«Ονειρόδραμα» του Στρίντμπεργκ – Το όνειρο της ζωής και το όνειρο του θεάτρου (της Όλγας Σελλά)

0
367

 

της Όλγας Σελλά

 

Όταν ξεκίνησε, το 1901, ο Άουγκουστ Στρίντμπεργκ να γράφει το έργο «Ένα ονειρόδραμα» δεν είχε υπόψη του –δεν θα μπορούσε να το έχει- την «Ερμηνεία των ονείρων» του Φρόιντ, που γράφτηκε την ίδια περίπου περίοδο. Κι όμως, με οδηγό τη φαντασία, την τρυφερότητα, την έγνοια για τα ανθρώπινα και την ποίηση, έγραψε ένα έργο που μέσα από ένα φαντασμαγορικό και πολυπρόσωπο όνειρο αγγίζει τις αγωνίες, τις ελπίδες, τους φόβους,  τις εμμονές των ανθρώπων, αγγίζει όσα δεν αντέχουμε να δούμε όταν είμαστε ξύπνιοι αλλά έρχονται, άλλοτε σαν χάδι και λύτρωση κι άλλοτε σαν εφιάλτης, στα όνειρά μας. Αυτό το εξαιρετικά γοητευτικό αλλά εξίσου δύσκολο –θεατρικά- κείμενο ζωντανεύει στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Γεωργίας Μαυραγάνη. Και είναι μόλις η δεύτερη φορά που παρουσιάζεται το έργο στο Εθνικό Θέατρο: το 1963 με τίτλο «Το όνειρο» σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού και το 2005 με τίτλο «Όνειρο» στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

Πώς εικονοποίησε αυτό το «Ονειρόδραμα» η Γεωργία Μαυραγάνη; Παρουσιάζοντας την Κεντρική Σκηνή σχεδόν χωρίς καθόλου σκηνικά,  (απολύτως ταιριαστά με την ανάγνωση του έργου τα λίγα αλλά ουσιαστικά που έστησε στη σκηνή η Άρτεμις Φλέσσα), μόνο μια σκαλωσιά που σιγά σιγά «στολιζόταν» με κάτι ακόμα από το όνειρο, και ένα κινούμενο ομοίωμα της πίσω πλευράς της Κεντρικής Σκηνής που μετακινούνταν ανάλογα με τις διαθέσεις και τα συναισθήματα εκείνων που ονειρεύονταν. Ερχόταν μπροστά και πίεζε, πήγαινε πίσω κι έδινε χώρο και χαλαρότητα σ’ όσους κινούνταν στην επιφάνεια του «ονείρου» και ήταν μέρος του. Σ’ αυτή την κινούμενη επιφάνεια υπήρχε μία πόρτα, που άνοιξε μόνο στο τέλος…

«Να προσπαθήσουμε να μιμηθούμε την ασύνδετη αλλά λογική μορφή του ονείρου» ακούγεται στην αρχή και ορίζουν το σκηνικό σαν «ένα τοπίο από σύννεφα». Από αυτά τα σύννεφα φτάνει στη Γη –«το πιο σκοτεινό απ’ όλα τα ουράνια σώματα»- η κόρη του θεού Ίντρα, που παίρνει το όνομα Αγνή, αφού πράγματι σ’ αυτή την επίσκεψή της θα γνωρίσει τις καλές και τις κακές πλευρές των ανθρώπων. Και μετά όλοι ξεδιπλώνουν πολυφωνικά  τη συνάντηση της Αγνής με τους ανθρώπους και όσα μοιράζονται. Και όλοι φορούν ρούχα μπεζ, άχρωμα λες (κοστούμια Λίλη Κυριλή), αφού τα όνειρα δεν έχουν χρώμα … Και πολλοί από τους ηθοποιούς εναλλάσσονται στον ίδιο ρόλο –της Αγνής, του Αξιωματικού, της μητέρας, του πατέρα-, γιατί πολλές φορές στα όνειρα άλλον βλέπουμε κι άλλος νομίζουμε ότι είναι.

Ένα έργο που καταγράφει το παράπονο των ανθρώπων, την απελπισία τους και την παρηγορία που δίνει αυτός που ήρθε από μακριά, η Αγνή, γιατί τους συμπονά, θέλει να τους καταλάβει, θέλει να τους δώσει ελπίδα: «Όταν κάνεις το καθήκον σου, δεν περιμένεις αντάλλαγμα». «Να σταματήσεις να νιώθεις αδικημένος από τη ζωή». «Τους λυπάμαι τους ανθρώπους». «Γιατί πληγώνουν ο ένας τον άλλον; Μόνο αυτό ξέρουν». «Όλοι έχουν ένα παράπονο, κι αν δεν το λένε το δείχνουν τα μάτια τους». Και μέσα στο όνειρο είναι και το θέατρο, το όνειρο του θεάτρου, το όνειρο της ζωής. Και τα (μ)πλέκει τόσο επιτυχημένα η Γεωργία Μαυραγάνη όλα. Ένα «ονειρόδραμα», σαν αυτό της ζωής. Κι όλοι οι ανθρωπότυποι περνούν από αυτό.

