Όταν το ιστορικό βίωμα πλάθει ποιητική μνήμη

0
530

 

Της Πόλυς Μαμακάκη. (Για τον ποιητή Γιώργο Μαρκόπουλο).

 

«η μέλισσα έχει μπει μέσα μου όμως

και γυρίζει εκεί, από παιδί,

γυρίζει, χρόνια μονάχη της γυρίζει»

 

Γ. Μαρκόπουλος, Κρυφός κυνηγός

 

 

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος (1951-) εμφανίστηκε ως γνωστόν στα γράμματα το 1968 με την πρώτη του ποιητική συλλογή Έβδομη Συμφωνία, την οποία ακολούθησαν έξι ακόμα, μέχρι σήμερα, συλλογές: Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου (Κούρος 1973), Η θλίψις του προαστίου (Κέδρος 1976), Οι πυροτεχνουργοί (α΄ έκδοση Τραμ 1979), Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης (Υάκινθος 1987), Μη σκεπάζεις το ποτάμι (α΄ έκδοση Κέδρος 1998) και Κρυφός κυνηγός (α΄ έκδοση Κέδρος 2010). Για τις δύο τελευταίες τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Στο χρονικό διάστημα των σαράντα επτά, έως τώρα, ετών συγγραφής, επιχείρησε επανειλημμένα να ανακεφαλαιώσει το έργο του (βλ. Ποιήματα 1968-1976, Τραμ 1980 και Ποιήματα 1968-1987, Νεφέλη 1992, 2000), καθώς, όπως διευκρινίζει στο προλογικό του σημείωμα για την παρούσα, τρίτη κατά σειρά, συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του, από τότε που ξεκίνησε να γράφει, επεξεργάζεται και συμπληρώνει μία και την αυτή συλλογή.

Χαρακτηριστικό λοιπόν της νέας συγκεντρωτικής έκδοσης είναι ότι δεν πρόκειται για μία ακόμα ανθολόγηση από την πλευρά του ποιητή, αλλά για επιλεκτική ανανέωση και  επαναπαρουσίαση του έργου του ως συνόλου, όπου οι μερικότερες συλλογές  – ολόκληρες οι δύο τελευταίες, αποσπασματικά ή και τροποποιημένες οι προηγούμενες – συναποτελούν τα επιμέρους κεφάλαια μιας ενιαίας κατά τα λοιπά αφήγησης, που αποκτά με τον τρόπο αυτόν βάθος χρόνου και σχεδόν μυθιστορηματική ροή, αποκαλύπτοντας και πληθώρα ηθογραφικών στοιχείων της νεοελληνικής κοινωνίας. Άλλωστε, και η γλώσσα του Γιώργου Μαρκόπουλου, σταθερά καίρια και ζωντανή, είναι ως εκ τούτου ενιαία. Ομοίως δε και ο ποιητικός του προβληματισμός ακολουθεί με συνέπεια την ίδια συνέχεια γύρω από τη θέση του ανθρώπου στον πυρήνα του κοινωνικού γίγνεσθαι, όπου μέσα από τις αιτιώδεις κοινωνικοπολιτικές δομές και ζυμώσεις των ιστορικών εξελίξεων, που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά και την διαμορφώνουν, «η ψυχή είναι η φυλακή του σώματος» κατά τη διατύπωση του Μισέλ Φουκώ, που αντιστρέφει την πλατωνική εκδοχή του σπηλαίου. Άλλως «Κουβαλώ την ισοπεδωτική οργή της πλημμύρας» είναι ηθελημένα ο εναρκτήριος στίχος της νέας έκδοσης και το ποίημα που τον περιέχει, μολονότι είχε παραληφθεί από την αρχική έκδοση της Εβδόμης Συμφωνίας, επαναφέρεται τώρα απαλείφοντας όλα τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής, προκειμένου να ορίσει την αφετηρία τού ίδιου του ποιητή, αλλά και τη μετέπειτα πορεία του, ως φορέα της παλαιοντολογίας της ποίησης από τη μια και των πολιτικών γεγονότων που στιγμάτισαν την εποχή του από την άλλη, εποχή με νωπά τα τραύματα του πολέμου, της δικτατορίας, του κλίματος αβεβαιότητας που ακολούθησε τη μεταπολίτευση και τον ίδιο, πάσχοντα, να παρατηρεί τα χαλάσματα της καταιγίδας.

