβίες και ανεξέλεγκτο άγχος, στα όρια του πανικού, που τον οδηγούν σε διαταραχή ταυτότητας και τον βυθίζουν στην παράνοια. Ένα υποβλητικό και κλειστοφοβικό νουάρ με έντονα στοιχεία θρίλερ, υπερρεαλιστική ατμόσφαιρα και αλλόκοτους χαρακτήρες, που καθηλώνει τον αναγνώστη με το κυρίαρχο ερώτημα εάν αυτά που συμβαίνουν είναι πραγματικά γεγονότα ή αποκύημα των παραισθήσεων του Τρελκόφσκι –ένα δίλημμα που θυμίζει το αριστούργημα του Χένρι Τζέιμς Το στρίψιμο της βίδας–,  ενώ ο συγγραφέας με συνεχή υπαινικτική γραφή οδηγεί την ιστορία σε ένα έξοχο, διφορούμενο τέλος. Δώδεκα χρόνια μετά την έκδοσή του (1976) Ο ένοικος μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο με μεγάλη επιτυχία από τον μετρ των ταινιών τρόμου Ρόμαν Πολάνσκι, με τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ενώ μαζί με Το μωρό της Ρόζμαρι (1968) αναγνωρίζονται από τους κριτικούς ως οι δύο καλύτερες ταινίες του διάσημου σκηνοθέτη.

 

Μετάφραση: Εύη Βόγκλη

Κέδρος (2013)

σελ. 344

Ο «Γκράχαμ Γκριν της Γαλλίας» Σεμπαστιέν Ζαπριζό –πραγματικό όνομα Ζαν-Μπατίστ Ροσί– θεωρείται από τους πιο πολυδιαβασμένους Γάλλους συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας στον κόσμο, ενώ όλα του τα βιβλία, εκτός από ένα, έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο με επιτυχία από σπουδαίους σκηνοθέτες. Η ιταλικής καταγωγής Ντανί Λονγκό, μια όμορφη ξανθιά γραμματέας, ορμώμενη από την ξαφνική επιθυμία της να δει τη θάλασσα, θα κλέψει το αυτοκίνητο του αφεντικού της και θα κατευθυνθεί προς τις ακτές της Μεσογείου. Στο ταξίδι της θα βρεθεί αντιμέτωπη με απίθανες καταστάσεις, με αποκορύφωμα την ανακάλυψη του πτώματος ενός άγνωστου άνδρα στο πορτμπαγκάζ της. Ένα road story στη νότια Γαλλία, νουάρ ατμόσφαιρας και απρόβλεπτης εξέλιξης, με μια ιδιαίτερη τεχνική που βασίζεται στη φαινομενικά αναξιόπιστη πρωτοπρόσωπη αφήγηση, όπου η περιορισμένη οπτική της ηρωίδας στα γεγονότα κρατά περίτεχνα τον αναγνώστη στο σκοτάδι μέχρι που η στιγμή της αποκάλυψης έρχεται ταυτόχρονα και για τους δύο. Ο δε συγγραφέας θα αναφέρει, προβληματισμένος για τη λογοτεχνική του γραφή, σε συνέντευξη που περιλαμβάνεται στη γαλλική έκδοση του βιβλίου: «Οι κριτικοί του crime fiction βρίσκουν τα μυθιστορήματά μου πολύ λογοτεχνικά, και οι κριτικοί λογοτεχνίας πολύ συναρπαστικά». Τα Μαύρα γυαλιά μεταφέρθηκαν στη μεγάλη οθόνη αρχικά το 1970 από τον Αμερικανό –γεννημένο στην Ουκρανία– σκηνοθέτη Ανατόλ Λίτβακ με τον πρωτότυπο τίτλο, The lady in the car with glasses and a gun και το 2015 σε γαλλική παραγωγή από τον Τζοάν Σφαρ, γνωστό Γάλλο συγγραφέα, παραγωγό κόμικς και σκηνοθέτη.

