Ολοκαύτωμα 2 : Ανασυνθέτοντας τη μνήμη  (της Ελένης Γεωργοστάθη)

0
406

της Ελένης Γεωργοστάθη

 

Στον κατάλογο των μεταφρασμένων βιβλίων για παιδιά και εφήβους γύρω από το Ολοκαύτωμα που έχουν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα ήρθε να προστεθεί το 2020 το Κάπου λάμπει ακόμα ο ήλιος των Μάικλ Γκρούενμπαουμ και Τοντ Χάζακ-Λόουι, ωραία μεταφρασμένο στη γλώσσα μας από τη Μαρίζα Ντεκάστρο. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό βιβλίο, βασισμένο στα βιώματα του εβραϊκής καταγωγής Γκρούενμπαουμ από τη γερμανική κατοχή στην Τσεχοσλοβακία και το στρατόπεδο συγκέντρωσης Τερεζίν, στο οποίο οδηγήθηκαν ο ίδιος, η μητέρα και η αδερφή του.

Η ιδιαιτερότητα του βιβλίου έγκειται στο ότι το υπογράφουν όχι ένας αλλά δύο συγγραφείς: Η πρώτη ύλη, το αυτοβιογραφικό υλικό, ανήκει, όπως προαναφέρθηκε, στον Γκρούενμπαουμ, αλλά το βιβλίο είναι γραμμένο εξολοκλήρου από τον Χάζακ-Λόουι. Ο Γκρούενμπαουμ στην κατατοπιστική του εισαγωγή εξηγεί μεταξύ πολλών άλλων τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτή την επιλογή, ενώ ο Τοντ Χάζακ-Λόουι, με τη σειρά του, στο επίμετρο στο τέλος του βιβλίου μοιράζεται με τους αναγνώστες του τις δυσκολίες με τις οποίες βρέθηκε αντιμέτωπος στο ξεκίνημα και στην πορεία του έργου του και τη μεθοδολογία που ακολούθησε στην προσπάθειά του να αποδώσει στο μέτρο του δυνατού το κλίμα της εποχής, να αναπλάσει τους βασικούς του χαρακτήρες και να διαχειριστεί τα κενά μνήμης του ίδιου του Γκρούενμπαουμ.

Αφήνοντας στην άκρη την εξαντλητική έρευνα και τις ποικίλες πηγές από τις οποίες άντλησε, θα ήθελα να εστιάσω σε δυο βασικές αφηγηματικές του επιλογές: τον τρόπο με τον οποίο οργανώνει το υλικό του και τη χρήση της πρωτοπρόσωπης ενεστωτικής αφήγησης. Ως προς το πρώτο, παρατηρούμε ότι και τα τρία μέρη του βιβλίου απαρτίζονται από κεφάλαια που στη θέση του τίτλου έχουν ημερομηνίες, θυμίζοντας ημερολογιακές καταγραφές ή, μάλλον, σκόρπιες σελίδες ημερολογίου (μια και σε λίγες μόνο περιπτώσεις οι ημερομηνίες αυτές είναι κοντινές μεταξύ τους – συνήθως απέχουν η μία από την άλλη έναν ή περισσότερους μήνες). Με αυτόν τον τρόπο ο Χάζακ-Λόουι μοιάζει να επιχειρεί να διαχειριστεί αφηγηματικά τα όποια κενά ή χάσματα μνήμης του Γκρούενμπαουμ, εστιάζοντας κάθε φορά σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό και χτίζοντας την αφήγησή του γύρω από αυτό. Ταυτόχρονα κατορθώνει να καλύψει με τρόπο κινηματογραφικό κοντά μια εξαετία συνταρακτικών γεγονότων: την είσοδο των Ναζί στην Πράγα, τις σταδιακές απαγορεύσεις που επιβάλλονται στους Εβραίους της πόλης, τον περιορισμό της οικογένειας του αφηγητή στην Παλιά Πόλη, τη σύλληψη και τον θάνατο του πατέρα του, τη μεταφορά του ίδιου, της αδερφής και της μητέρας του στο Τερεζίν, τη διαχείριση της νέας πραγματικότητας στο στρατόπεδο, την ένταξή του στην ομάδα των Νεσαρίμ, τη γνωριμία με την παρηγορητική πατρική φιγούρα του Φράντα, τα τρένα που παίρνουν μακριά φίλους κι αγαπημένους, την αγωνιώδη προσπάθεια της μητέρας του να γλιτώσει τον εαυτό της και τα παιδιά της από τα τρανσπόρτα. Ταυτόχρονα τα χρονικά χάσματα ανάμεσα σε κάθε νέο κεφάλαιο της ζωής του αφηγητή και πρωταγωνιστή Μίσα φαντάζουν ικανά όχι μόνο να καταπιούν εβδομάδες και μήνες, προσωπικές ιστορίες κι ονόματα που μένουν λειψά ή χάνονται στη δίνη των γεγονότων, αλλά και να απαλύνουν απώλειες κι αποχωρισμούς, να ξεγελάσουν έστω για λίγο τον φόβο και τη φρίκη, ν’ αποδιώξουν φευγαλέα την οσμή του θανάτου και το φάντασμα της εξαθλίωσης.

