Ομηρική Γεωγραφία  (γράφει ο Τάκης Γεράρδης)

1
258

 

γράφει ο Τάκης Γεράρδης

 

Το 1997 ένας φίλος μου δώρισε το βιβλίο Ομηρική Γεωγραφία του Βαγγέλη Πανταζή, εκδόσεις Καστανιώτης. Το αιρετικό αυτό βιβλίο το διάβασα με ενδιαφέρον, η σχέση μου με την περιοχή του Κάβο Μαλιά, στην οποία αναφέρεται, είχε ήδη ξεκινήσει από το 1990. Όμως έμελε να το καταχωνιάσω στο υποσυνείδητό μου μέχρι που παραδόξως το ξαναέπιασα. Όχι μόνο είναι πρωτότυπο και επαναστατικό αλλά συνάμα είναι και ιδιαίτερα επίκαιρο. Και κρίμα που όταν κυκλοφόρησε δεν τράβηξε την προσοχή που του άρμοζε. Πάντως, όποιος θελήσει να διαβάσει ή να ανατρέξει σε αυτό, μπορεί να το βρει σε ηλεκτρονική καταγραφή.

Ο σύνδεσμος είναι: https://vaggelispantazis.wordpress.com/about/

Ας σημειώσω για να μην υπάρξουν αμφιβολίες ή παρανοούμενα πως ο Βαγγέλης Πανταζής δεν είναι ένας κάποιος «ερευνητής» αλλά υπήρξε  πανεπιστημιακός αναζητητής μιας κρυμένης αλήθειας.  Με αυτή την εργασία εδώ τώρα καταγράφω την πεμπτουσία του βιβλίου για να τιμήσω την μνήμη του. Ο συγγραφέας για να στηρίξει το άποψή του κατέφυγε στη φιλολογία, στη γλωσσολογία, στην διεξοδική ανάγνωση των ομηρικών επών, σε εργασίες ξένων και Ελλήνων ομηριστών και, όπως οι μαθηματικοί, οδηγήθηκε ύστερα από εύλογες υποθέσεις σε ένα συνεπάγεται.

  

 

1 «Όμηρος της γεωγραφίας ήρξατο» (Στράβων)

 

Όλοι έχουμε πάγιες και κατασταλαγμένες θέσεις που πάνω τους ακουμπάμε σαν να είναι θέσφατα. Μας δίνουν σιγουριά όταν αντιμετωπίζουμε κάτι διαφορετικό. Αυτές τις θέσεις συνειδητά ή ασυνείδητα τις προστατεύουμε, τις προτάσσουμε, τις κραδαίνουμε απειλητικά.

Αλλά, όπως όλοι γνωρίζουμε, η δύναμη της επιστήμης έγκειται στο  ιδίωμα αυτοαναίρεσής της. Όταν το σταθερό και πάγιο έδαφος που οι επιστήμονες πάντα αναζητούν για να πατήσουν και για να νιώσουν ασφαλείς αποδεικνύεται σαθρό και ασταθές, γιατί κάτι νεότερο αναδύθηκε, αναθεωρούνται και καταργούνται όλα τα προηγούμενα.  Απόψεις που για αιώνες τις θεωρούσαν αλάθητες και δόγματα παύουν να ισχύουν.

 

Στην Οδύσσεια στη Δ Ραψωδία υπάρχει η εξής παράδοξη αναφορά του Ομήρου:

…Αλλ’ ότε δη τάχ’ έμελλε Μαλειάων όρος αιπύ

Ίξεσθαι, τότε δη μιν αναρπάξαντα θύελλα

Πόντον επ’ ιχθυόεντα φέρεν μεγάλα στενέχοντα,

Αγρού απ’ εσχατιήν, όθι δώματα ναίε Θυέστης

Το πριν, άταρ τότ’ έναιε Θυεστιάδης Αίγισθος.

Αλλ’ ότε δη και κείθεν εφαίνετο νόστος απήμων,

Αψ’ δε θεοί ούρον στρέψαν, και οίξαδ’ ίκοντο,

Ήτοι ο μεν χαίρων επεβήσαντο πατρίδος αίης,

Και κύνει απτόμενος ήν πατρίδα. Πολλά δ’ απ΄ αυτού

Δάκρυα θερμά χέοντ’ επεί ασπασίως ίδε γαίαν.

Τον δ΄ άρ’ από σκοπιής είδε σκοπός, ον ρα καθείσεν

Αίγισθος δολόμητις άγων, υπό δ’ έσχετο μισθόν

χρυσού δοιά τάλαντα. Φύλασσε δ’ ό γ’ εις εαυτόν,

Μη ε λάθοι παριών, μνήσαιτο δε θούριδος αλκής.

Βή δ’ ίμεν αγγελέων προς δώματα οιμένι λαών.

 

(Μετάφραση Μαρωνίτη: Αλλ’  όταν κόντευε να παρακάμψει το ψηλό βουνό,

Στον Κάβο του Μαλέα ξέσπασε θύελλα, τον σήκωσε και τον παρέσυρε

Ξανά προς το ψαρίσιο πέλαγος. ‘Ώσπου τον έφερε,

Βαριά βογκώντας, στο τελευταίο ακραίο σύνορο της χώρας.

Όπου παλιά ζούσε ο Θυέστης, και τώρα του Θυέστη ο γιος, ο Αίγισθος.

Μα να που πήρε πια να φαίνεται σωτήριος ο νόστος,

Γιατί οι θεοί γύρισαν σε καλό τον άνεμο, κι έφτασαν έτσι στα δικά τους.

Όλος χαρά πάτησε τότε της πατρίδας του το χώμα,

Στα χέρια του το πήρε, το φιλούσε κι έχυνε δάκρυα θερμά

Ποτάμι, βλέποντας επιτέλους με αγαλλίαση τη γη του.

