Η Μαρία στη Νίκη:
Έδωσα λίγο χρόνο παραπάνω, γιατί στην πρώτη ανάγνωση τα αισθήματά μου παραήταν αντιφατικά. Υπήρχαν πράγματα που μου άρεσαν και άλλα που με ενοχλούσαν έντονα. Θα το πιάσω από την πολύ αρχή, από τον τίτλο. Νομίζω ότι ο ελληνικός τίτλος με μπέρδεψε και με αποπροσανατόλισε. Στα αγγλικά, ένιωσα τα πράγματα να ξεκαθαρίζουν αμέσως: My strange shrinking parents. Οι παράξενοι γονείς που που συρρικνώνονται, έστω: που μικραίνουν. Νομίζω είναι μεγάλη η διαφορά ανάμεσα στο «αλλιώτικοι» και στο «παράξενοι», κυρίως όμως ανάμεσα στο αδύναμο επίθετο «μικροί» και στον ρηματικό τύπο «shrinking» – «που συρρικνώνονται», «που ζαρώνουν», «που μικραίνουν».
Είναι ασφαλώς μια πολύ ειλικρινής ιστορία, και όπως σημειώνει στο τέλος ο συγγραφέας και εικονογράφος, είναι η αληθινή ιστορία του ιδίου και των μεταναστών στην Αυστραλία γονέων του. Και, βέβαια, αν σκαλίσουμε λιγάκι το διαδίκτυο, θα δούμε ότι το πιο «έντονο» μεταναστευτικό στοιχείο είναι η Κινέζα μητέρα, που έρχεται στην Αυστραλία. Ο πατέρας -φαίνεται και από την εικονογράφηση- έρχεται «από τη Δύση». Μετανάστης, βέβαια, και αυτός αλλά ίσως όχι τόσο ξένος όσο η αλλόγλωσση στην αγγλόφωνη χώρα μητέρα. Πάντως, η ιστορία δεν τους διακρίνει αλλά τους εξισώνει. Αν και κάτι εικονογραφικές λεπτομέρειες, καθώς και η δίγλωσση αφιέρωση, κινέζικα και αγγλικά (ελληνικά σε εμάς) «στη μαμά», που συνοδεύεται από τη ζωγραφιά μιας πορσελάνης, λένε ίσως αυτά που ο συγγραφέας μπορεί και να βάζει λιγάκι κάτω από το χαλί.
Η ιδέα ότι η υπεράνθρωπη προσπάθεια των μεταναστών γονέων να μεγαλώσουν το παιδί με χίλιες θυσίες και κόπους, να το καταστήσουν ισότιμο και ενσωματωμένο μέλος στον κόσμο στον οποίο οι ίδιοι θα είναι για πάντα ξένοι, μπορεί να παρασταθεί με έναν αρχαϊκής υφής μύθο, σύμφωνα με τον οποίο οι γονείς προσφέρουν κάθε τόσο λίγα εκατοστά από το μπόι τους για να πετύχουν τον ιερό σκοπό, είναι ευφυής. Δεν παύει βέβαια να είναι άγρια κατάσταση. Το βλέπει κανείς ολοφάνερα, στην εικόνα με τον φούρναρη, που για να δώσει την τούρτα ζητά κομμάτι από το μπόι τους ως αντάλλαγμα για την τούρτα του τρίχρονου γιου, που έχει γενέθλια. Νομίζω ότι γίνεται χρήση αιμοσταγών, στην ουσία, μοτίβων που τα γνωρίζουμε καλά από τους Γκριμ αλλά και από τα ελληνικά λαϊκά παραμύθια. Οι εικόνες, δεν είναι λιγότερο σκληρές: βλέπουμε τους γονείς να γονατίζουν με την οδύνη χαραγμένη στα πρόσωπά τους, ανάμεσα στους γκρίζους περαστικούς γίγαντες, που τους προσπερνούν, ενώ εκείνοι κάτι φτωχικό προσπαθούν να τους πουλήσουν.