Στο επόμενο κεφάλαιο, που εισάγουν τα επιλεγμένα ποιήματα από τη συλλογή Η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, το παιδί με το τριαντάφυλλο μεταμορφώνεται σε άξεστο λύκο. Ο φόβος, ο κίνδυνος, οι νεκροί, η απόγνωση, η τρέλα, η αυτοχειρία, η στέρηση της μάνας, η αίσθηση εγκατάλειψης, η πρόωρη ενηλικίωση, η νοσταλγία εικόνων αγάπης, σιγουριάς και ασφάλειας διαμορφώνουν τη μοναξιά του ποιητή που ντρέπεται γι’ αυτήν σαν να είναι αρρώστια. «Οι άνθρωποι είναι πάντα μόνοι και φοβούνται./ Και κάθε ένας τους κρύβει μια πολιτεία ή μια φυλακή». Εποχή της καχυποψίας και της σύφιλης, μετανάστευση, προσφυγιά, μνήμες πολέμου. Η αναφορά στα αμερικάνικα τσιγάρα υπαινίσσεται τη χειραφέτηση του δυτικού κόσμου με την αμφιλεγόμενη μέχρι σήμερα για την ανθρωπότητα πρόοδο. Άνθρωπος του καιρού του ο ποιητής περιγράφει σκηνές από λαϊκές συνοικίες και χαρακτήρες που επιβιώνουν σε αυτές, με τους στίχους του να ελίσσονται ευχερώς μεταξύ βιώματος και μυθοπλασίας. Η πόρνη, πρόσωπο που επανέρχεται, γίνεται σύμβολο μιας ρομαντικής εκδοχής του ερωτικού απραγματοποίητου, αλλά και της ίδιας της ιστορίας που χλευάζεται ως ο ψεύτης που πίστεψε σε αυτήν ή ως πίθηκος που απεμπόλησε την κοινωνική του ευθύνη. Ο ποιητικός λόγος του Μαρκόπουλου – όσο κι αν ο ίδιος δηλώνει μοναχικός – είναι άμεσος, προσιτός, συχνά αιχμηρός, ενίοτε μάλιστα και σκληρός, αλλά πάντα ειλικρινής και έντιμος, με το παράπονο και την αξιοπρέπεια του ιδεολόγου που παραμένει πιστός στις αξίες του, με διαυγή την πεποίθηση ότι ο άνθρωπος δεν έχει πρόσωπο ξεκομμένος από την ιστορία.

