Οι βαλίτσες και τα πρόσωπα (της Μαρίας Γιαγιάννου)

0
306

της Μαρίας Γιαγιάννου (*) 

 

Η υφή των βιβλίων της Έλενας Μαρούτσου είναι λεία, αν αφήσεις στην επιφάνεια της αφήγησης μια μπίλια θα κυλήσει άνετα. Τόπους-τόπους η μπίλια ζορίζεται γιατί η επιφάνεια γίνεται τραχιά, σαν να σου γλείφει το χέρι μια γάτα, με τη σαγρέ της γλώσσα. Η γραφή της Μαρούτσου είναι όντως μια γάτα. Βελούδινη και στιλπνή απ’ έξω, μόλις βγάζει τη γλώσσα της καταλαβαίνεις την τραχύτητα της επαφής και πότε πότε σε νυχιάζει εκεί που νωρίτερα γουργούριζε στα πόδια σου. Είναι σπιτίσια αλλά και αλήτισσα.

Στο Εξιλαστήριο Θαύμα το σπίτι της ιστορίας είναι μια βαλίτσα. Ανοίγει κανείς τη μεγάλη βαλίτσα και μέσα βρίσκει πολλές μικρότερες. Δεν εννοώ ότι συναντάμε στην αφήγηση τη λογική του αέναου εγκιβωτισμού, αλλά ότι μέσα στο μεγάλο πλαίσιο βρίσκονται πολλά ακόμα, σαν αυγά στις θήκες. Σπας ένα-ένα και βγαίνει από μέσα μια πλευρά της ιστορίας.

Ποια είναι τα πρόσωπα

Ας γνωριστούμε με τα πρόσωπα/πλευρές του βιβλίου: Μια μεταφράστρια, που αποζητά τον έρωτα και την τέχνη, ανθρωπίστρια, μητέρα δύο κοριτσιών με τις σχετικές αγωνίες της, έρμαιο ρομαντικών φαντασιώσεων. Ο αρχιτέκτονας σύζυγός της, πρώην κολλητός της φίλος, ορθολογιστής, ευφυής, σκληρός, ερωτύλος, με έλλειμμα από πατέρα και περίσσευμα από μητέρα. Η μικρή κόρη, με ταλέντο στην ποίηση, ανοιχτή στη ρευστότητα της σεξουαλική επιθυμίας, αλλά κλειστή στην υποδοχή του πρόσφυγα και ζηλόφθονη. Η μεγάλη κόρη, συνεπής, καλοπροαίρετη και φιλόξενη. Η κοινωνική λειτουργός, ευαίσθητη και δυνατή, πληγωμένη στον έρωτα αλλά ξανανιωμένη. Και ο Μουσά, ο δεκαπεντάχρονος πρόσφυγας από τη Σομαλία – ας είναι ο μόνος που θα ονοματίσω εδώ, αντισταθμίζοντας το ότι είναι ο μόνος που δεν μιλάει στην ιστορία, διατηρώντας το πέπλο μυστηρίου του ξένου που έρχεται μέσω αναδοχής στο σπίτι του ζεύγους. Αυτά και άλλα πρόσωπα στο μυθιστόρημα πλέκουν τις γραμμές της ζωής τους, με ιδιαίτερα πειστικό τρόπο. Η συγγραφέας δηλαδή κατορθώνει να υποστηρίξει την κάθε πλευρά αφιερώνοντας με συνέπεια την τριτοπρόσωπη αφήγησή της στον κάθε χαρακτήρα. Στις προσωπικές καταγραφές των δύο νεαρών κοριτσιών (ημερολόγιο και επιστολές) πραγματικά η Μαρούτσου δίνει ρέστα, με την ελαφράδα και το χιούμορ των έφηβων χαρακτήρων της. Η γραφή της είναι επιδέξια και ελέγχει πολύ καλά τα όριά της ανάλογα με την περίσταση.

