Όλοι συνομιλούν κι εμείς διαβάζουμε

0
339

Ελένη Τσαντίλη(*).

 

Το βιβλίο Στο σπίτι του κρεμασμένου του Κυριάκου Συφιλτζόγλου (Θράκα, Αθήνα 2015) περιλαμβάνει 28 μικρά και αυτοτελή κείμενα, τα περισσότερα πεζόμορφα, στα οποία πρωταγωνιστούν και συναντιούνται, συχνά ενώπιος ενωπίω, συγγραφείς, ζωγράφοι και φωτογράφοι. Κείμενα παρόμοια στο ύφος και στην ιδέα είχαν πρωτοδημοσιευθεί στο Facebook και μετά από αυτή τη δημόσια δοκιμή, έπειτα από επεξεργασία, πήραν τη μορφή βιβλίου. Το περιεχόμενο είναι διασκεδαστικό όμως θα εστιάσουμε σε δύο στοιχεία που προκύπτουν από το βιβλίο στο σύνολό του, συγκεκριμένα την πρόσληψη και τον βιογραφισμό, που θα εξετάσουμε μέσα από τρεις άξονες. Ο πρώτος άξονας αφορά στο τι διαβάζει και πώς διαβάζει  ο συγγραφέας άλλους συγγραφείς, δηλαδή πώς προσλαμβάνει το έργο τους. Ο δεύτερος άξονας έχει να κάνει με τη σχέση βιώματος και έργου τέχνης. Αν θεωρήσουμε ότι τα βιώματα είναι κρίσιμος παράγοντας για τη διαμόρφωση ενός έργου, εμείς με τη σειρά μας ως αναγνώστες πόσο πολύ πρέπει να εστιάσουμε στην προσωπική ζωή, στο βιογραφικό του καλλιτέχνη όταν ερχόμαστε σε επαφή με το έργο του; Με απλά λόγια, πόσο καθορίζει η προσωπική ζωή του συγγραφέα τον τρόπο που εμείς θα δεχτούμε το έργο; Και στον τρίτο άξονα, τι σημαίνει γράφω σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον, πώς καθορίζουν οι ιστορικές συνθήκες το έργο μου και πώς το πέρασμα του χρόνου και η γνώση γύρω από τον κοινωνικό περίγυρο και την ιστορική στιγμή μπορούν να το φωτίσουν;

Ξεκινώ από τον πρώτο άξονα· το ζήτημα της πρόσληψης ενός συγγραφέα από συγγραφέα μέσα από κριτικές, δοκίμια, αλλά και πρωτότυπα πεζά και ποιήματα. Φέρνω στο νου έναν άλλο σύγχρονο Έλληνα ποιητή, τον Γιάννη Στίγκα με το Ισόπαλο τραύμα. Εκείνο το βιβλίο συζητά με τους “αγαπημένους” με έναν τρόπο που προδίδει στενή σχέση και άμεση επίδραση. Ή τη Στέππα του Δημήτρη Ελευθεράκη, ένα θεματικό βιβλίο γραμμένο και ποτισμένο από τη ρωσική/σοβιετική κουλτούρα και ιστορία. Από την άλλη ο τρόπος του Συφιλτζόγλου είναι αποστασιοποιημένος και τυχαίος. Μοιάζει με έναν παρατηρητή που εντοπίζει τις εκλεκτικές συγγένειες μεταξύ προσώπων και έργων. Τις περισσότερες φορές οι συγγένειες είναι ολοφάνερες. Η έλξη των στοιχείων είναι αναπόφευκτη, όπως συμβαίνει με το έργο του Ρέιμοντ Κάρβερ και του Έντουαρντ Χόπερ (σ. 11). Ο Ρέιμοντ Κάρβερ είναι ένας μεταπολεμικός αμερικανός συγγραφέας διηγημάτων που γράφει για συμβάντα της καθημερινότητας, τις μικρές και τις μεγάλες τραγωδίες που βρίσκουν τον μέσο άνθρωπο. Το έργο του χαρακτηρίζεται είναι ρεαλιστικό. Στο ίδιο πολιτισμικό περιβάλλον βρίσκεται πάνω κάτω και ο μεγαλύτερός του ηλικιακά Χόπερ που ζωγραφίζει σκηνές τυπικές αμερικανικές, εικόνες με ρεαλιστική ακρίβεια και με έντονη την αίσθηση της μοναξιάς, σε κενούς πολυτελείς χώρους. Και οι δύο με το έργο τους ψηλαφούν τις ρωγμές της αμερικανικής κοινωνίας σε περίοδο ανάπτυξης. Η έλξη τους αποτυπώνεται και στο  ποίημα. Μοιάζει σαν ο Χόπερ να ζωγραφίζει τα διηγήματα του Κάρβερ και αντίστροφα ο Κάρβερ να περιγράφει τις ζωγραφιές του Χόπερ. Έχουν ένα κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο εύκολα αναγνωρίσιμο.