Αλλά όταν τον είδε επάνω απ’ τη σκοπιά του ο φύλακας

-Τον  έφερε κι εκεί τον έστησε ο δόλιος Αίγισθος,

Με την υπόσχεση να τον ανταμείψει, προσφέροντάς του δυο τάλαντα χρυσού.

Και κατασκόπευσε σωστά ένα χρόνο, μήπως και του περάσει

Απαρατήρητος εκείνος και θυμηθεί το ορμητικό του θάρρος.

Έτρεξε αμέσως στο παλάτι, την αγγελία να φέρει

Στον βασιλιά της χώρας, κι ευθύς ο Αίγισθος σοφίστηκε

Μια τέχνη δολερή.

Απ’ το λαό ξεδιάλεξε είκοσι άντρες, τους καλύτερους,

Και του έστησε καρτέρι, ενώ μες το παλάτι, αλλού

Παράγγειλε δείπνο φιλόξενο να στρώσουν.

Μετά κίνησε ο ίδιος, τον στρατηλάτη Αγαμέμνονα να προσκαλέσει,

Μ’ άμαξες κι άλογα, μέσα του μελετώντας πράξη ανίερη.

Κι έτσι, δίχως να ξέρει ο άλλος τι χαμός τον περιμένει,

Τον πήρε μέσα και τον έσφαξε πάνω στο δείπνο,

Σαν βόδι που το σφάζουν στο παχνί του.)

 

Θα επανέλθουμε σε αυτή την αναφορά του Ομήρου πιο κάτω. Τις τελευταίες δεκαετίες η ομηρική έρευνα ελάχιστα ασχολήθηκε  με τη μελέτη της ομηρικής γεωγραφίας. Τα συμπεράσματα φαίνονταν εξαρχής προδιαγεγραμμένα: υπάρχουν γεωγραφικές ανακρίβειες και αντιφάσεις στα έπη, ώστε να μην μένει καμιά αμφιβολία πως ο Όμηρος δεν είχε σαφή γνώση του ελλαδικού χώρου. Ο Όμηρος μοιάζει με έναν περιηγητή που περιγράφει κάποιον άλλον τόπο, όχι τον γνωστό Ελλαδικό της κλασσικής αρχαιότητας. Η εικόνα γινόταν πιο στριφνή εκεί που η ρεαλιστική αφήγηση μπλεκόταν με το φαντασιακό. Τροία,  Μυκήνες, Ιθάκη, Λωτοφάγοι, Κάτω Κόσμος, πλωτό νησί του Αιόλου και άλλοι τέτοιοι τόποι αναζητήθηκαν επίπονα και άλλοτε βρίσκονταν, άλλοτε κατασκευάζονταν εύκολα με τη φαντασία. Όμως στα έπη διαχωρίζεται με σαφήνεια το ρεαλιστικό κέντρο της γεωγραφίας, από τη φανταστική περιφέρεια που δρουν τα μυθικά τέρατα που συναντά ο Οδυσσέας στις περιπλανήσεις του. Ακόμη υπάρχουν και οι εξής διαπιστώσεις που πρέπει να υπολογίζει πάντα κάποιος ερευνητής:

1ο Ο Όμηρος δεν αναφέρει πολλά γνωστά γεωγραφικά ονόματα όπως: Πελοπόννησος, Ευρυτανία, Δωρίς, Θεσσαλία, Λακωνία, Μακεδονία, Αττική και άλλα πασίγνωστα με αυτά τα ονόματα τοπωνύμια. Κι επειδή οι περιοχές αυτές δεν μετακόμισαν σε κάποια άλλη ήπειρο, υποθέτουμε πως οι όποιες αναφορές από τον ποιητή είχαν διαφορετικά ονόματα. Χρησιμοποιούσε δηλαδή άλλες λέξεις για γνωστούς κατά τους ιστορικούς χρόνους τόπους.

2ο Οι Έλληνες της ιστορικής αρχαιότητας, από τη δική τους πλευρά, αγνοούσαν την πραγματική θέση των μισών, σχεδόν, ομηρικών τοπωνυμίων, μερικών βασιλείων, και κάποιων νησιών.

3ο Οι αρχαίοι Έλληνες προσπαθούσαν με εικασίες να εντοπίσουν πολλούς «χαμένους» ομηρικούς τόπους. Αναγκάζονταν να μετακινούν βασίλεια και να στριμώχνουν επικράτειες για να χωρέσουν σε ένα γεωγραφικό μοντέλο που είχαν στο νου τους.

4ο Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η απόπειρα πολλών να διεκδικήσουν για την πόλη τους την καταγωγή ενός ένδοξου, αλλά αδέσποτου πλέον, ομηρικού ονόματος. Έτσι προέκυψαν δύο ή και περισσότερα ονόματα για τον ίδιο τόπο. Ολοφάνερα αυτό συνέβη στην περίπτωση της Πύλου, της Φθίας, της Εφύρας, και όχι μόνο.

Οι αιώνες οπισθοδρόμησης, ο επονομαζόμενος ελληνικός Μεσαίωνας, που ακολούθησαν από τα χρόνια του Τρωικού πολέμου μέχρι τα ιστορικά χρόνια, όχι μόνο έσβησαν από τη μνήμη τόπους, κατορθώματα και δράσεις, παρά άλλαξαν και τα ονόματα των μερών. Ο μυκηναϊκός πολιτισμός με τους βασιλείς, τους ήρωες και τις συνήθειές τους κατέρρευσε. Στα χρόνια που ακολούθησαν οι ανακατατάξεις στη ζωή ήταν σημαντικές. Η νεοεισαχθείσα  αλφαβητική γραφή έγινε οικεία στους πολλούς, έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη του πολιτισμού, το εμπόριο άνθισε μετά τους πρώτους και δεύτερους αποικισμούς, η Ελλάδα βρήκε διαφορετικό προσανατολισμό. Γιατί λοιπόν μαζί με τον προομηρικό και ομηρικό κόσμο που χάθηκαν να μην λησμονηθούν ονόματα πόλεων, ποταμών, νησιών; Πάντως βέβαιο δείχνει πως η γεωγραφική παράσταση του γνωστού και ρεαλιστικού χώρου, είναι και στα δύο έπη μέχρι και στις λεπτομέρειές της ταυτόσημη.