Από Τη Θλίψη του προαστίου συγκρατούμε «το πελοποννησιακό όνειρο» του ποιητή, που παραπέμπει στο αμερικανικό όνειρο και τις φρούδες ελπίδες και υποσχέσεις της πρωτεύουσας, στην οποία ο ίδιος εγκαταστάθηκε από τη γενέτειρά του Μεσσήνη το 1965. Οι πληγές τής πολύ πρόσφατης Μακρονήσου είναι ακόμα ανοιχτές, το πηγάδι ως σύμβολο, οι κρυφές συναθροίσεις, η χαμένη αθωότητα την ώρα που εκείνος θέλει να παραμείνει παιδί, ο Πειραιάς με «μαυραγορίτες, τομάρια, αλάνια και χασίκλες», «οι άνεργοι ναυτικοί», «οι Πακιστανοί εργάτες». Αντίδοτο σε κάθε «σφαίρα» της μνήμης, παρούσας και παρελθοντικής, δεν μένει παρά η πίστη στην ποίηση. Μέσα στις ίδιες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες τοποθετούνται και Οι πυροτεχνουργοί, με τη διττή τους σημασία, αφενός, εκείνην που αρμόζει στους ποιητές ως  πυροτέχνες, που οφείλουν να επαγρυπνούν, τεχνίτες εκρηκτικών και πυροτεχνημάτων, και ιδίως όταν όλα, ακόμα και τα ίδια τα ποιήματα, έχουν εξουδετερωθεί στην, αφετέρου, παντελή ερημία την οποία περιγράφει ο ποιητής στις μικρές ιστορίες-στιγμιότυπα που αφηγούνται τα εδώ επιλεγμένα ποιήματα, ποιήματα κάτω από τις λέξεις τους θλιμμένα και πρωταγωνιστές φιγούρες με αδρά χαρακτηριστικά, ηττημένοι, σε απόσταση μεταξύ τους και από τα πράγματα, αποξενωμένοι. Η προσταγή του Καντ για έξοδο του ανθρώπου από την ανωριμότητά του για την οποία ο ίδιος είναι υπεύθυνος, μοιάζει να μη συντελέστηκε ποτέ. «Ο ποιητής, ένας δήθεν αδιάφορος/ που κρύβει τα χέρια του στις τσέπες» καλείται να ισορροπήσει στο φαινομενικά γαλήνιο παρόν της μεταπολίτευσης με το τραυματικό παρελθόν να συνεχίζεται στη μνήμη, ενώ Τούρκοι, αντάρτες και βασανιστές έχουν αφομοιωθεί στη νέα κατάσταση αλλά όχι και στα ποιήματα της συλλογής αυτής. Ακολουθεί Η ιστορία του ξένου και της λυπημένης, που εστιάζει κυρίως εδώ σε ιδιότητες που εκλείπουν, στην απώλεια της παιδικότητας, της νιότης, της φυσικής ομορφιάς, της εξιδανικευμένης καριέρας, «Γιατί κανένα λιμάνι δεν κράτησε ποτέ, γιατί κανένα λιμάνι/ δεν κράτησε ποτέ για πάντα τα πλοία του», αλλά και στην επιλεκτική λειτουργία της μνήμης «(Γιατί η μνήμη δεν είναι παρά ένας λυπημένος ατμός που φεύγει ή που κολλά πάνω μας σαν την καπνιά στα ρούχα του σταθμάρχη)». Και ο έρωτας πάλι ανεκπλήρωτος και ουτοπικός, «γιατί η αγάπη ένας αόρατος πόλεμος είναι/ όπου ο καθένας ζητά/ εκείνο που οι άλλοι σιωπηρά κάποτε του αρνήθηκαν/ και που κερδίζει στο τέλος/ εκείνος που τη μεγαλύτερη αυτάρκεια στη μοναξιά έχει» και κάποιοι ομολογούν «Σκοτώσαμε πολλούς για να φαινόμαστε εμείς ζωντανοί».

Οι επόμενες δύο συλλογές περιέχονται στην έκδοση ακέραιες. Η συλλογή Μη σκεπάζεις το ποτάμι ξεκινάει με το συγκλονιστικό ποίημα «Η φοβερή πατρίδα μου», όπου ο ποιητής έρχεται αντιμέτωπος με τον θάνατο της μητέρας και τις συνέπειες της τραυματισμένης νεότητας που έκοψε τη ζωή του στη μέση, μητέρα και πατρίδα ταυτίζονται ως το σταθερό έδαφος που κατέρρευσε προτού προλάβει ο ίδιος να ισορροπήσει σε αυτό. Η φωνή του ωριμάζει και ηχεί μέσα από το «σπασμένο αγγείο του στήθους» του σε τόνο εμφανώς προσωπικό, καθώς αναφέρεται στην απώλεια και άλλων αγαπημένων προσώπων που έγιναν «ναυάγια στο βυθό». Ο έντονα λυρικός τόνος των ποιημάτων αυτών εκφράζει έναν εύθραυστο όσο και η ευτυχία ψυχισμό, που όπως δηλώνει και ο τίτλος της συλλογής δεν συγκαλύπτεται. Ωστόσο ο ποιητής εδώ δεν μονολογεί, αλλά μιλάει μέσα του, έχοντας αφομοιώσει και ενστερνιστεί το συλλογικό είναι που τον περιβάλλει ως μονάδα, για να επιστρέψει πάλι σε αυτό εστιάζοντας στη συνέχεια σε άλλα πρόσωπα, υπαρκτά ή φανταστικά, και να μοιραστεί τον προσωπικό του πόνο μαζί τους. Έτσι κλείνει η ενότητα αυτή με τα δεκαεπτά αριθμημένα μικροδιηγήματα υπό τον τίτλο «Διαβάσεις πεζών», ιστορίες σε πεζό λόγο αλλά και μεταφορικά νοούμενες ως πεζά γράμματα έναντι του κεφαλαίου γράμματος της δικής του ιστορίας, η οποία ωστόσο αμβλύνεται σε κάποιο βαθμό εντασσόμενη στη λυπηρή κακοτυχία του συνόλου.