Φοβάμαι τη βία αυτής της εικόνας, χωρίς να αμφισβητώ την ειλικρίνειά της. Γιατί τη φοβάμαι; Γιατί είναι δυσκολοχώνευτη, ακατέργαστη, και το πιο φυσικό είναι να θελήσει κανείς να αποστρέψει το βλέμμα από κάτι τόσο αβάσταχτο. Το γλυκό νανούρισμα, δεν μας παρηγορεί. Υπάρχει εδώ κάτι έντονα αδιαμεσολάβητο: επειδή πόνεσαν, και πόνεσα κι εγώ μαζί τους, τώρα που τα κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου, θα σας πετάξω στα μούτρα όλον αυτόν τον πόνο.
Άραγε δεν υπάρχει τρόπος να ειπωθούν αυτά πιο υπόγεια, πιο πικρά αλλά λιγότερο σκληρά και, εντέλει, πιο αποτελεσματικά;
Υπάρχει και κάτι ακόμα: όλοι οι γονείς συρρικώνονται, ξέρεις. Και αυτό είναι τρομερά δυσάρεστο, για όλα τα παιδιά. Ο άνθρωπος, ο κάθε άνθρωπος, από μια ηλικία και πάνω, αρχίζει να κονταίνει. Είμαι πεισμένη ότι άρχισα να πενθώ τον πατέρα μου αργά, αλλά σταθερά, από τότε που έπαψε να είναι ο πανύψηλος μπαμπάς που μπορούσα να χαθώ στην αγκαλιά του, και έγινε ένα αδύναμο γεροντάκι στο ύψος μου. Είμαι βέβαιη ότι ήμουν απαρηγόρητη για αυτή την αναπότρεπτη εξέλιξη από την πρώτη στιγμή που τη συνειδητοποίησα και, φυσικά, τη συνόδευσα με απόλυτη σιωπή. Τώρα, έχω αρχίσει πια να κονταίνω και η ίδια. Ξέρω ότι σε λίγο τα αλλοτινά μικρούλια θα μου φαίνονται γίγαντες- είναι στη φύση των πραγμάτων. «Μαμά», είχε πει ένας παλιός φίλος όταν ξανάδε μετά από πολλά χρόνια τον παιδίατρό του, «ο γιατρός μίκρυνε». Θα διάλεγα το χιούμορ για να αφηγηθώ κάτι που είναι από μόνο του αναπόφευκτα βαρύ, όπως είναι ο συνδυασμός της σκληρής ζωής του μετανάστη και του γήρατος. Σκέφτομαι το προηγούμενο βιβλίο που συζητήσαμε εδώ, με την πολωνέζα γιαγιά και τα σκουλήκια της. Προτιμώ εντέλει αυτή την εκδοχή. Ο πόνος δεν κρύβεται, αλλά η τέχνη έχει άλλους κανόνες από το ρεπορτάζ και το παραμύθι από το ντοκουμέντο.
Η Νίκη στη Μαρία:
Το βιβλίο αυτό μου τράβηξε την προσοχή με χίλιους τρόπους.
Με κέρδισε νομίζω από την αρχή, στη σελίδα που οι γονείς μεταναστεύουν ταξιδεύοντας μέσα από την πορσελάνη. Το τοπίο είναι μπλε, ζωγραφισμένο πάνω στο λευκό και εκείνοι περπατάνε μέσα σε μια παραμυθένια ομίχλη. Αυτό συμβαίνει καθώς σερβίρεται το τσάι· η ιστορία ξεκινάει. Το ζεστό υγρό είναι καταπραϋντικό μέσα στο φλιτζάνι. Τσαγιέρες διαφορετικές γεμίζουν το εσωτερικό του εξώφυλλου και του οπισθόφυλλου: είναι οι τσαγιέρες που βλέπεις στις βιτρίνες των μαγαζιών της Πατησίων και της Αχαρνών. Τσαγιέρες που πουλιούνται ίδιες και αλλιώτικες σε όλα τα μεταναστευτικά μαγαζιά που έχω συναντήσει και νιώσει οικεία περνώντας μπροστά τους σε διάφορες (περίπου) ευρωπαϊκές πόλεις που έχω επισκεφτεί ή ζήσει.