Στην Ομηρική γεωγραφία λίγα σημεία παραμένουν σταθερά και αναγνωρίσιμα ως τις μέρες μας. Από τις ονομαστικές του αναφορές τα πάγια και αναμφισβήτητα μέρη όπως ο Όλυμπος, η Αθήνα, η Θήβα, ο Κάβο Μαλιάς, και η Κρήτη είναι συγκεκριμένα και αμετάβλητα ως τις μέρες μας. Για πάρα πολλά άλλα υπάρχει αβεβαιότητα και ασάφεια, δύσκολο να προσδιοριστούν πού βρίσκονταν.

Πολλές φορές οι κατακτητές επιβάλουν μια δική τους νέα ονομασία αγνοώντας την προηγούμενη που είχε επικρατήσει στη χώρα και στο λαό που κατέκτησαν. Παράδειγμα ο Κολόμβος, που μέχρι το θάνατό του πίστευε πως έφτασε στις Ανατολικές Ινδίες και έδινε στη νέα γη αυτό το όνομα. Το όνομα δεν έπιασε, κόλλησε όμως στους αυτόχθονες κατοίκους της νέας ηπείρου κι αυτοί εσφαλμένα ονομάζονται μέχρι σήμερα Ινδιάνοι. Και λίγο αν αφήσεις έκθετο ένα όνομα αυτό κινδυνεύει να χαθεί ή να κλαπεί, όπως γίνεται σήμερα με τη Μακεδονία από τα Σκόπια.

 

Στην Οδύσσεια έχουμε για τον κεντρικό ήρωα Οδυσσέα αφετηρία της δράσης του την Ιθάκη, προορισμό μέσω Αυλίδας την Τροία κι επιστροφή μετά εικοσαετούς πολέμου και  περιπλανήσεων στην Ιθάκη. Για την οποία όμως υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες αν βρέθηκε, όχι από τον Οδυσσέα, αλλά από τους κατά καιρούς ομηριστές. Στην Ιλιάδα ένας από τους κεντρικούς ήρωες, ο Αγαμέμνονας, ξεκινά από τις Μυκήνες, σταματά στην Αυλίδα, φτάνει στην Τροία και ύστερα από δέκα χρόνια επιστρέφει στις Μυκήνες.

 Όμως σε ποιες Μυκήνες επέστρεψε; Αυτές του Παυσανία και του Σλήμαν; Ή μήπως κάπου αλλού;

Το προσωπείο του Αγαμέμνονα είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου η αρχαιολογική κοινότητα συμβιβάστηκε με λάθος αναφορές. Ο Σλήμαν πίστευε ότι ανακάλυψε τον τάφο του ομηρικού βασιλιά Αγαμέμνονα, από όπου το εύρημα πήρε την ονομασία του. Σύγχρονες αρχαιολογικές μελέτες απέδειξαν ότι το προσωπείο ανάγεται στο 1550-1500 π.Χ., δηλαδή περίοδο κατά τρεις αιώνες περίπου προγενέστερη από την εποχή που ο Αγαμέμνονας έζησε. Ωστόσο, το όνομα του προσωπείου παρά τα επιστημονικά δεδομένα παρέμεινε. Αγνοούμε πως λεγόταν οι Μυκήνες την εποχή του προσωπείου. Οι Μυκήνες του Ομήρου και του Αγαμέμνονα θα πρέπει να αναζητηθούν από την αρχή.

Η τοποθεσία με το κάστρο και τις Λεόντειες Πύλες, αυτή που σήμερα γνωρίζουμε με το όνομα Μυκήνες, απέκτησε το όνομά της στο 350 με 300 π. Χ. Μέχρι εκείνη την εποχή ήταν ερειπωμένη. Αυτό που ανέσκαψε ο Γερμανός και που σήμερα το λέμε Μυκήνες ήταν τα Ανάκτορα κάποιας άλλης πόλης με καταγωγή και δράση πανάρχαιη το όνομα της οποίας μας είναι άγνωστο.  

Ο Αγαμέμνονας κατ’ επανάληψη αναφέρει σαν πατρίδα του το Αχαϊκόν Άργος κι έτσι επικράτησε σύγχυση στους αρχαίους. Ο Όμηρος εννοεί την επικράτεια του Αγαμέμνονα αυτοί καταλαβαίνουν την πόλη Άργος. Κι έτσι προέκυψε σαν ανάγκη να «ανακαλύψουν» τις Μυκήνες κάπου κοντά στο Άργος και μάλιστα σχεδόν να ταυτίσουν τους δύο αυτούς τόπους και να μπλέξουν και να μπλεχτούν και με την Τίρυνθα. Οι νεότεροι ομηριστές παγιδευμένοι κι αυτοί, άλλος υπέθεσε πως υπήρχε ενιαίο βασίλειο μεταξύ Μυκηνών και Τίρυνθας, άλλος έβλεπε τις Μυκήνες σαν θερινό παλάτι του Αγαμέμνονα κι ένας τρίτος πως Μυκήνες και Τίρυνθα κυβερνήθηκαν από δυο διαφορετικούς, όχι όμως ανεξάρτητους βασιλείς.

 Συνοπτικά αυτός ο τόπος που σήμερα ονομάζουμε Μυκήνες γνωρίζουμε πως φιλοξένησε μια πόλη και κάποιους βασιλιάδες μερικούς αιώνες πριν από τον Αγαμέμνονα και τον Ατρέα.