Άλλες φορές η έλξη δεν είναι τόσο φανερή. Και κυρίως μοιάζει να μην αφορά το έργο των προσώπων αλλά τα ίδια τα πρόσωπα και τη ζωή τους, περιστατικά που τους σημάδεψαν ή ακόμη ακόμη και κάποια σωματική ομοιότητα όπως συμβαίνει με τις ρυτίδες του Σάμουελ Μπέκετ και της Μέλπως Αξιώτη· τα ινδιάνικα πορτρέτα τους διαβάζουμε στη σελίδα 20 του βιβλίου:

 

ο Σάμουελ Μπέκετ με τη Μέλπω Αξιώτη. αυτή ποτίζει τις ρυτίδες του. αυτός οργώνει τις σκέψεις της. συγγενεύουν. απ’ το ίδιο ινδιάνικο φαράγγι. καπνίζουν αμίλητοι. ένα ποτάμι αυλακώνει τα μάτια τους. η σελήνη τραβάει τα νερά. κάνουν να φιληθούν. ξαφνικά η Μαντώ Αραβαντινού. τους χαστουκίζει. σπάνε σαν ξερόκλαδα ο ένας πάνω στον άλλο

 

Με την προσθήκη της Μαντώς Αραβαντινού η συγγένειά τους φανερώνεται και στο επίπεδο τους έργου τους. Βαδίζουν πάνω στη γραμμή του μοντερνισμού. Αν ανατρέξουμε στα κείμενά τους πρέπει να σπάσει ο λόγος, να σπάσει το νόημα, να σπάσουν οι βεβαιότητες να σπάσουν οι ήρωες, να μείνει η μνήμη. Όμως ας δούμε αναλυτικότερα τι προτιμά ο Συφιλτζόγλου, τι διαβάζει, τι και ποιους μοντάρει σε κοινά ποιήματα. Έχουμε κλασικούς γερμανόφωνους: Κάφκα, Μπέρνχαρντ, Χάιντεγκερ, Μπένγιαμιν, Φάλαντα. Έχουμε κείμενα περί εικόνας: Έβανς, Γουίνογκραντ, Σόνταγκ, Ρόθκο, Ροτσένκο, Χόπερ. Έχουμε Ρώσους ή γενικότερα σλαβόφωνους, και συγκεκριμένα από το κομμάτι της ρωσικής πρωτοπορίας. Υπάρχουν και Έλληνες: Καβάφης, Βιζυηνός, Φιλύρας, Σαχτούρης, Αναγνωστάκης και Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου. Δεν τους ονοματίζουμε όλους αλλά βάζοντάς τους σε μια νοητή λίστα, πέρα από τα περισσότερο ή λιγότερο προφανή ζευγαρώματα, θα θέλαμε να δούμε πού συγκλίνουν όλα τα ονόματα. Διότι σε αυτόν τον πρώτο άξονα έχουμε καταρχάς έναν συγγραφέα, τον Κ. Συφιλτζόγλου, που διαβάζει και ύστερα γράφει για αυτά ή αυτούς που έχει (όχι απαραίτητα) διαβάσει. Ίσως το κοινό στοιχείο που τους συνέχει και για το οποίο μας προϊδεάζει η προμετωπίδα του βιβλίου είναι ο θάνατος. Όχι το γεγονός ότι είναι όλοι νεκροί, αλλά κυρίως ο τρόπος του θανάτου τους, ή η περιθωριακή ζωή τους. Κάθε πρόσωπο έχει ένα βάσανο, αυτό το βάσανο μπορεί να εμπλέκεται στην τέχνη τους μπορεί και όχι. Άλλοι παγιδευμένοι από την τρέλα έφυγαν στα τρελοκομεία (παραπέμπω στο ποίημα που συναντιούνται ο Φιλύρας, η Αλεχάντρα Πισάρνικ και ο Βιζυηνός στη σελίδα 24). Άλλοι ψηλαφούν τις ρωγμές του μικροαστισμού και του περιθωρίου. Τον Φράντς Κάφκα στο ποίημα που ανοίγει το βιβλίο βαραίνει η εβραϊκότητα και ο Πατέρας. Όλοι λοιπόν μοιάζουν να έχουν μια σκοτεινή μοίρα, ενώ για ορισμένες περιπτώσεις η ποιητική τέχνη εξισώνεται με πολιτική επιλογή (σ.28):