 

  • JeanPatrick Manchette – Το μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής (1976)

Μετάφραση: Θοδωρής Τσαπακίδης

Άγρα (2001)

σελ. 208

Ο Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ  ήταν συγγραφέας, μεταφραστής, κριτικός λογοτεχνίας και σεναριογράφος. Έγραψε έντεκα, μαύρα, βίαια και στρατευμένα αστυνομικά μυθιστορήματα, τα περισσότερα τη δεκαετία του 1970, και αναγνωρίζεται ως o επιφανέστερος Γάλλος συγγραφέας αυτής της περιόδου και εκ των ιδρυτών του νέου γαλλικού αστυνομικού μυθιστορήματος (neo-polar), ο οποίος εισήγαγε τον έντονο πολιτικό και κοινωνικό προβληματισμό, στον απόηχο των γεγονότων του Μάη του ’68.  Στο Μελαγχολικό κομμάτι της δυτικής ακτής ο Ζορζ Ζερφό –ένας από τους πιο αινιγματικούς ήρωες του γαλλικού νουάρ–, μικροαστός, βυθισμένος στη ρουτίνα της δουλειάς και της οικογένειας, απογοητευμένος από τις προσδοκίες του που διαψεύστηκαν, ζει σαν να μην έχει τίποτα να χάσει, αναπολώντας το αριστερό του παρελθόν, με μόνη του διέξοδο την άσκοπη περιπλάνηση στους δρόμους του Παρισιού, ακούγοντας west coast τζαζ της δεκαετίας του ’50 και πίνοντας μπέρμπον. Ένα τυχαίο όμως γεγονός θ’ αλλάξει τη ζωή του, αφού θα τον φέρει αντιμέτωπο με πληρωμένους δολοφόνους που είναι στην υπηρεσία ενός πρώην αξιωματικού της δομινικανής χούντας. Ο απρόβλεπτος Ζερφό θα επιστρατεύσει τις παλιές του δεξιότητες και τους πρώην συντρόφους του για να τους εξουδετερώσει, γεγονός που θα οδηγήσει σε ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό, με συνεχή αντιμετάθεση ρόλων, κυνηγού και θηράματος. Ένα ατμοσφαιρικό νουάρ, με εξαιρετικά απρόσμενη πλοκή, που καθορίζεται από τις αψυχολόγητες αντιδράσεις του ήρωα –η συναισθηματική αδιαφορία για την έκβαση της ιστορίας θυμίζει τον Μερσό στον Ξένο του Καμύ–, ενώ η κοφτή σαν «ξηρός πάγος» γραφή του Μανσέτ αυξάνει την ένταση και επιτείνει την αγωνία του αναγνώστη. Η συνεργασία του συγγραφέα  με τον εικονογράφο Ζακ Ταρντί έδωσε μια εξαιρετική διασκευή του βιβλίου σε graphic novel (Βαβέλ-Άγρα).

 

Άλλη μια πρόταση από το έργο του Jean-Patrick Manchette:

Ο Τεριέ είναι ένας ψυχρός επαγγελματίας εκτελεστής που το μόνο που κάνει καλά στη ζωή του είναι να σκοτώνει. Όταν αποφασίζει να παραιτηθεί και να αναζητήσει τον νεανικό του έρωτα στην πόλη που γεννήθηκε, ο κύριος Κοξ, το αινιγματικό αφεντικό του έχει διαφορετική άποψη και έχει τον δικό του βίαιο τρόπο για να τον πείσει να αναλάβει μια τελευταία αποστολή. Ένας κουρασμένος αντιήρωας, εγκλωβισμένος στα γρανάζια ενός αδίστακτου συστήματος με μια πορεία που μοιάζει προδιαγεγραμμένη σε ένα σκληρό αλληγορικό μυθιστόρημα, λαμπρό δείγμα του γαλλικού neo-polar.