Ο Κρυφός κυνηγός είναι το τελευταίο κεφάλαιο στην όλη έκδοση και οδηγεί τον αναγνώστη σε κορύφωση της συγκίνησης, καθώς στα επιλογικά ποιήματα της συλλογής αυτής ανακύπτει η αναμέτρηση του ποιητή με την ύπουλη αρρώστια του καρκίνου και τον ίδιο τον θάνατο, κυριολεκτικό και μεταφορικό, και προέχει επιτακτικά το παρόν. Οι εικόνες από την εμπειρία του στο νοσοκομείο μεταφέρονται αυτούσιες, με πηγαίο λυρισμό, ζωντανές μεταφορές και παραστατικές παρομοιώσεις, στοιχεία που διέπουν ολόκληρο το έργο του Γιώργου Μαρκόπουλου και αποδίδουν τη χαρακτηριστική σαφήνεια της γραφής του. Ωστόσο, ακόμα και εδώ ο ποιητής δεν αποσύρεται στο προσωπικό του βίωμα, αλλά επιστρέφει στην αιτιότητα του συλλογικού, μιας «και στο βάθος της λίμνης/ το δαχτυλίδι της μνήμης να λάμπει» μας υπενθυμίζει τη νιτσεϊκή αρχή ότι «ο δικός μας θησαυρός βρίσκεται στις κυψέλες της γνώσης μας». Τα προσωπικά λοιπόν ποιήματα δίνουν τη θέση τους σε νέα σπαραχτικά μικροδιηγήματα υπό τον τίτλο «Μετά των αγίων», όπου δραματικές εικόνες και άλλων πασχόντων περνούν από το βλέμμα του ποιητή και καταγράφονται με τρόπο ευσύνοπτο, ακόμα δε και σε μία πρόταση, ως ποιητικά σλάιντς. Το πένθος για ό,τι χάθηκε ή κινδύνεψε να χαθεί – και γι’ αυτό δεν θα επανέλθει ποτέ στην προτέρα κατάσταση – προβάλλει κατασταλαγμένο στη σκέψη του ποιητή-αφηγητή, που μέσα από τον μελοδραματικό χαρακτήρα των εν λόγω παράλληλων ιστοριών παρηγορεί το δικό του πένθος και προσπαθεί να κρατηθεί στη ζωή, προσφέροντας και στον αναγνώστη του την κάθαρση που ακολουθεί το εκάστοτε τραγικό γεγονός υπό την προϋπόθεση της κατανόησης και αξιολόγησής του. Άλλωστε στους στίχους «Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη/ και περιουσία μου όσοι αγάπησα∙ και όσοι με αγάπησαν» μοιάζει να έχει επουλωθεί – έστω σε κάποιο βαθμό – το ρήγμα που προκάλεσε το ιστορικό τραύμα.

Κατόπιν αυτών και για να επανέλθω στην προσφορά της παρούσας συγκεντρωτικής έκδοσης, φρονώ ότι πέραν της αναντίρρητης ποιότητας του πολυβραβευμένου έργου του Γιώργου Μαρκόπουλου, πρόκειται για μία ειλικρινή υπενθύμιση ταυτότητας προς τους συγχρόνους του, αλλά και για πολύτιμο εγχειρίδιο γνώσης προς τις επερχόμενες γενιές, στις οποίες ο ίδιος φαίνεται να προσβλέπει, αισιόδοξος, καθώς οραματίζεται για τη στερνή στιγμή της ζωής μας ότι «από τα βουνά ή τη θάλασσα πέρα, κάποιος θα προβάλει, που όμως δεν θα προφτάσουμε, δεν θα προφτάσουμε να δούμε ποιος είναι». Είναι ο μελλοντικός μαχητής και ο μελλοντικός αναγνώστης.

ΙINFO: Γιώργος Μαρκόπουλος, Ποιήματα 1968-2010 (Επιλογή), Κέδρος 2014, σελ. 194

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here