Η δράση στις περισσότερες διασωθείσες τραγωδίες εκτυλίσσεται γύρω από τον Αγαμέμνονα στο τρίγωνο Μυκήνες, Τίρυνθα, Άργος. Το όνομα των Μυκηνών απουσιάζει από τις τραγωδίες του Αισχύλου, ενώ στου Σοφοκλή και στου Ευριπίδη κάνει δειλά την εμφάνισή του, και συχνά συγχέεται με το Άργος ή με την Τίρυνθα. Σε κάθε περίπτωση ο Αισχύλος τοποθετεί την πρωτεύουσα του Αγαμέμνονα στην Αργολίδα, επιλέγει όμως για τοποθεσία των ανακτόρων του την Τίρυνθα. Η μεταφορά της έδρας του Αγαμέμνονα στην Αργολίδα είχε σαν συνέπεια τον εκτοπισμό και την εξαφάνιση του βασιλέα του Άργους του ομηρικού ήρωα Διομήδη. Αυτός θα υποκύψει σε μια σιωπηλή «ποιητική ευθανασία». Αν σκύψουμε στον Ευριπίδη θα βρούμε πως ακόμη στην εποχή του οι Αθηναίοι ταυτίζουν τις Μυκήνες με την Τίρυνθα και τη Ναυπλία.

Ακόμη οι αρχαίοι της ιστορικής εποχής έδιναν ταυτόχρονα το ίδιο όνομα σε πολλούς διαφορετικούς τόπους. Παραδείγματα: Πύλος, Φθία, Εφύρα, Αιθιοπία, κλπ. Υπήρξε λοιπόν, στην αυγή της ιστορικής αρχαιότητας ένας εκτεταμένος «εξομηρισμός» της αρχαίας γεωγραφίας ο οποίος δημιούργησε μια χαοτική εικόνα. Οπότε γεννάται το ερώτημα: Μήπως το φαινόμενο του «εξομηρισμού» είχε πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις από αυτές που είναι ορατές;

Μερικές από τις ομηρικές ονομασίες προφανώς δεν χάθηκαν ποτέ, και ήταν αυτές που αποτέλεσαν τα σημεία αναφοράς στην επιχείρηση νέας ονοματοθεσίας. Πολλές από τις μυκηναϊκές πόλεις που έχουν βρεθεί, δείχνουν πως με το τέλος της μυκηναϊκής εποχής εγκαταλείφθηκαν κι ερήμωσαν. Και είναι απόλυτα φυσικό εφόσον η ζωή σταμάτησε να υπάρχει εκεί να χαθεί και το όνομά. Οι πόλεις άλλωστε εκείνης της εποχής ήταν πληθυσμιακά και σε έκταση μικρές, ήταν κυρίως ακροπόλεις, ορμητήρια και καταφύγια μόνο του βασιλιά και μιας δράκας συγγενών και πολεμιστών απέναντι στους αγρότες και κτηνοτρόφους υποτελείς τους που ήταν διασκορπισμένοι στην ύπαιθρο.

Στην Ελλάδα λίγα τοπωνύμια είναι συνδεδεμένα με ισχυρά και αμετάβλητα στοιχεία και γι’ αυτό δεν άλλαξαν. Όπως ο Κάβο Μαλιάς στον οποίον διασταυρώνονται τρία πελάγη: Το Αιγαίο, το Κρητικό και το Ιόνιο. Τα υποθαλάσσια ρεύματα αλλά και οι άνεμοι είναι ισχυροί όταν έρχεται η ώρα τους. Το πέρασμα του Κάβο Μαλιά έχει πνίξει χιλιάδες κόσμο κι αυτό είναι χαραγμένο στις συνειδήσεις από τα αρχαία χρόνια. Για πάρα πολλά άλλα μέρη υπάρχει αβεβαιότητα και ασάφεια. Μέχρι τις μέρες μας αναζητούνται η Φθία, η Σπάρτη, η Οιχαλία, η Πύλος, η Εφύρα, το ακμαίο νησί Δουλίχιον, η Ιθάκη, η Αιθιοπία κι ένα σωρό αλλά.

 

 

 

2 Μαλειάων όρος αιπύ

  

Στο απόσπασμα που παραθέσαμε στην αρχή ο Όμηρος λέει πως ο Αγαμέμνονας επιστρέφοντας από την Τροία προσπερνάει το Σούνιο, το Άργος και το Ναύπλιο και κατευθύνεται νότια. Προσπερνά και την Μονεμβασιά και φτάνοντας στον Κάβο Μαλιά θυελλώδεις αντίθετοι άνεμοι τον γύρισαν ξανά πίσω. Μετά, στη δεύτερη απόπειρα, ο στόλος του παρακάμπτει τον Κάβο και φτάνοντας αμέσως στις Μυκήνες, στο παλάτι του, δολοφονείται από τον Αίγισθο, που ειδοποιήθηκε από έναν τοποθετημένο στη Μονεμβασιά τοποτηρητή.

Η αφήγηση αυτή του Ομήρου όταν διαβάζεται με τα σημερινά γεωγραφικά δεδομένα δείχνει παράδοξη. Όμως ο Όμηρος δεν μιλάει εδώ για κάποιο φανταστικό νησί των Λωτοφάγων ή της Κίρκης ή για το πλωτό νησί του Αιόλου, αλλά για αληθινούς και πασίγνωστους τόπους.