 

Κόνραντ: Πολωνός πατριώτης με αγγλική υπηκοότητα

                        στην Ουκρανία υπό ρωσική κατοχή

Ζέμπαλντ: Γερμανός φιλόλογος βαυαρικής καταγωγής

                        στον χιτλερικό στρατό υπό γαλλική αιχμαλωσία

ανασκαλεύουν, άρα υπάρχουν

ο πρώτος μ’ ατμόπλοιο

ο δεύτερος μ’ αεροπλάνο

 

Συναντάμε συγγραφείς που γράφουν χωρίς τυμπανοκρουσίες για τις αθέατες πλευρές του καθημερινού, του αστικού ή επαρχιακού τοπίου, άλλωστε «η καθημερινότητα είναι ένα ζήτημα» όπως λέει ο στίχος από το ποίημα της σελίδας 29. Ο Συφιλτζόγλου φροντίζει και τους τοποθετεί σε ανάλογα περιβάλλοντα. Τους Θεσσαλονικιούς ποιητές στην Αθήνα, Ρώσους κι Αμερικανούς σε δωμάτια ξενοδοχείων, άλλοι ανταλλάσουν πόλεις π.χ. Τόκιο-Μπουένος Άιρες. Από όλες τις συναντήσεις προσώπων τίποτα δεν φαίνεται παράταιρο, ούτε καν ο Εμίλ Σιοράν στη Σίφνο. Η πρώτη ανάγνωση και ο συνδυασμός προσώπων και έργων που επιχείρησε ο Συφιλτζόγλου βασίζεται πάνω στα κοινώς αποδεκτά αναγνωρίσιμα σημεία τους.

Όπως προαναφέρθηκε τα κείμενα αναφέρονται στις τύχες των ηρώων τους στη ζωή. Επομένως τίθεται το εξής ερώτημα και περνάμε στον δεύτερο άξονα συζήτησης που μας προσφέρει το βιβλίο: γιατί διαβάζουμε τα βιογραφικά ενός συγγραφέα και πώς οι πληροφορίες για τη ζωή του επηρεάζουν τη δική μας αναγνωστική συμπεριφορά απέναντι στο έργο του; Αναφέραμε παραπάνω ότι ο θάνατος ή γενικά μια “συναρπαστική” βιογραφία συνέχει πολλούς αν όχι όλους τους καλλιτέχνες που ονοματίζονται στο βιβλίο. Τα περισσότερα ποιήματα πιάνονται από μια λεπτομέρεια της ζωής κάθε προσώπου. Υπάρχει κάτι που πρέπει να γνωρίζουμε για τον Δανιήλ Χαρμς, για το πού πέθανε και από τι. Αλλιώς δεν βγάζει νόημα το να βρίσκεται μαζί με τον Χανς Φάλλαντα, όπως και ο Φάλλαντα μοιάζει παράταιρος χωρίς την ανάγνωση μέχρι τέλους του Πότη του (στοιχεία από το ποίημα της σελίδας 13). Με λίγα λόγια έχουμε έναν ποιητικό βιογραφισμό. Μπορεί ο βιογραφισμός να αποφεύγεται στη σύγχρονη θεωρία και την κριτική, ωστόσο σε μια ποιητική εκδοχή, δεν φωτίζει τόσο  πτυχές του έργου ενός συγγραφέα, θα ήταν παρακινδυνευμένο, αλλά αναδεικνύει στοιχεία που μπορεί και να απαντούν στο ερώτημα πώς φτιάχνεται η τέχνη, από τι υλικά συγκροτείται και πώς τα υλικά αυτά τη διατηρούν στο χρόνο. Τι είδαν οι άνθρωποι που στάλθηκαν στην εξορία, πέθαναν από κάποια αρρώστια, στάθηκαν μπροστά σε ένα ζωγραφικό πίνακα ή πίσω από μια φωτογραφική μηχανή για να απαθανατίσουν ένα ζευγάρι αγροτών; Όλα αυτά είναι κρίσιμες στιγμές στη ζωή τους. Εμείς σήμερα διαβάζουμε το έργο τους και διαβάζουμε για τη ζωή τους και βλέπουμε μια μαρτυρία ή μια κατάθεση. Αυτό δεν είναι δεσμευτικό αλλά είναι μια πραγματικότητα για κάθε αναγνώστη.