Ποια είναι τα μοτίβα

  1. Η χρήση της βαλίτσας

Μια από τις πιο στοχαστικές κι όμορφες εικόνες του βιβλίου περιγράφει μια βαλίτσα εγκαταλελειμμένη στον ιμάντα του αεροδρομίου, να περιστρέφεται χωρίς κανείς να την αναζητά. Αν και δεν νομίζω πως η συγγραφέας είχε τέτοια πρόθεση, αλλά φυσικά ο αναγνώστης έχει δικαίωμα στις προβολές του, σκέφτομαι τη βαλίτσα αυτή σαν ένα βιβλίο. Ένα από τα βιβλία που κάποιος γέμισε είτε βιαστικά είτε με φροντίδα και μετά το άφησε να γυρίζει και να γυρίζει χωρίς κανείς να απλώσει το χέρι να το υιοθετήσει. (Παραβολή της αγοράς του βιβλίου στην Ελλάδα σήμερα!) Όμως εδώ η Μαρούτσου μας αφήνει το βιβλίο-βαλίτσα στον ιμάντα κι εμείς το αρπάζουμε, το ακουμπάμε προσεκτικά και το ανοίγουμε για να βρούμε τους θησαυρούς του. Σύντομα ανακαλύπτουμε ότι η μοναχική βαλίτσα στον ιμάντα θα μπορούσε να είναι όχι βαλίτσα ούτε βιβλίο, αλλά ένα αληθινό παιδί.

Το παιδί-βαλίτσα νομίζω ότι περιγράφει με ακρίβεια τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει ο Μουσά μέσα στην ιστορία. Είναι κλειστός ή μισάνοιχτος, με περιεχόμενο ασαφές (ή απλώς αμετάφραστο), που έχει χάσει τον προορισμό του, γιατί έχει χάσει το παρελθόν του. Ξεριζωμένος, τοποθετείται με φροντίδα στο δωμάτιο που τον φιλοξενεί αλλά, όσο κι αν ποτιστεί, οι ρίζες του χάσκουν εκτός χώματος, εκτός κλίματος. Η μεταφράστρια ανάδοχη μητέρα προσπαθεί με ήπιες και τρυφερές χειρονομίες να μεταφράσει για χάρη του τον άρτι κατακτημένο του προορισμό, το νέο του σπίτι, όμως εκείνος φέρει μέσα του την ίδια τη μετάβαση.

Η χρήση της ιδέας του απόλυτου συμβόλου της μετάβασης από τη Μαρούτσου είναι έξυπνη, επινοητική, συγκινητική και κυρίως πολλαπλή, ιδιότητα απαραίτητη για να ταξιδέψει ο αναγνώστης γύρω από το κεντρικό θέμα του βιβλίου απολαμβάνοντας τις οπτικές γωνίες αλλά και τις ποιητικότατες εικόνες που φτιάχνει η βαλίτσα στο πέρασμά της. Ο προοπτικισμός εδώ δίνει πρόσβαση στην σφαιρική κατανόηση της μετανάστευσης – κυριολεκτικά και μεταφορικά – και του εκπατρισμού, αλλά κυρίως τελικά της εκδίωξης, που υποψιάζομαι ότι είναι ίσως και η πιο σημαντική όψη της ιστορίας. Εκδίωξη από την πατρίδα κι εκδίωξη από την ασφάλεια, αλλά και εκδίωξη από τον ρομαντικό έρωτα, εκδίωξη από το σπιτικό ώστε να χωρέσει κάποιος άλλος, εκδίωξη του πρόσφυγα, της ερωμένης, του γάτου, της γιαγιάς, του συζύγου. Με άλλα λόγια συγκατοίκηση στο τόπο του Απάτριδος, που δεν μπορεί να έχει παρά το σχήμα μιας βαλίτσας.

Ένα πολύ βασικό χαρακτηριστικό της βαλίτσας της Μαρούτσου είναι η κοινή της ιδιότητα να ανοίγει. Σκεφτείτε την πνευματική έξαψη. Οτιδήποτε ανοίγει σε μια ιστορία, είτε πρόκειται για πόρτα, για μάτια, για πόδια, για καταπακτή, για μπαούλο ή εδώ για βαλίτσα, είναι πηγή θαύματος. Οτιδήποτε ανοίγει, κάτι υπόσχεται. Κι εδώ το θαύμα δεν νοείται ως απαραιτήτως κάτι θετικό, αλλά ως κάτι απρόβλεπτο ή άξαφνο, τόσο που φλερτάρει με τη μαγεία.

