Όλγκα Τοκάρτσουκ-Complicite: Μια σπάνια συνάντηση θεάτρου και λογοτεχνίας (της Όλγας Σελλά)

0
401

 

 

της Όλγας Σελλά

Έχουμε αναρωτηθεί πολλές φορές, με αφορμή διάφορες παραστάσεις: πώς ανεβαίνει η πεζογραφία στο θέατρο; Έχουμε την απάντηση. Τουλάχιστον την έχουμε όσοι και όσες είδαμε την παράσταση της ομάδας Complicite «Οδήγησε το αλέτρι σου πάνω από τα οστά των νεκρών», στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση (παρουσιάστηκε από 4-7 Οκτωβρίου). Μια παράσταση που βασίζεται, για την ακρίβεια μεταφέρει επί σκηνής, το ομώνυμο βιβλίο της Πολωνής Νομπελίστριας  Όλγκα Τοκάρτσουκ. Ο Σάιμον Μακμπέρνι και η ομάδα του κατάφεραν να «διαβάσουμε» επί σκηνής ένα σπουδαίο βιβλίο και να δούμε μια ξεχωριστή θεατρική παράσταση. Με απλούστατους τρόπους. Σχεδόν χωρίς σκηνικά. Με φωτισμούς μόνο και με τη βοήθεια της τεχνολογίας, που αναδημιουργούσε στο βάθος της σκηνής όλο τον κόσμο των παραβολών και των ονείρων της βασικής πρωταγωνίστριας του βιβλίου, της Γιανίνα Ντουσέικο, που δεν επέτρεπε σε όποιον κι όποιον να τη φωνάζει Γιανίνα. Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο έλαμψε, γοήτευσε και συγκίνησε όλη η ποίηση που διαπερνά αυτό το υπέροχο βιβλίο (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Καστανιώτης», σε μετάφραση Αναστασίας Χατζηγιαννίδη).