 

  • Φρεντερίκ Φαζαρντί Με κομμένη την ανάσα (1982)

Μετάφραση: Γιάννης Καυκιάς

Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων (2018)

σελ. 144

O «τελευταίος αναρχο-μπολσεβίκος» Φρεντερίκ Φαζαρντί –το πραγματικό του όνομα είναι Ρολάν Μορό–, γνήσιο τέκνο του Μάη του ’68, έγραψε περισσότερα από 40 μυθιστορήματα και θεωρείται από τους πιο αντιπροσωπευτικούς συγγράφεις του neo-polar, αν και στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έγινε γνωστός μόλις το 2014 με το πρώτο του βιβλίο Φονιάδες μπάτσων (Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων). «Ένας από τους λαμπρότερους εκπροσώπους μιας γενιάς συγγραφέων, ο Φαζαρντί έβαλε τη σφραγίδα του στο γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα γράφοντας βιβλία ανατρεπτικά, μαύρα, βίαια, στρατευμένα […]. Για αυτόν, το νουάρ μυθιστόρημα είναι το καλύτερο μέσο διερεύνησης της σύγχρονης κοινωνίας», θα γράψει η εφημερίδα Liberation. Το βιβλίο του Με κομμένη την ανάσα είναι το τρίτο από τα επτά της σειράς –με το τελευταίο να μένει ημιτελές–, με πρωταγωνιστή τον ιταλικής καταγωγής αστυνόμο Τόνιο Παντοβάνι. Η ιστορία ξεκινάει με την άγρια δολοφονία, στη βόρεια Γαλλία, ενός επιχειρηματία και του σωματοφύλακά του, που αποδεικνύεται ότι είναι μεγαλέμπορος όπλων. Αδίστακτοι Κροάτες φασίστες της Ούστασε, ο διαβόητος αιμοσταγής Μακεδόνας και Γιουγκοσλάβοι ελεύθεροι σκοπευτές μπλέκονται στην υπόθεση που αναλαμβάνει να διαλευκάνει ο Παντοβάνι και η ομάδα του, σε ένα ξεκαθάρισμα παλιών λογαριασμών από την εποχή της ναζιστικής κατοχής στη Γιουγκοσλαβία, το οποίο οδηγεί σε ένα άνευ προηγουμένου αιματοκύλισμα. Ένα σκληρό και βίαιο νουάρ, στο οποίο ο συγγραφέας χρησιμοποιεί την αστυνομική πλοκή ως πρόσχημα, με σκοπό να αναδείξει τις παθογένειες της γαλλικής κοινωνίας και να αποδοκιμάσει το πολιτικό κατεστημένο, ενώ η στεγνή και απέριττη γραφή «αλά Μανσέτ»… κόβει την ανάσα.

 

Άλλη μια πρόταση από το έργο του Φρεντερίκ Φαζαρντί:

  • Ένας βρεγμένος καραγκιόζης, μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων.

Στην τέταρτη περιπέτεια της σειράς του ο αστυνόμος Παντοβάνι αναλαμβάνει να βρει τον παρανοϊκό δολοφόνο που σπρώχνει τα θύματά του στις ράγες του παρισινού μετρό και ανακαλύπτει ότι τα φαινομενικά τυχαία εγκλήματα γίνονται βάση ενός οργανωμένου σχεδίου εκδίκησης με πολιτικά κίνητρα. Ένα σκληρό αστικό νουάρ, με πρωτότυπη αστυνομική πλοκή και έντονο το κοινωνικό και πολιτικό στοιχείο, όπως επιτάσσουν οι συμβάσεις του είδους.

 

 

Μετάφραση: Ριχάρδος Σωμερίτης, Μαρίλια Παπαθανασίου

  Πόλις (2003)