Όλα είναι μέσα σ’ αυτό το όνειρο. Κι αν στην αρχή μπερδεύεται κανείς να παρακολουθήσει τα πολλά πρόσωπα που όλο αλλάζουν, κι αυτό όπως τα όνειρα είναι, που μας μπερδεύουν τα τοπία, τα πρόσωπα, τα ανακατεμένα στοιχεία που το ασυνείδητο εντάσσει ατάκτως. Και μετά και το «Ονειρόδραμα» (αυτό το συγκλονιστικό κείμενο του Στρίντμπεργκ) και η παράσταση μας παρασύρουν σ’ αυτό το τοπίο από σύννεφα. Που έχει πόνο, θλίψη, ματαίωση, διακρίσεις, ανταγωνισμούς, αδικίες, αλλά έχει και χορό, και τραγούδι, και κατανόηση, και τρυφερότητα, και αφοσίωση, και θυσία. Και ποίηση, πολλή ποίηση, αφού «η ποίηση είναι ένα όνειρο ξύπνιο».

Στ’ αλήθεια σ’ αυτή την παράσταση, περισσότερο ίσως από άλλες, καλείται ο θεατής να αφεθεί. Ν’ ακολουθήσει το ρυθμό, τα σύννεφα, τις λέξεις. Κυρίως τις λέξεις, που αγγίζουν τόσα πολλά και που ο Γιώργος Δεπάστας τις μετέφερε με τον καλύτερο τρόπο στη γλώσσα μας. Και η μουσική του Χάρη Νείλα και η κίνηση του Ερμή Μαλκότση και οι φωτισμοί της Χριστίνας Θανάσουλα συνέβαλαν αναμφίβολα όχι μόνο στην όψη της παράστασης, αλλά και στη συνολική γεύση και απόλαυσή της. Όσο για τους ηθοποιούς, αυτοί κινήθηκαν σαν ένα σώμα και μια φωνή για να πουν πολλά και συναρπαστικά. Και δύσκολα μπορώ να ξεχωρίζω κάποιους ή κάποιες σ’ αυτή την πολυφωνική ερμηνεία. Δεν ήταν μόνο οι πολλές φιγούρες που μπορεί να υπάρχουν σ’ ένα όνειρο, ήταν, κυρίως, οι πολλοί και διαφορετικοί άνθρωποι που μας περιβάλλουν. Σε ηλικία, σε σωματοδομή, σε εξωτερική εμφάνιση, σε επιλογές, σε απόψεις. Αλλά όλοι θα περάσουν (θα περάσουμε) στο τέλος εκείνη την πόρτα που δεν άνοιγε, για να περάσουν στην «άλλη πλευρά», αφού πρώτα μας πουν ένας ένας «έχε γεια», γιατί «συναντήσεις κι αποχωρισμοί, αποχωρισμοί και συναντήσεις, αυτή είναι η ζωή…».

Μια σπουδαία στιγμή για τη Γεωργία Μαυραγάνη, μια θαυμάσια στιγμή στο φετινό, όχι από τα καλύτερα, πρόγραμμα του Εθνικού Θεάτρου. Μια παράσταση που είχε σκέψη, έμπνευση, δουλειά, αφοσίωση, ταλέντο, έτσι ώστε να δημιουργήσει συγκίνηση, μέθεξη, απόλαυση.

 

Η ταυτότητα παράστασης

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, Δραματουργική επεξεργασία – Σκηνοθεσία: Γεωργία Μαυραγάνη, Σκηνικά: Άρτεμις Φλέσσα, Κοστούμια: Λίλη Κυριλή, Μουσική: Χάρης Νείλας, Κίνηση: Ερμής Μαλκότσης, Φωτισμοί: Χριστίνα Θανάσουλα, Δραματολόγος παράστασης: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου, Α΄βοηθός σκηνοθέτριας: Νίκη Δουλγεράκη, Βοηθός σκηνογράφου: Αγγελική Βασιλοπούλου-Καμπίτση, Βοηθός ενδυματολόγου-Β΄βοηθός σκηνοθέτριας: Μαρία Ηλιάδη, Βοηθός φωτίστριας: Σεμίνα Παπαλεξανδροπούλου

 

Διανομή (με αλφαβητική σειρά)

Αλίκη Αλεξανδράκη, Ασημίνα Αναστασοπούλου, Κορίνα-Άννα Γκουγκουλή, Θανάσης Δόβρης, Βασίλης Καραμπούλας, Ράνια Κελαϊδίτη, Μελίνα Κοτσέλου, Ερμής Μαλκότσης, Νίκος Μάνεσης, Παναγιώτης Παναγόπουλος, Μαρίνα Παπούλια, Ελίνα Ρίζου, Μαριάμ Ρουχάτζε, Κωνσταντίνος Σιώζος, Γιώργος Σκαρλάτος, Βασίλης Τρυφουλτσάνης, Μαρία Τσιμά

 

Φωτογραφίες παράστασης: Κάρολ Γιάρεκ

Βίντεο παράστασης: Νίκος Πάστρας

 

Εθνικό Θέατρο, Κτίριο Τσίλερ, (Αγίου Κωνσταντίνου 22, Αθήνα)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Κυριακή στις 7μ.μ., Πέμπτη-Παρασκευή και Σάββατο στις 8.30μ.μ.

Προηγούμενο άρθροΠώς θ’ αλλάξει ο κόσμος; (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΗ Αθήνα ως μη-τόπος (2): προς αναζήτηση βιβλιοθηκών (της Έφης Κατσουρού)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