Η διαδρομή του Αγαμέμνονα κατά την επιστροφή του στις Μυκήνες  είναι Α=Τροία, Β=Μυκήνες. Δεν αναφέρει πουθενά ο Όμηρος πως ο Αγαμέμνονας είχε εκκρεμότητες  στην επικράτεια των Λακεδαιμονίων ή και πιο βόρεια στην Πύλο που έπρεπε, πριν πάει στην πατρίδα του, στις γνωστές Μυκήνες κοντά στο Άργος, να διευθετήσει. Μετά από από δέκα χρόνια στο σημείο Α=Τροία, επιστρέφοντας κατευθύνεται στο σημείο Β στην πατρίδα του, στις Μυκήνες. «Όλος χαρά πάτησε τότε της πατρίδας του το χώμα» μας λέει ο ποιητής.

Αλλά τι δουλειά έχουν τα σημεία Γ=Μονεμβασιά; Ή και Δ=Κύθηρα, που κι αυτά μπλέχτηκαν από κάποιους ομηριστές, οι οποίοι καθισμένοι στα γραφεία τους στην Οξφόρδη ή στη Χαϊδελβέργη, μελετούν μετά μανίας τα έπη και αποφαίνονται; Τα σημεία Γ και Δ (πιθανοί τόποι όπου είχε εγκατασταθεί ο τοποτηρητής του Αίγισθου) είναι εντελώς εκτός και μακριά από τη διαδρομή επιστροφής. Τόσο εκτός και μακριά ώστε να δείχνουν παράλογα. Επίσης τι θα έκανε ένας βιγλάτορας στα Κύθηρα ή στη Μονεμβασιά εάν οι Μυκήνες είναι πολύ πιο πριν, στον Αργολικό κάμπο; Μήπως ο Αίγισθος υπέθεσε πως ο Αγαμέμνονας θα μπερδευόταν στην επιστροφή του και θα έφτανε κατά λάθος μέχρι τον Κάβο Μαλιά; Κι έβαλε εκεί έναν άνθρωπο για έναν ολόκληρο χρόνο να κοιτάζει το πέλαγος; Εκτός κι αν υπάρχει κι άλλος Κάβο Μαλιάς στην περιοχή κοντά στις γνωστές μας Μυκήνες. Αλλά αυτό ποτέ και κανείς δεν το έχει αναφέρει.

Το δίκτυο των φρυκτωριών περιγράφεται λεπτομερώς από τον Αισχύλο στην τραγωδία Αγαμέμνων και αναφέρεται στον Τρωικό πόλεμο. Η Κλυταιμνήστρα αναγγέλλει την είδηση της κατάκτησης της Τροίας από τους Αχαιούς και περιγράφει τη διαδρομή του φωτεινού σήματος που έστειλε ο Αγαμέμνονας από την Τροία. Σύμφωνα με την αφήγηση η είδηση μεταδόθηκε μέσα σε μία νύχτα. Με λίγα λόγια: Η Κλυταιμνήστρα έμαθε αμέσως πως η Τροία έπεσε. Ο Αίγισθος τότε τοποθετεί βιγλάτορα στα κτήματά του στην περιοχή της Μονεμβασιάς, του τάζει δυο χρυσά τάλαντα κι αυτός για έναν χρόνο ατενίζει το πέλαγος περιμένοντας να δει το στόλο του Αγαμέμνονα να επιστρέφει.

Αν πάρουμε σαν δεδομένο πως οι Μυκήνες είναι στον Αργολικό κάμπο, τότε τα κτήματα του Αίγισθου και ο τοποτηρητής πρέπει να τοποθετηθούν σε ένα ψηλό, ορεινό σημείο πριν από τις Μυκήνες. Λόγου χάριν κάπου στην Τροιζηνία. Αλλά τότε θα πρέπει να αναζητηθεί κάπου εκεί κοντά κι ένας Κάβο Μαλιάς με ισχυρές θύελλες. Μαλιά κουβάρια, εν ολίγοις. Ενώ αν πάρουμε σαν σταθερό σημείο τον πανάρχαιο και αμετάβλητο Κάβο Μαλιά με τις επικίνδυνες θύελλές του, τότε έχουμε μια άλλη εικόνα. Τα κτήματα του Αίγισθου, όπως λέει ο Όμηρος, βρίσκονταν στην ευρύτερη περιοχή της Μονεμβασιάς και οι Μυκήνες αμέσως μετά το πέρασμα του Κάβο Μαλιά. Και μάλιστα όχι πολύ μακριά από αυτό το πέρασμα όπως αντιλαμβανόμαστε από την αφήγηση του ποιητή. Η αμέσως επόμενη εικόνα που μας παραθέτει ο Όμηρος είναι ο Αγαμέμνονας, αφού προσπερνά τν Κάβο, να σκύβει δακρυσμένος και να φιλά τα χώματα της πατρίδας του. Οπότε είμαστε υποχρεωμένοι να αναρωτηθούμε:

Μήπως τελικά οι Μυκήνες ΔΕΝ ήταν εκεί που σήμερα είμαστε βέβαιοι πως είναι;

Ποια επικράτεια προσδιορίζει ο Όμηρος με τη λέξη Λακεδαιμονία;

Όταν μας λέει για τη Σπάρτη πού τοποθετεί την πόλη;

Πού ακριβώς βρίσκονταν οι Μυκήνες του Αγαμέμνονα;

 Και πού η Σπάρτη του αδερφού του Μενέλαου;

Ακολουθώντας τις περιγραφές του Ομήρου μπορούμε να υποθέσουμε πως ο Αγαμέμνονας είχε το βασίλειό του στο νότιο άκρο της Πελοποννήσου, στη σημερινή Λακωνία, με πιθανή έδρα την Ελαφόνησο – που εκείνη την εποχή ήταν ενωμένη με τη στεριά – και μάλιστα το Ανάκτορό του ήταν στο βυθισμένο πλέον Παυλοπέτρι. Από εκεί έλεγχε το πέρασμα προς βόρεια και προς δυσμάς, από εκεί η Κρήτη και η Αίγυπτος ήταν κοντά. Ο Αγαμέμνονας από το σημείο αυτό μπορούσε άνετα να επιδίδεται είτε σε εμπορικές συναλλαγές, είτε σε πειρατείες ή και στις δύο αυτές ασχολίες. Κυριαρχούσε σε ένα μεγάλο κομμάτι της Πελοποννήσου κι απέκτησε τον τίτλο του Βασιλέα των Βασιλέων. Η επικράτειά του κάλυπτε τη σημερινή Λακωνία, τη μισή Αρκαδία, τον Μεσσηνιακό κάμπο, όπου και είχε τοποθετήσει τον αδερφό του Μενέλαο, και συνόρευε με το βασίλειο της Πύλου. Από την Πύλο μέχρι την Καλαμάτα βρισκόταν και οι εφτά πόλεις που έταξε ο Αγαμέμνονας προίκα στον Αχιλλέα.