σελ. 221

Ο Γάλλος συγγραφέας και δημοσιογράφος Ντιντιέ Ντενένξ –«δεν γράφει, μάχεται», σημειώνει χαρακτηριστικά η Le Monde– μας μεταφέρει στο Παρίσι τον Οκτώβριο του 1961, στην πορεία χιλιάδων Αλγερινών μεταναστών για την ανεξαρτησία της Αλγερίας. Χρησιμοποιεί ως αφορμή μια αστυνομική ιστορία για να διηγηθεί τα γεγονότα της μαζικής σφαγής των διαδηλωτών στη γαλλική πρωτεύουσα. Κατά τη διάρκεια των ταραχών, ο νεαρός καθηγητής ιστορίας Ροζέ Τιρό πέφτει νεκρός από μια σφαίρα στο κεφάλι. Είκοσι χρόνια αργότερα, ο γιος του Μπερνάρ δολοφονείται με τον ίδιο τρόπο, στην Τουλούζη. Ο νεαρός επιθεωρητής Καντέν της αστυνομίας της Τουλούζης αναλαμβάνει να εξιχνιάσει την υπόθεση και να διαπιστώσει αν οι δύο φόνοι σχετίζονται μεταξύ τους. Οι επίμονες έρευνες –παρά τις αντιρρήσεις των ανωτέρων του– θα τον οδηγήσουν στο Παρίσι, όπου θα ανακαλύψει τις πρωτοφανείς θηριωδίες εις βάρος των διαδηλωτών που είχαν μέχρι τότε επιμελώς αποσιωπηθεί. Ένα κοινωνικοπολιτικό νουάρ που προκάλεσε σάλο στην κοινή γνώμη της Γαλλίας, επίκαιρο όσο ποτέ, σε μια Ευρώπη παραδομένη στην αλόγιστη βία του ρατσισμού και της ξενοφοβίας. Εξαιρετικό το επίμετρο του Ριχάρδου Σωμερίτη για την κατανόηση του ιστορικού πλαισίου της εποχής. Το 1999 η Εισαγγελία του Παρισιού αναγνώρισε και επίσημα τη διάπραξη του εγκλήματος, ενώ το γαλλικό Υπουργείο Παιδείας ενέταξε το Έγκλημα και μνήμη στο σχολικό πρόγραμμα των λυκείων της χώρας. Ο Ντιντιέ Ντενένξ απέδειξε ότι η λογοτεχνία ως κατάθεση μαρτυρίων μπορεί να ρίξει φως σε σκοτεινές στιγμές της ιστορίας και να αποκαταστήσει την αλήθεια.

 

Άλλη μια πρόταση από το έργο του Ντιντιέ Ντενένξ:

O Γκοσενέ, ένας ιθαγενής Κανάκ, θα δραπετεύσει από το κλουβί του με την επιγραφή «ανθρωποφάγοι» και θα περιπλανηθεί στους δρόμους του Παρισιού αναζητώντας την αγαπημένη του, που έχει πέσει θύμα μιας μυστηριώδους ανταλλαγής των διοργανωτών της  Έκθεσης με ένα τσίρκο στη Γερμανία (!)  Αρκετά χρόνια αργότερα –τη δεκαετία του 1980– ο πρωταγωνιστής θα αφηγηθεί την ιστορία του σε δυο αντάρτες στη Νέα Καληδονία, κατά τη διάρκεια  των βίαιων ταραχών  μεταξύ των αυτόχθονων αυτονομιστών και της γαλλικής κυβέρνησης.  Μια πρωτότυπη αντιρατσιστική νουβέλα, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της Διεθνούς Αποικιακής Έκθεσης, στο Παρίσι τον Μάιο του 1931.

 

 

  • JeanBernard Pouy – Ο Σπινόζα γαμάει τον Χέγκελ (1983)

Μετάφραση: Z. Δ. Αϊναλής

Oposito (2018)