Βρισκόμαστε σε μια μικρή κοινότητα μιας απομακρυσμένης πολωνικής κοινότητας, στο Κλότζκο, κοντά στα σύνορα με την Τσεχία. Εκεί ζει η Γιανίνα Ντουσέικο, φροντίζοντας, τους παγωμένους χειμώνες -μια εποχή που «δεν φτιάχτηκε για τον άνθρωπο» όπως λέει-,  τις εξοχικές κατοικίες που μένουν άδειες, τα σκυλιά της, «τα κοριτσάκια της» όπως τα προσφωνεί, και αντιδρώντας σε όσους κυνηγούν, φέρονται απάνθρωπα και σκοτώνουν τα ζώα. Όμως, εκείνον τον χειμώνα, μέλη της τοπικής κυνηγετικής λέσχης πεθαίνουν ο ένας μετά τον άλλον, κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, δημιουργώντας ανησυχία στην τοπική κοινότητα, στους ελάχιστους που την αποτελούν τέλος πάντων, με πρώτον απ’ όλους τον γείτονα της κ. Ντουσέικο, τον Λόξα. Είναι ένα από τα πολλά παρατσούκλια που αρέσκεται να δίνει σε διάφορους ανθρώπους η Γιανίνα Ντουσέικο, επιλέγοντας ονόματα με πηγαία καυστικότητα και χιούμορ. Έτσι υπάρχει ο Μεγαλοπόδαρος, υπάρχει μια αλεπού, που περνάει τα σύνορα της Τσεχίας και επιστρέφει και την βαφτίζει «Πρόξενο», υπάρχει μια αισιόδοξη κοπέλα που την βαφτίζει «Η καλά νέα», κ.λπ. Οι θάνατοι συνεχίζονται και παρακολουθούμε ένα αστυνομικό θρίλερ, με πολύ χιούμορ, που θα μπορούσε να θυμίζει την τρυφερότητα και την απλότητα της Μις Μαρπλ, αν δεν ήταν πολλά περισσότερα. Γιατί η Όλγκα Τόκαρτσουκ μέσα σ’ αυτήν την φαινομενικά απλή ιστορία, καταφέρνει με μαεστρία, με τόλμη, με τον τρόπο της υψηλής λογοτεχνίας, που φλερτάρει διαρκώς με την ποίηση, με γνώση και θάρρος, να θίξει τα πάντα. Απλώς τα πάντα. Μ’ έναν τρόπο ανάλαφρο όσο και ευαίσθητο, παθιασμένο όσο και σταθερό, απογοητευμένο όσο και μαχητικό: την παράλογη δολοφονία ζώων από τους κυνηγούς («Το κριτήριο για μια κοινωνία είναι το πώς φέρεται στους ευάλωτους»), το ρόλο της Εκκλησίας στη ζωή των πολιτών, το ρόλο των εξουσιών, την πρόσφατη ιστορία της Πολωνίας και της αλλαγής των συνόρων στα κράτη της Κεντρικής Ευρώπης, τη θέση της γυναίκας και το πώς αντιμετωπίζουν οι κοινωνίες μια ανεξάρτητη και δυναμική γυναίκα, τη σχέση μας με τη φύση, την κλιματική αλλαγή, τις συντηρητικές συμπεριφορές σε κάθε επίπεδο, τους μετανάστες (στο πρόσωπο του γιατρού της Γιανίνα Ντουσέικο, που στην παράσταση είναι μαύρος και μιλάει γαλλικά), τη βάσανο της γραφής (υπάρχει η συγγραφέας με τα γκρι στην παράσταση, που γράφει ιστορίες τρόμου), τη σωματική συμμετοχή σε ό,τι πιστεύουμε και υπερασπιζόμαστε, την απόλυτη συνέπεια στις αρχές μας. Κι όλα αυτά με αλλεπάλληλες και διαδοχικές δόσεις χιούμορ, σαρκασμού, τρυφερότητας και ποίησης. Γιατί η ποίηση πρωταγωνιστεί. Όχι ο γλυκερός λυρισμός. Η ποίηση, η απλότητα και η βαθύτητά της. Και ο Γουίλιαμ Μπλέικ είναι διαρκώς παρών στην παράσταση, κι όχι μόνο γιατί ένας στίχος του έγινε ο τίτλος του μυθιστορήματος. Αλλά γιατί υπάρχει σε κάθε στιγμή. Στον ρομαντικό και δοτικό φοιτητή Νταϊονίζι, και φυσικά στη Γιανίνα Ντουσέικο. Ο πρώτος γιατί είναι ένας παθιασμένος αναγνώστης του Μπλέικ και προσπαθεί να τον μεταφράσει και η δεύτερη γιατί απλώς ο τρόπος που ζει είναι ποίηση: «Όλα έρχονται και παρέρχονται. Ο σοφός άνθρωπος το γνωρίζει αυτό, και δεν μετανιώνει για τίποτα», λέει.

 

Και όλα αυτά, τα πολλά, τα περίπλοκα, τα αντιφατικά, τα ανατρεπτικά, που χωράνε εύκολα στις σελίδες του μυθιστορήματος μιας εμπνευσμένης συγγραφέα, ο Σάιμον Μακμπέρνι τα κάνει θέατρο με τρόπο απλό όσο και σύνθετο. Με μια απλή αφήγηση, με μερικούς διαλόγους σε κάποια σημεία, με κάποια άλλα να ζωντανεύουν μέσω της τεχνολογίας. Αλλά ο κύριος πρωταγωνιστής είναι η αφήγηση της Γιανίνα Ντουσέικο. Αυτή τα εξιστορεί όλα, αυτή τα θυμάται όλα, αυτή παλεύει για όλα, παλεύει με όλους. Με ελάχιστα σκηνικά, με μια ομάδα ηθοποιών, παλαιών και νεότερων, που λειτουργούν συλλογικά και αλληλοσυμπληρωματικά, και κάνουν μοναδικά πράγματα με τρόπο που φαίνεται εξαιρετικά απλός. Μου θύμισε τον τρόπο που δουλεύουν οι ηθοποιοί στις παραστάσεις της Αριάν Μνουσκίν, μόνο που εκείνες είναι πιο χειροποίητες, ενώ ο Σάιμον Μακμπέρνι έχει εισαγάγει και τη χρήση της τεχνολογίας. Της τεχνολογίας που είναι παρούσα, αλλά δεν δεσπόζει στην παράσταση. Υπάρχει διαρκώς σαν χαλί εικονοποίησης του λόγου, μ’ έναν τρόπο μαγικό, αέρινο, ποιητικό σχεδόν. Κι όλα αυτά, ανάλαφρα και ιαματικά, σε μια παράσταση που κρατάει σχεδόν 3 ώρες, αποκαλύπτουν την απλότητα και το μεγαλείο του σπουδαίου θεάτρου. Ευγνώμονες.