Οι Αρχαίοι Έλληνες, αλλά και οι σύγχρονοι μελετητές του Ομήρου εντελώς άβολα στρίμωξαν την επικράτειά του στο τμήμα κοντά στο Άργος κι  έβαλαν την πρωτεύουσα του βασιλείου του στις σημερινές Μυκήνες. Όμως οι εφτά πόλεις που ο Αγαμέμνονας έταξε προίκα στον Αχιλλέα πού να χωρέσουν; Και το όμορο βασίλειο του αδερφού του Μενέλαου, που θα στριμωχτεί κι αυτό για να αποτελέσουν τα δυο βασίλεια μαζί το «δίσκηπτρον και δίθρονον» κατά τον Αισχύλο; Από τα αρχαία χρόνια οι διάφοροι ομηριστές μετακινούν βασίλεια, ακρωτήρια, βουνά και ποταμούς παγιδευμένοι από την λάθος ανάγνωση των γεωγραφικών τοπωνυμίων στα ομηρικά έπη.

Ακόμη πώς να εξηγήσει κανείς το γεγονός ότι ο αρχιστρατηλάτης Αγαμέμνονας, ο κυρίαρχος του ελλαδικού τόπου, είχε την πρωτεύουσά του βασιλείου του δέκα χιλιόμετρα από το Άργος, την πρωτεύουσα του σπουδαίου βασιλείου του Διομήδη; Πώς διάολο στριμώχτηκε ο Αγαμέμνονας σε εκείνον το χώρο που δεν έχει πρόσβαση στη θάλασσα; Οι ιστορίες της Ιλιάδας και της Οδύσσειας διαδραματίζονται δίπλα ή μέσα στη θάλασσα κι έχουν ήρωες θαλασσινούς. Θάλασσα και Αχαιοί είναι έννοιες ταυτόσημες. Φαντάζει λοιπόν περίεργο το βασίλειο του Αρχιστρατηλάτη και Αρχιναύαρχου να μην έχει άμεση πρόσβαση σε μιαν ακτή. Κάτι τέτοιο είναι αντίθετο στην κοινή λογική και στις συνθήκες της εποχής εκείνης.

Μια κατάσταση αρκετά περίεργη για να είναι αληθινή. Οι σχολιαστές του Ομήρου χαρακτήρισαν αυτή τη γεωγραφική διευθέτηση ως: «αξιοσημείωτη», «αδύνατη», «αδιανόητη», «ακατανόητη», «περισσότερο κι από απίθανη», «παράλογη», «αυθαίρετη», «συγκεχυμένη», «τερατωδία ασυμβίβαστη τόσο με την ιστορία όσο και με τη γεωγραφία του τόπου», και εν τούτοις αποδέχτηκαν και επιμένουν σε αυτήν την διευθέτηση.

Όμως ο Στησίχορος και ο Σιμωνίδης τοποθετούσαν το βασίλειο του Αγαμέμνονα στην περιοχή της Λακεδαιμονίας.

«Όμηρος δε εν Μυκήναις φησί τα βασίλεια Αγαμέμνονος, Στησίχωρος δε και Σιμωνίδης εν Λακεδαίμονι» σχολιάζει ο Ευστάθιος.

Κι ο Πίνδαρος ονομάζει τον Ορέστη Λάκωνα, ενώ τοποθετεί το θάνατο του Αγαμέμνονα στις Αμύκλες της Λακωνίας. Την πληροφορία πως ο γιος του Αγαμέμνονα ο Ορέστης βασίλεψε στη Λακωνία, την επαναλαμβάνει κι ο Παυσανίας. Στις μέρες του Παυσανία οι Σπαρτιάτες έδειχναν στις Αμύκλες τον τάφο της Κασσάνδρας, ένα άγαλμα του Αγαμέμνονα και μια εικόνα της Κλυταιμνήστρας, προφανώς των ιστορικών χρόνων και όχι της εποχής του Τρωικού πολέμου. Στις Αμύκλες όμως βρέθηκαν άφθονα μυκηναϊκά κατάλοιπα, καθώς και κομμάτια από μεγάλα πήλινα αγγεία της ιστορικής αρχαιότητας, που στα χείλη τους έφεραν αναθηματικές επιγραφές με το όνομα του αρχιστράτηγου των Αχαιών: ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ. Και στη Λακωνία ο Αγαμέμνονας λατρευόταν σαν θεότητα. Σύμφωνα με κάποιον θρύλο που διέσωσε ο Ηρόδοτος, οι Λακεδαιμόνιοι βρήκαν τα οστά του Ορέστη στην Τεγέα και τα μετέφεραν στη Σπάρτη μετά από υπόδειξη του Μαντείου των Δελφών.