  1. Η πολλαπλή σημασία του θαύματος

Θα καταγράψω μερικά από τα θαύματα που κατονομάζονται ως τέτοια στην ιστορία. Πρώτο θαύμα: ένα νεκρό πουλάκι που δήθεν «εξαφανίζεται» στα μάτια ενός παιδιού και στη θέση του εμφανίζονται σκουλήκια. (Η τρομακτική μαγεία που ασκεί η συγγραφέας μας ραπίζει στο εναρκτήριο κεφάλαιο με το πρώτο της ταχυδακτυλουργικό κόλπο). Εδώ νοείται ως θαύμα αυτό που δεν μπορεί να εξηγηθεί κι έτσι εκλαμβάνεται ως μεταμόρφωση. Δεύτερο θαύμα: ο πατέρας που βγαίνει από το νοσοκομείο. Εδώ νοείται ως θαύμα το ξεγέλασμα του θανάτου, όπου φυσικά έχει μεσολαβήσει η επιστήμη για να συμβεί αλλά είναι τέτοια η ανακούφιση, ώστε, ως συνήθως, του προσδίδεται θεϊκή προέλευση. Τρίτο θαύμα: Το λεγόμενο “merveille” στο Μον Σαιν Μισέλ, η πλημμυρίδα που μετατρέπει τον τόπο σε νησί, μέχρι που υποχωρεί και αποκαλύπτει τα σκουπίδια που κρύβονται από κάτω. Εδώ έχουμε μια μεταφορά για την υποχώρηση του ξεχειλίσματος του απόλυτου έρωτα που τελικά δεν ήταν και τόσο απόλυτος. Και το σημαντικότερο θαύμα απ’ όλα: ο πρόσφυγας από τη Σομαλία, ο Μουσά, που το όνομά του σημαίνει «θαυματοποιός». Και πράγματι η παρουσία του αγοριού κάνει θαύματα που αποκαλύπτονται κατά την ανάγνωση.

  1. Η Ιστορία που επαναλαμβάνεται ως τόπος

Στο ανά χείρας μυθιστόρημα συναντά κανείς ένα χρονικό παλίμψηστο που είναι και ένας πύργος από διαφορετικές τοπικές ταυτότητες. Ο αναγνώστης περπατάει σε έδαφος με συγκεκριμένες συντεταγμένες, όμως κάθε φορά η ταυτότητά του εδάφους είναι άλλη, ανάλογη με την εποχή και την οπτική γωνία του κάθε ήρωα. Η Μονάδα Φροντίδας Ηλικιωμένων βρίσκεται στον ίδιο δρόμο με το ξενοδοχείο σεξουαλικών ραντεβού. Η Λέρος, όπου διαδραματίζεται μέρος της μυθοπλασίας, για έναν από τους ήρωες σημαίνει το Ψυχιατρείο. Για έναν άλλο ήρωα η Λέρος είναι ταυτισμένη με τις Βασιλικές Τεχνικές Σχολές. Για μια τρίτη ηρωίδα είναι η Σχολή Οικοκυρικής. Για έναν τέταρτο ο τόπος της Εξορίας. Οι γραμμές της Ιστορίας συναντιούνται στο ίδιο σημείο κουβαλώντας εκτός από διαφορετικά γεγονότα και διαφορετικές συναισθηματικές εμπειρίες. Η Λέρος μπορεί να είναι ο τόπος του έρωτα ή ο τόπος του αποχωρισμού από τους γονείς ή ο τόπος άσκησης της ρουτίνας του επαγγέλματος ή μπορεί να είναι ένα εκπληκτικό δείγμα ρασιοναλιστικής αρχιτεκτονικής. Πατάμε όλοι στα ίδια εδάφη, κι όμως εξόριστοι από την εμπειρία των άλλων. Οι τόποι όπως και τα αντικείμενα που εμφανίζονται και επανεμφανίζονται στο βιβλίο αποκαλύπτουν με έναν μελαγχολικό τρόπο ότι ο κοινός μας τόπος είναι πάντα εδώ κι όμως είμαστε καταδικασμένοι να μην μπορούμε να τον μοιραστούμε και πάντα να μας διαφεύγει.

  1. Οι παγίδες της έμφυλης ματιάς

Ένα από τα μεγάλα στοιχήματα για τον σύγχρονο λογοτέχνη είναι το πώς θα ξεφύγει από την εσωτερικευμένη πολιτική ορθότητα, ιδίως μάλιστα όταν θέλει να τοποθετηθεί πάνω σε ένα κοινωνικό ζήτημα. Δεν χρειάζεται καμία ετικέτα για να μιλήσει κάποιος για τον σεξισμό που έχει υποστεί μια γυναίκα. Ή για πιο ακραίες μορφές βίας, σαν αυτές που αφηγείται εδώ η συγγραφέας. Δεν χρειάζεται καμία ετικέτα κομματική για να μιλήσει μια συγγραφέας για την βασανισμένη ζωή ενός προσφυγόπουλου ή για τον ανθρωπισμό και τη δύναμη που προϋποθέτει η αναδοχή ενός παιδιού. Έτσι, ελεύθερη κι ελεύθερος κάθε συγγραφέας μπορεί να φανταστεί όλες τις όψεις μιας τέτοιας απόφασης – λογοτεχνικής ή πραγματικής. Ούτως ή άλλως, αν ένα έργο είναι κακό, ο ανθρωπισμός του έχει πέσει στο κενό.