 

  • Στα 57 της χρόνια, η Πολωνή Όλγκα Τοκάρτσουκ τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 2018. Η Σουηδική Ακαδημία εκτίμησε «την αφηγηματική της φαντασία, η οποία με εγκυκλοπαιδικό πάθος αναπαριστά την υπέρβαση των ορίων ως τρόπο ζωής». Κόρη εκπαιδευτικών, απόφοιτη ψυχολογίας από το Πανεπιστήμιο της Βαρσοβίας και οπαδός του Carl Jung, η Τοκάρτσουκ άρχισε να ακονίζει το συγγραφικό της ταλέντο στα μέσα της δεκαετίας του ’90, κατακτώντας μια θέση ανάμεσα στους επιφανείς των πολωνικών γραμμάτων. Ανοιχτά πολέμια της εθνικιστικής κυβέρνησης της Πολωνίας, δηλωμένη άθεη, αριστερή και φεμινίστρια, η Όλγκα Τοκάρτσουκ έχει μπει από καιρό στο στόχαστρο πολλών στη χώρα της. Το 2022 συνυπέγραψε επιστολή, μαζί με τους πολυβραβευμένους ομοτέχνους της, Orhan Pamuk, Svetlana Alexievich και Margaret Atwood, κατά της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, ενώ τρία χρόνια πριν είχε συμμετάσχει σε παρόμοια γραπτή διαμαρτυρία προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την καταπάτηση των ανθρώπινων δικαιωμάτων στα πολωνικά σύνορα. «Η Όλγκα Τοκάρτσουκ είναι μια προφήτισσα των καιρών μας, που μας κατανοεί μέσα σε όλη μας τη σύγχυση, τη σκληρότητα, την ευτράπελη και ζωώδη φύση μας, και αισθάνομαι εξαιρετικά προνομιούχος που ανεβάζω στη σκηνή μια από τις πιο επιτακτικές αφηγήσεις για το τι σημαίνει να ζεις σήμερα» γράφει ο Σάιμον Μακμπέρνι στο σκηνοθετικό του σημείωμα.

 

 

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Σύλληψη & Σκηνοθεσία: Simon McBurney, Πρόσθετη Σκηνοθεσία: Kirsty Housley, Σχεδιασμός Σκηνικών & Κοστουμιών: Rae Smith, Σχεδιασμός Φωτισμών: Paule Constable, Σχεδιασμός Ήχου: Christopher Shutt, Σχεδιασμός Βίντεο: Dick Straker, Δραματουργία: Laurence Cook, Sian Ejiwunmi-Le Berre, Σκηνοθεσία Κίνησης: Toby Sedgwick, Πρωτότυπες Συνθέσεις: Richard Skelton

Παίζουν: Thomas Arnold, Nigel Barrett, Gemma Brockis, Johannes Flaschberger, Amanda Hadingue, Kïren Kebaïli-Dwyer, Weronika Maria, Toby Sedgwick, Sophie Steer, Alexander Uzoka

Μια συμπαραγωγή της Complicité με τα Barbican (Λονδίνο), Belgrade Theatre (Κόβεντρι), Bristol Old Vic (Μπρίστολ), Comédie de Genève (Γενεύη), Holland Festival (Άμστερνταμ), Les Théâtres de la Ville de Luxembourg (Λουξεμβούργο), L’Odéon-Théâtre de l’Europe (Παρίσι), The Lowry (Σάλφορντ), Εθνικό Θέατρο της Ισλανδίας, Oxford Playhouse (Οξφόρδη), Ruhrfestspiele (Ρέκλινγκχάουζεν), Theatre Royal (Πλίμουθ).

 

Προηγούμενο άρθροΤο ψαλίδι ή το τρίτο της Τζένης (διήγημα του Γιώργου Κασαπίδη)
Επόμενο άρθροΕλληνική πεζογραφία:«Τι έχουν τα έρμα και ψοφάνε»; (του Δάνη Κουμασίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