Αυτές οι ιστορίες, που διαδίδονταν από στόμα σε στόμα, για τους Σπαρτιάτες που ένιωθαν αποστροφή προς τους ποιητές και την ποίηση, ήταν μόνο προφορικές ιστορίες, που με το κύλισμα των αιώνων ξεχάστηκαν. Οι Αθηναίοι, που πολιτισμικά ήταν πανίσχυροι, με τον καιρό επέβαλαν τη δική τους ιστορία και τη δική τους γεωγραφία. Άλλωστε, διορατικοί όντες, επί Πεισίστρατου κατέγραψαν τα έπη κι επέβαλαν την ανάγνωσή τους με την δική τους οπτική. Οι Σπαρτιάτες θεωρούσαν την ποίηση ασυμβίβαστη με το στρατιωτικό τους πνεύμα. Κι αυτή η αποστροφή στα πολιτιστικά και στην ποίηση των Λακώνων τους έκαναν ανίσχυρους να υπερασπιστούν αποτελεσματικά τους παραδοσιακούς μυκηναϊκούς τους τίτλους.

Το όνομα Σπάρτη οι κάτοικοί της μέχρι και τον 7ο αιώνα το αγνοούσαν. Στην ευρύτερη περιοχή υπήρχαν σκορπισμένοι και σε μεγάλη έκταση τέσσερις στρατιωτικοί οικισμοί (Πιτάνη, Λίμνες, Κυνόσουρα, Μεσσόα) αλλά όχι η πόλη Σπάρτη. Για τον εαυτό τους συνήθιζαν το Λακεδαιμόνιοι ή Λάκωνες και όχι το Σπαρτιάτες.

Υπάρχει ακόμη μια ακόμη αξιοπρόσεκτη αναφορά στην Οδύσσεια από τον Όμηρο. Ο Τηλέμαχος φεύγει με δίφρο από την Πύλο και ύστερα από ταξίδι μιάμισης μέρας φτάνει στη Σπάρτη. Αν η Σπάρτη ήταν εκεί που είναι και σήμερα αυτό το χρονικό διάστημα δεν αρκεί. Μεταξύ Μεσσηνίας και Λακωνίας παρεμβάλλεται ο τεράστιος όγκος του Ταϋγέτου. Αν μεταφερθούμε νοερά στα χρόνια εκείνα θα καταλάβουμε πως το οδικό δίκτυο ήταν εντελώς πρωτόγονο σε σχέση με σήμερα. Και δεν υπήρχε διαδρομή για να παρακαμφθεί ο Ταΰγετος πιο σύντομη από τη διαδρομή Πύλος, Καλαμάτα, Μεγαλόπολη, Σπάρτη. Αλλά αυτή διαρκούσε πολύ περισσότερο από μιάμιση μέρα. Μόνο εάν η Σπάρτη του Μενέλαου βρισκόταν στη θέση της σημερινής Καλαμάτας η περιγραφή του Ομήρου είναι σωστή.

Και τι τέλος πάντων ήθελε εκεί κάτω στον Κάβο Μαλιά ο Αγαμέμνονας; Μετά από τόσα χρόνια πολέμου στην Τροία και απουσίας από τις Μυκήνες και την οικογένειά του έπιασε να κάνει κρουαζιέρα περιπλέοντας την Πελοπόννησο; Ή μήπως θα ισχυριστεί κάποιος πως δεν γνώριζε πού είναι οι Μυκήνες και πού το βασίλειό του; Αυτή η πορεία του στόλου του μέχρι νότια στο περιώνυμο ακρωτήρι, η οποία γίνεται φυσιολογικά, δείχνει εντελώς παράδοξη αν την υπολογίσουμε με τις δικές μας γεωγραφικές γνώσεις. Αν όμως τη διαβάσουμε με άλλη θεώρηση και με τη βεβαιότητα πως ο Όμηρος γνώριζε καλά και γεωγραφία και ιστορία τότε στα μάτια μας θα προβληθεί άλλη εικόνα.

Με λίγα λόγια ο Βαγγέλης Πανταζής πιστεύει πως η Ομηρική Σπάρτη βρισκόταν στη θέση της σημερινής Καλαμάτας. Και οι Ομηρικές Μυκήνες που ο ποιητής τις τοποθετεί μετά την παράκαμψη του Κάβο Μαλιά μάλλον ήταν η βυθισμένη πόλη Παυλοπέτρι στην Ελαφόνησο κοντά στη Νεάπολη. Όμως μαρτυρίες άλλες εκτός από τις φιλολογικές του Ομήρου δεν υπάρχουν. Ούτε η αρχαιολογία κατάφερε να φέρει στο φως κάτι που να στηρίζει αυτή την υπόθεση. Για αυτό και απλά καταθέτει τον προβληματισμό του, σαν σοβαρή άποψη,  χωρίς δογματικές εξάρσεις.

Το Παυλοπέτρι στο βυθισμένο τμήμα της Ελαφονήσου, που οι αρχαιολόγοι κάθε καλοκαίρι ανασκάπτουν με ενάλιες επισκέψεις, μαρτυρεί ως τώρα μια καταγωγή που ανάγεται στο 5000 π. Χ. τουλάχιστον. Έχει δε κτίρια μεγάλα και ευρύχωρους δρόμους, όπως ακριβώς περιγράφει τις Μυκήνες ο Όμηρος. Αντιθέτως, το μέρος που λέμε σήμερα Μυκήνες, είναι επιβλητικό στην όψη του με τις Λεόντειες Πύλες, όμως τα δρομάκια μέσα στο Κάστρο είναι απελπιστικά στενά και ανήλιαγα.