Οι γονείς είναι μικροσκοπικοί ήδη από το εξώφυλλο και αυτή η εικόνα των μικρών ανθρώπων με ενθουσιάζει. Αρχικά γιατί μου θυμίζει το πιο αγαπημένο μου βιβλίο (που εσύ μου είχες χαρίσει όταν ήμουν πολύ μικρή) Το Γαλάζιο Κύπελλο της Τόμικο Ινούι. Η ιδέα των μικρών ανθρώπων που συμβιώνουν μαζί με εμάς τους συνηθισμένου μεγέθους με συναρπάζει πάντα. Σαν να είναι εφικτή μια παράλληλη πραγματικότητα που για μπορέσεις όμως να δεις πρέπει να χαμηλώσεις. Να είσαι αποφασισμένη να αφουγκραστείς με υπομονή και να κοιτάξεις διαφορετικά. Αυτός είναι άλλωστε ο τρόπος να ακούσεις πραγματικά και μια ιστορία παράξενη, αλλιώτικη από τη δική σου. Επίσης, η διαφορετική κλίμακα, τα αντικείμενα μικρού μεγέθους, οι μινιατούρες και τα κουκλόσπιτα έχουν μια ποιητικότητα που μου μοιάζει τρομερά κατάλληλη αν θέλεις να μιλήσεις για ρίζες, μετανάστευση, σπίτι.
Δεν με πειράζει που είναι ορατή η οδύνη και η δυσκολία. Δεν ένιωσα πως οι εικόνες είναι τραυματιστικές, ότι είναι από εκείνες που σε κάνουν να στρέψεις το βλέμμα σου αλλού. Βέβαια θα δίσταζα νομίζω να τις δείξω σε παιδιά που έχουν όντως μετανάστες γονείς και ίσως δεν έχουν κάνει ακόμα συνειδητά την επεξεργασία του συστημικού -και όχι μόνο- ρατσισμού που υφίστανται καθημερινά τα ίδια και οι οικογένειές τους. Η ξενότητα σε συρρικνώνει. Όταν είσαι ξένη/ος αναγκαστικά μικραίνεις για να μην ενοχλείς: διεκδικείς διαφορετικά, πιάνεις λιγότερο χώρο, ψιθυρίζεις. Είσαι αλλιώτικος εκτός από παράξενος. Ξένος και άλλος. Ξένη και άλλη. Είσαι η μαμά που χρειάζεσαι το παιδί σου για διερμηνέα στη δημόσια υπηρεσία και είσαι η κόρη που βλέπεις πως η διαλυμένη μέση της μαμάς σου δεν θα πάρει ποτέ σύνταξη. Ναι, όλοι οι γονείς κονταίνουν, αλλά κάποιοι κονταίνουν πιο βίαια. Και δεν θα ξεκουραστούν εύκολα. Δεν θεωρώ πως είναι κακό να το δουν αυτό τα παιδιά. Ωμά αλλά μαγικά. Γονείς τσέπης, θα μπορούσε να είναι και μια χαριτωμένη ιδέα – παραμυθένια.
Και έχει ένα τρυφερό τέλος. Το παιδί που πόνεσε, ενώ μας δείχνει πόσο πόνεσε, τόσο διακριτικά επισημαίνει πως καλό είναι οι τούρτες και η εκπαίδευση να μη δίνονται με αντάλλαγμα, χρησιμοποιεί τα εργαλεία της δικής του παιδικής ηλικίας για να φτιάξει ένα σπίτι για τους γονείς του. Με τα κλαδιά του κέδρου φτιάχνει τα έπιπλα για το κουκλόσπιτο των γερασμένων και μικροσκοπικών γονιών του. Ένα σπίτι απεδαφικοποιημένο για τους μετανάστες γονείς. Ένα σπίτι που θα μπορούσε να ταξιδέψει και να τοποθετηθεί παντού. Ένας ιδιόμορφος τρόπος (μη) ριζώματος. Ένα σπίτι-παραμύθι αντάλλαγμα για τη δυσκολία, μια ευκαιρία παιδικότητας, μικρού μεγέθους, οικειακότητας και ανεμελιάς. Μετρημένης, αλλιώτικης, παράξενης, που δεν πιάνει χώρο, αλλά μπορεί πια να βιωθεί.
Ζένο Σουόρντερ, Οι αλλιώτικοι μικροί γονείς μου, Μετάφραση: Εύη Γεροκώστα, Εκδόσεις Μάρτης, 2025




