Αντίστοιχα καίριο ρόλο στον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνονται η ζωή και, κυρίως, τα συναισθήματα του ήρωα παίζει η πρωτοπρόσωπη ενεστωτική αφήγηση. Κάθε συνάντηση του αναγνώστη με τον Μίσα είναι η συνάντηση με την εκάστοτε φωνή ενός παιδιού ή εφήβου διαφορετικής ηλικίας, που βιώνει σε όλη της την ένταση τη στιγμή. Γιατί ο αφηγητής του Κάπου λάμπει ακόμα ο ήλιος δεν είναι ο ηλικιωμένος επιζών που ανακαλεί από απόσταση γεγονότα από πολλά και διαφορετικά στρώματα μνήμης ανάκατα με εκ των υστέρων συναισθήματα, αλλά ο εννιάχρονος, εντεκάχρονος ή δεκατετράχρονος Μίσα που πεινά, στερείται, αγωνιά, υποφέρει, πενθεί, αλλά και δημιουργεί φιλίες, κάνει σκανταλιές, ερωτεύεται, χαίρεται τη νίκη στο ποδόσφαιρο απαλλαγμένος από το βάρος της αναδρομικής μνήμης και της συναισθηματικής φόρτισης που αυτή συνεπάγεται. Η ενεστωτική αφήγηση, πέρα από τη ζωντάνια και την αμεσότητα με τις οποίες επενδύει γεγονότα και συναισθήματα, «θωρακίζει» τον κεντρικό ήρωα με μια άγνοια που άλλοτε φαντάζει ανακουφιστική κι άλλοτε ειρωνική. Ο αναγνώστης, εφοδιασμένος με μια γνώση που δε διαθέτει ο Μίσα, δεν μπορεί παρά να χαμογελάσει θλιμμένα κάθε φορά που ο νεαρός αφηγητής αναρωτιέται τι ακριβώς ρόλο παίζουν τα τρανσπόρτα και πού καταλήγουν οι κολλητοί, οι σύντροφοι του παιχνιδιού, οι πρώτοι έρωτες που παίρνουν μαζί τους τα τρένα τα οποία φεύγουν από το Τερεζίν. Η επίγνωση θα έρθει αργά, σταδιακά, αρχικά ως ασαφής υποψία, μετά ως φόβος και τελικά ως απτή πραγματικότητα – κι είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο ο Χάζακ-Λόουι διαχειρίζεται την κλιμάκωση αυτών των συναισθημάτων. Και θα είναι τότε που ο Μίσα, το εννιάχρονο αγόρι μιας μακρινής εποχής που κοίταζε με λαχτάρα τα τρενάκια στη βιτρίνα του Βασιλιά των Σιδηροδρόμων, έφηβος πια, θα αντιληφθεί σε όλη του τη φρίκη το αδιανόητο μυστικό που κουβαλούσαν μαζί τους οι συρμοί που ξεμάκραιναν από το Τερεζίν.

Άραγε, ίσως αναρωτηθεί ο αναγνώστης, μήπως η άγνοια κατόρθωσε να περισώσει κάτι από την καταδικασμένη παιδική κι εφηβική ηλικία του αγοριού, χαρίζοντάς του στιγμές ανεμελιάς ακόμα και μέσα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης; Ως προς αυτό, ο συγγραφέας, με τη φωνή του Μίσα, δεν αφήνει περιθώρια για ψευδαισθήσεις: «Έχω την εντύπωση ότι θα κάνω αυτή τη δουλειά για πάντα. Θα περάσουν είκοσι χρόνια κι εγώ θα σπρώχνω αυτό το κάρο. Τότε θα είμαι τριάντα τεσσάρων ετών, αλλά θα μοιάζω με δέκα, γιατί κάτι σε τούτο το μέρος με εμποδίζει να μεγαλώσω», σκέφτεται ο ήρωας λίγο πριν από το τέλος του βιβλίου. Και προσπαθεί να ανακαλέσει στη μνήμη το πλήθος των χαμένων φίλων, πρόσωπα κι ονόματα, πρόσωπα χωρίς ονόματα, ρετάλια στιγμών με ανθρώπους προσωρινούς, που χρωμάτισαν με το εφήμερο πέρασμά τους μια ματαιωμένη παιδική ηλικία, χωρίς να γνωρίζει ακόμα ότι σε όλη τη διαμονή τους στο Τερεζίν αυτός, η μητέρα κι η αδερφή του βρίσκονταν ουσιαστικά στον προθάλαμο του Άουσβιτς. Αληθινά, μοιάζει με θαύμα η επιβίωση του Μάικλ Γκρούενμπαουμ – ενός από τους ελάχιστους επιζήσαντες μιας βάναυσα δολοφονημένης, χαμένης γενιάς. Η απόφασή του να εμπιστευτεί την ιστορία του στον Τοντ Χάζακ-Λόουι όχι μόνο επιτρέπει να γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό η συγκλονιστική προσωπική μαρτυρία του αλλά και χαρίζει στη λογοτεχνία ένα εξαιρετικό βιβλίο.

 

Michael Gruenbaum και Todd Hasak-Lowy, Κάπου λάμπει ακόμα ο ήλιος – Ένα παιδί που επέζησε αφηγείται, Mτφρ. Μαρίζα Ντεκάστρο, Εκδόσεις Παπαδόπουλος, Αθήνα 2020.

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΜνήμη Ολοκαυτώματος 1: “Ξένες Γλώσσες” (του Μπένυ Νατάν)
Επόμενο άρθροΜνήμη Ολοκαυτώματος 3 : … δεν είναι επεισόδιο τοπικής Ιστορίας (της Μαρίζας Ντεκάστρο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here