Αν τα κτήματα του Αίγισθου που αναφέρει ο Όμηρος βρίσκονταν έξω από την Μονεμβασιά, αυτά μπορεί να ήταν νοτιότερα, στον Άγιο Φωκά. Πόσο πίσω να μπόρεσε μια θύελλα να γυρίσει το στόλο του Αγαμέμνονα; Μόλις απομακρυνθεί κάποιος από τον Κάβο ο άγριος καιρός μεταβάλλεται σημαντικά. Και πού να ήταν οι «αγρού απ’ εσχατιήν», το τελευταίο ακραίο σύνορο; Ο βιγλάτορας του Αίγισθου, βλέποντας το πέρασμα των καραβιών του Αγαμέμνονα και παρακολουθώντας την κρίσιμη παλινδρόμηση λόγω της θύελλας, θα προλάβαινε άνετα με ένα άλογο να διασχίσει τα ορεινά μονοπάτια, να φτάσει στο Παυλοπέτρι και να ειδοποιήσει τον Αίγισθο. Με τα δεδομένα εκείνης της εποχής τρεις με τέσσερις ώρες δρόμος είναι.

Η παλινδρόμηση των πλοίων του Αγαμέμνονα εκτός από το ποιητικό μεγαλείο της αύξησης της αγωνίας προσφέρει από τον Όμηρο και τη λογικοφανή εξήγηση: Ο παρατηρητής του Αίγισθου πρόλαβε και τον ειδοποίησε κι αυτός προετοίμασε την ενέδρα και τη σφαγή του Αγαμέμνονα. Γιατί η κρίσιμη παλινδρόμηση καθυστέρησε το στόλο του Αγαμέμνονα πολλές ώρες. Όλα αυτά συνεπάγονται πως ο Όμηρος που γνώριζε καλά τη γεωγραφία μας υποδεικνύει έμμεσα και το χώρο των Μυκηνών οι οποίες βρίσκονταν μόλις παρακαμφθεί ο Κάβο Μαλιάς. Για να επιστρέψει ο Αγαμέμνονας από την Τροία στις Μυκήνες έπρεπε να περάσει από το ακρωτήρι που από τα πανάρχαια χρόνια είναι σταθερό και αναγνωρίσιμο σημείο για στεριανούς και για ναυτικούς.

«Αγρού απ’ εσχατιήν όθι δώματα ναίε Θυέστης το πριν,

άταρ τότ’ έναιε Θυεστιάδης Αίγισθος».

«Στο τελευταίο ακραίο σύνορο της χώρας, όπου παλιά ζούσε ο Θυέστης, και τώρα του Θυέστη ο γιος, ο Αίγισθος».

Εκεί λοιπόν ο βιγλάτορας κοιτάζει και βλέπει το στόλο να πλέει προς τα νότια. Ανηφορίζοντας το ορεινό μονοπάτι ρίχνει ξανά ματιές στο πέλαγος και βλέπει την παλινδρόμηση των πλοίων του Αγαμέμνονα εξ’ αιτίας της θύελλας. Καταλαβαίνει πως κέρδισε επιπλέον χρόνο και σπρώχνει με ορμή το άλογό του στο μονοπάτι για το Παυλοπέτρι. Φτάνει στα ανάκτορα πολλές ώρες πριν ο στόλος του Αγαμέμνονα μπει στο λιμάνι. Ο Αίγισθος ετοιμάζει είκοσι άντρες, υποδέχεται με τιμές τον Αγαμέμνονα και του στρώνει το τραπέζι. Ο Αγαμέμνονας σκύβει και φιλά δακρυσμένος το χώμα της πατρίδας του, μετά ανακουφισμένος που η πολυετής απουσία του στον πόλεμο έλαβε τέλος τρώει και πίνει έχοντας την Κασσάνδρα δίπλα του. Η Κλυταιμνήστρα προσβάλλεται και οργίζεται από αυτή την εικόνα. Τότε οι άντρες του Αίγισθου ορμούν και με τα σπαθιά τους τούς πετσοκόβουν πάνω στο δείπνο, «σαν βόδια που τα σφάζουν στο παχνί τους». Η Κλυταιμνήστρα ατάραχη παρακολουθεί τη σφαγή. Ο Αγαμέμνονας και η ερωμένη του τιμωρήθηκαν κι ο θρόνος του Βασιλέα των Βασιλέων παρέμεινε στα χέρια της και στου Αίγισθου. Μέχρι που κάποια χρόνια αργότερα θα εμφανιστεί στη σκηνή ο Ορέστης και με τη βοήθεια της Ηλέκτρας θα αποκαταστήσει το δίκαιο, σφάζοντας κι αυτός με το σπαθί του τους δυο εραστές.

 

Βαγγέλης Δ. Πανταζής, Ομηρική Γεωγραφία και Ομηρική Εποχή, Καστανιώτης

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΒραβείο Βρετανικής Ακαδημίας: Ανακοινώθηκε η βραχεία λίστα (του Σπύρου Κακουριώτη)
Επόμενο άρθροΘεατρικός χειμώνας 4: Εθνικό Θέατρο (της Όλγας Σελλά)

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Είναι πολύ εύκολο αν μεταφέρεις τα πάντα στον χώρο του φανταστικού να δεχτείς και να απορρίψεις τα πάντα. Βέβαια κανείς δεν σκέφτεται ότι απλά αποδέχεται κατά το δοκούν οτι ο Όμηρος είναι κατ’ αυτόν άλλοτε 5% σωστός άλλοτε 10% άλλοτε περισσότερο πάντοτε ανάλογα με το κατά πως τον βολεύει. Θα ήθελα όμως να ρωτήσω τον εντρυφή συγγραφέα του σημειώματος ή όποιον άλλο γνώστη αν μπορεί να υποδείξει έστω και έναν ομηρικό τόπο που να ταυτίζεται με τις περιγραφές του Ομήρου και όχι μόνο με το όνομα. Τότε και μόνο τότε θα μπορεί να μας κουνάει το δάχτυλο. Μέχρι τότε καλύτερα να σωπάσει.
    Υ.Γ. Δυστυχώς με τον Βαγγέλη Πανταζή προλάβαμε να έχουμε μόνο μια φευγαλέα επαφή οπότε δεν τον κρίνω.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