Κάτι πολύ ενδιαφέρον που συμβαίνει στην ιστορία της Μαρούτσου είναι ο τρόπος που τα δύο παραπάνω αιτήματα αλληλοεκτοπίζονται. Η συγγραφέας έχει κατασκευάσει ένα ηθικό εμπόδιο για να το ξεπεράσει με το άλμα της μυθοπλασίας της. Τα δεινά των γυναικών μας κάνουν να φρίττουμε κάθε μέρα∙ τόσο τα εγκλήματα του Ισλάμ όσο και οι κακοποιήσεις εντός των δυτικών κοινωνιών. Ενώ η εποχή δίνει την ευκαιρία της επανόρθωσης αυτής της κατάντιας και σε κάνει να γιορτάζεις την προοπτική για βελτίωση, άλλο τόσο, σε ένα άλλο επίπεδο, η ευκολία να δολοφονείς χαρακτήρες μέσα από τη συκοφαντία βάζει δυναμίτη στην προοπτική της θετικής αλλαγής. Η Μαρούτσου μέσα στην πλοκή φέρνει με φυσικό τρόπο αντιμέτωπη την υπεράσπιση της γυναικείας τρωτότητας με την υπεράσπιση της τρωτότητας του εκπατρισμένου, υπογραμμίζοντας με τόλμη και ευαισθησία το πόσο σύνθετες είναι οι ανθρώπινες σχέσεις.

Ποια είναι η ατμόσφαιρα;

Το Εξιλαστήριο Θαύμα, αν και αναφέρεται συχνά σε ταινίες και κυρίως του Αγγελόπουλου, δεν έχει υιοθετήσει μια αντίστοιχη ατμόσφαιρα. Αν και περιέχει κάποιες πανέμορφες σκέψεις για τις φιγούρες του Μοντιλιάνι, δεν δανείζεται το θέμα ή το ύφος του. Αν και μιλά με ενθουσιασμό για τη Σάρα Κέιν δεν αντλεί από εκείνο το είδος της έντασης ή από τη σκληρότητά της. Αυτό το βιβλίο είναι μελαγχολικό με λυρικές εικόνες που εντυπώνονται στη μνήμη, με τομές στην κατανόηση της ανθρώπινης ψυχολογίας, είναι βιβλίο ταξιδιάρικο αλλά χωρίς ακριβώς να κινείται. Σαν το «Ακίνητο» που περιγράφει μια νεαρή ηρωίδα λέγοντας ότι δεν καταλαβαίνει γιατί το σπίτι να λέγεται ακίνητο, αφού μέσα κινούνται τόσοι άνθρωποι, τόσες ζωές! «Το Εξιλαστήριο θαύμα» είναι βιβλίο του σπιτιού χωρίς όμως να είναι εξημερωμένο κατοικίδιο. Κι είναι σπιτίσιο παρά τα ταξίδια του. Είναι ένα σπίτι με δωμάτια-βαλίτσες που αποκαλύπτουν τους προσωπικούς θησαυρούς του κάθε ήρωα, πότε ανοιγμένες πάνω στο κρεβάτι για να αδειάσουν, πότε κλεισμένες στο σαλόνι για να φύγουν. Το σπίτι παραμένει ένας αφανής ήρωας, γιατί είναι για όλους ανεξαιρέτως, αυτούς που φεύγουν κι αυτούς που μένουν, ένας ιδεώδης προορισμός.

 

 

(*) Από την παρουσίαση του βιβλίου στο Zatopek

 

 

 

Έλενα Μαρούτσου,Εξιλαστήριο θαύμα, Κίχλη, 2022

Προηγούμενο άρθροΟ Δημοσθένης Αγραφιώτης συζητά με την Inês Oseki-Dépré για τη συγκεκριμένη ποίηση
Επόμενο άρθροΜικρός Ήρως, Έκθεση στο Μιχ. Κακογιάννης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