σελ. 136

Ο πολυβραβευμένος Ζαν-Μπερνάρ Πουί, από τους πιο δημοφιλείς εκπροσώπους του neo-polar, σοκάρει με το πρώτο του βιβλίο, από τα περίπου 50 που έχει στο ενεργητικό του. Ένα τολμηρό και βίαιο, δυστοπικό μυθιστόρημα, που από τον τίτλο και μόνο αποτρέπει –και καλά κάνει– τους λάτρεις των main stream αναγνωσμάτων. Ο Ζούλιους Πουέκ –θυμίζει το όνομα του συγγραφέα;–, ο αντιήρωας πρωταγωνιστής της ιστορίας, αρχηγός της αναρχικής ομάδας «Ένοπλη Σπινοζική Φράξια», γνωστός με το όνομα Σπινόζα και θεματοφύλακας της ηθικής και του έρωτα (!), κυνηγάει μετά μανίας –μεταξύ άλλων αριστερό αναρχικών ομάδων– τη συμμορία των χεγκελιανών για μια αναμέτρηση μέχρι τελικής πτώσης, την ίδια ώρα που οι «νεόμπατσοι» οργανώνονται αθόρυβα για να αποκαταστήσουν την τάξη στην ερειπωμένη Γαλλία. (Μήπως τελικά η ιστορία επαναλαμβάνεται γιατί γίνονται τα ίδια λάθη;) Ένα προκλητικό μετα-αποκαλυπτικό νουάρ, πανκ αισθητικής, με βιτριολικό χιούμορ, αλλά πρωτίστως βαθιά αλληγορικό για τους ανθρώπους που έζησαν την ουτοπία της κοινωνικής επανάστασης και δεν τους έμεινε παρά μόνο η αμφισβήτηση-αποδόμηση κάθε έννοιας κουλτούρας και εξουσίας και ένα τρελό όνειρο: Να στήσουν μια ξέφρενη μάχη ακραίων ιδεών πάνω από τον τάφο του συστήματος.

 

Μετάφραση: Μαρίνα Μέντζου

Εκδόσεις Καστανιώτη (2001)

σελ. 132

«Γράφω μαύρα μυθιστορήματα. Ίντριγκες, όπου το μίσος και η απελπισία παίρνουν τη μερίδα του λέοντος και δεν σταματούν ποτέ να συντρίβουν κακούς χαρακτήρες, στους οποίους δεν δίνω καμιά πιθανότητα σωτηρίας», δηλώνει ο Τιερύ Ζονκέ, ένας από τους σπουδαιότερους εκπροσώπους του γαλλικού νουάρ, με έμφαση στην πολιτική και κοινωνική σάτιρα και με αρκετά ψευδώνυμα στην καριέρα του, με πιο γνωστό το Ραμόν Μερκαντέρ – το όνομα του δολοφόνου του Λέοντος Τρότσκι. Στο μυθιστόρημα Μυγαλή, η δηλητηριώδης αράχνη, ο συγγραφέας υφαίνει δύο παράλληλες ιστορίες, του Ρισάρ, ενός διάσημου πλαστικού χειρουργού που κρατά φυλακισμένη και εκδίδει μια νεαρή γυναίκα, και του Αλέξ Μπαρνύ, που καταζητείται από τη γαλλική αστυνομία για μια ληστεία μετά φόνου. Ανάμεσά τους παρεμβάλλεται ο μυστηριώδης μονόλογος ενός άγνωστου άνδρα που βρίσκεται φυλακισμένος σε ένα υπόγειο. Ένα πρωτότυπο, ερωτικό θρίλερ με αρκετές σκηνές σεξουαλικών παρεκκλίσεων, που αναδεικνύουν την ψυχοσύσταση των εξαρτημένων από τα πάθη τους πρωταγωνιστών και καθιστούν κυρίαρχη μια ασφυκτικά νοσηρή ατμόσφαιρα, εντός της οποίας συνδέονται περίτεχνα οι ιστορίες και κατευθύνουν την αφήγηση σε ένα ιδιαίτερα ευρηματικό και συγκλονιστικό τέλος. Στο βιβλίο του Τιερύ Ζονκέ –με αρκετές σεναριακές παρεμβάσεις– βασίστηκε η ταινία Το δέρμα που κατοικώ (2011) του διάσημου σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ με τον Αντόνιο Μπαντέρας στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

Όλα τα βιβλία εδώ

 

Αναζητήστε τους Οδηγούς εδώ

Ισπανικό αστυνομικό

Αμερικανικό, β΄μέρος

Αμερικανικό, ά μέρος

 

 

Προηγούμενο άρθροΣημειώσεις για μια κρίσιμη εποχή: ο κατοχικός εμφύλιος (του Ευάγγελου Μαυρουδή)
Επόμενο άρθροΠολέμος και λογοτεχνία (επιμ. Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Πάντα εξαιρετικές αναρτήσεις!!!
    Μπράβο σε όλους τους εμπλεκόμενους!!!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