Πολλές φορές ο αναγνώστης μπορεί να εντυπωσιαστεί περισσότερο από το βιογραφικό ενός συγγραφέα παρά από το ίδιο το έργο. Ή να οδηγηθεί στο έργο αφού πρώτα γνωρίσει τη βιογραφία του. Πιθανότατα να διαβάσει και να ερμηνεύσει το έργο υπό το πρίσμα της βιογραφίας. Αυτό ίσως και να είναι καταστροφικό αναγνωστικά, ωστόσο μας φέρνει στον τρίτο και τελευταίο άξονα, την περιρρέουσα ατμόσφαιρα κατά τη διάρκεια της δημιουργίας και την πολιτική και ιστορική τοποθέτηση του έργου μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Στο τελευταίο παράδειγμα που αναφέραμε, τι θα ήταν ο Δανιήλ Χαρμς αν δεν είχε εκδιωχθεί από το σοβιετικό καθεστώς για τα αντισοβιετικά του ποιήματα; Και ποιος εκείνη την εποχή καθόριζε το πόσο σοβιετικά ή μη ήταν τα έργα της εποχής; Πώς εξαφανίστηκε η πρωτοποριακή σκηνή μιας γενιάς ολόκληρης; Αν δεν είχαν συμβεί μια σειρά από πολιτικά γεγονότα θα υπήρχε άραγε Δανιήλ Χαρμς και αν υπήρχε εμείς σήμερα πώς θα τον διαβάζαμε; Ένα έργο τέχνης, είτε ποίημα, είτε ζωγραφικός πίνακας είτε φωτογραφικό πορτρέτο, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ως τεκμήριο για μια εποχή. Για να επανέλθουμε στην πρόσληψη από την οποία ξεκινήσαμε, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου επιλέγει μια μικρή φέτα από ένα πρόσωπο, την πιο χαρακτηριστική για εκείνον, και πρώτον, σαν άλλος κριτικός επιγραμματικά συνοψίζει το καλλιτεχνικό του ύφος και τη θεματολογία του σε δυο σειρές, και δεύτερον μιλά για το ιστορικό υπόβαθρο του έργου μέσω του ίδιου του καλλιτέχνη που το έφτιαξε. Τα έργα πολλές φορές μας κάνουν να αναζητήσουμε το υπόβαθρό τους. Τον τόπο γέννησής τους, τη χρονολογία τους. Το αν χύθηκε γύρω τους αίμα, ή αν έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. Το βιβλίο Στο σπίτι του κρεμασμένου είναι μια προσωπική ανάγνωση που υπενθυμίζει τη συνάφεια μεταξύ προσώπων και έργων και μας δείχνει τον μεγάλο καμβά όπου όλα τα έργα γράφονται απ’ το ίδιο μελάνι. Η πρόσληψη σε αυτά τα κείμενα λειτουργεί σαν καθρέφτης με πολλαπλά έιδωλα. Ο δε βιογραφισμός είναι δίκοπο μαχαίρι για την κριτική. Και τα δυο μαζί, είναι εργαλεία για μια κοινωνιολογική θεώρηση της τέχνης.

 

(*)Το κείμενο (με κάποιες τροποποιήσεις) εκφωνήθηκε στην παρουσίαση του βιβλίου Στο σπίτι του κρεμασμένου του Κυριάκου Συφιλτζόγλου, στο βιβλιοπωλείο Επί λέξει, την Τρίτη 8 Δεκεμβρίου 2015.

Προηγούμενο άρθροΈνας Δον Κιχώτης από το Παρίσι;
Επόμενο άρθροΣυν-πτωση

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here