Οι κλασικοί και πως να τους διαβάσεις (και ίσως γίνεις συγγραφέας) – του Γιάννη Ν.Μπασκόζου

0
617

 

του Γιάννη Ν.Μπασκόζου

 

Ο Τζώρτζ Σώντερς στο βιβλίο του με τον περίεργο (κατ΄ αρχάς, γιατί αργότερα εξηγείται) τίτλο Κολυμπώντας στη λιμνούλα υπό βροχή δίνει μια μελέτη ουσιαστική, εξίσου σημαντική με μια  εμβριθή κριτική παρουσίαση ενός κλασικού βιβλίου, καθώς επιλέγει να συνδέει τα βιβλία με τη ζωή μέσω της δημιουργικής ανάγνωσης. Ο Σώντερς είναι πολύ καλός μυθιστοριογράφος, βραβευμένος το 2017 με το Βραβείο Booker για το μυθιστόρημά του Λήθη και Λίνκολν (Ίκαρος) ενώ έχει τιμηθεί και με άλλα βραβεία. Eίναι επίσης καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Syracuse University στην πολιτεία της Νέας Υόρκης και από τα μαθήματά του εκεί άντλησε  το υλικό γι αυτή τη μελέτη του.

Η βασική του ιδέα ήταν να παρουσιάσει τους ρώσους κλασικούς μέσα από ένα πρίσμα πιο νεωτερικό σε μια προσπάθεια να αποδώσει τον χαρακτήρα του κλασικού στο σήμερα. Ο ίδιος λέει ότι μελετάει τους ρώσους κλασικούς για «να κλέψει κάτι από την δική τους δεξιοτεχνία στη φόρμα». Σε αυτό το βιβλίο του έχει επιλέξει τέσσερις κλασικούς : Τσέχωφ, Τουργκένιεφ, Γκόγκολ, Τολστόι με 3 διηγήματα του Τσεχωφ και 2 του Τολστόι. Τα διηγήματα (αμετάφραστα στην ελληνική τα περισσότερα) παρατίθενται σε πολύ καλές μεταφράσεις από την Αλεξάνδρα Ιωαννίδου και ένα από τον Βασίλη Ντινόπουλο. Πρόκειται για τα διηγήματα «Στο κάρο», «Η ψυχούλα»  και «Φραγκοστάφυλα» του Άντον Τσέχοφ, «Οι τραγουδιστές» του Ιβάν Τουργκένιεφ, «Αφεντικό και εργάτης» και «Ο Αλιόσα το Τσουκάλι» του Λέοντος Τολστόι, και το περίφημο «Η μύτη» του Νικολάι Γκόγκολ.

Έχω δοκιμάσει να παρουσιάσω κάποια από τα διηγήματα αυτά στα μαθήματα δημιουργικής γραφής στην τάξη του Master Creative Writing  στο Μητροπολιτικό Κολλέγιο κι έχω διαπιστώσει σε πόσο πολλές διακλαδώσεις και οπτικές μπορεί να σε οδηγήσει η σκέψη του Σόντερς. Οι διαφορετικές γνώμες που ακούστηκαν στην τάξη είχαν όλες μία βάση εξέτασης αλλά από εκεί και μετά τα κείμενα οδηγούσαν τους φοιτητές σε πολλαπλές ερμηνείες. Ακόμα και τώρα που τα ξαναδιάβασα είδα στοιχεία που ή τα είχα δει διαφορετικά στην αρχή ή τα είχα προσπεράσει. Ο Σώντερς θέλει να υποδείξει τον πλούτο της μυθιστοριογραφίας στους κλασικούς του 19ου αιώνα.

 

Δύο παραδείγματα

Ας πάρουμε για παράδειγμα το πως εξετάζει το περίφημο «Τα φραγκοστάφυλα» (από τα πιο ωραία του Τσέχωφ). Η ιστορία είναι απλή: δύο φίλοι, ο Ιβάν Ιβάνιτς και ο Μπούρκιν  που έχουν βγει για κυνήγι  στην εξοχή αντιμετωπίζουν  ξαφνικά μια νεροποντή και αναγκάζονται να καταφύγουν στο υποστατικό ενός φίλου τους, του Αλιόχιν, που μένει εκεί κοντά. Ένας τύπος που ζει ελεεινά αλλά ευτυχισμένος. Εκεί πλένονται ενώ ο Ιβάνιτς βρίσκει την ευκαιρία να βουτήξει σε μια λιμνούλα και να κάνει παιχνιδάκια σα παιδί κολυμπώντας υπό βροχή. Στη συνέχεια, όταν βρεθούν όλοι στο σαλόνι θα τους διηγηθεί την ιστορία του αδελφού του που είχε ως όνειρο ζωής ένα κτήμα φυτεμένο με φραγκοσταφυλιές για να καταλήξει ότι η ευτυχία δεν βρίσκεται στην κατανάλωση και κατοχή όταν υπάρχουν φτωχοί άνθρωποι παντού. Οι δύο ακροατές του δεν δείχνουν ενθουσιασμό με την ιστορία του. Τελικά πάνε για ύπνο και οι τρεις. Ο Σώντερς παρατηρεί ότι δεν υπάρχει καμία κορύφωση σε αυτό το διήγημα και προβληματίζεται αν πρέπει ένα διήγημα να είναι βαθυστόχαστο ή διασκεδαστικό. Συζητώντας για τους χαρακτήρες αναζητά ποιος από τους τρεις είναι ευτυχισμένος τελικά σε αυτό το διήγημα για να καταλήξει ότι κάθε ένας από αυτούς έχει ένα τμήμα δυστυχίας κι ένα τμήμα ευτυχίας. Κατόπιν εξετάζει τη φόρμα. Τι θα γινόταν αν έλειπαν κάποια στοιχεία από το κείμενο όπως για παράδειγμα  η αρχή του ή η εγκιβωτισμένη ιστορία που διηγείται ο Ιβάνιτς φανερώνοντας έτσι τη σημασία που έχει κάθε στοιχείο που έχει βάλει ο Τσέχωφ στη «Φραγκοσταφυλιά» του. Παρατηρεί ότι τελικά η κατανόηση του κόσμου από τον ρώσο συγγραφέα παίρνει τη μορφή μιας συνεχούς αναρώτησης και επαναξιολόγησης στάσεων και συμπεριφορών με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να αναρωτιέται : «Είναι βέβαιο; είναι πράγματι έτσι: Μήπως η άποψη που έχω ήδη διαμορφώσει δεν με αφήνει να δω κάποιες όψεις της πραγματικότητας;». Συνιστά στον αναγνώστη να παραμένει πάντα ανοιχτός σε νέες αντιλήψεις και προσεγγίσεις, να αμφιβάλλει και να επαναξιολογεί, ακόμα και σε πείσμα των καιρών και της όποιας μόδας.

Κι ένα άλλο παράδειγμα: στο περίφημο «Η μύτη» του Νικολάι Γκόγκολ ο  Σώντερς διαπραγματεύεται την αξία και τον ρόλο της αλήθειας στο μυθιστόρημα. Η ιστορία είναι γνωστή. Ο κεντρικός ήρωας Κοβαλιόφ ξυπνάει μια μέρα και διαπιστώνει ότι έχει χάσει τη μύτη του. Αργότερα τη συναντά στο δρόμο με τη μορφή κάποιου αξιωματούχου! Πηγαίνει στην αστυνομία και το καταγγέλλει. Πηγαίνει στην εφημερίδα να βάλει αγγελία. Υποπτεύεται ότι έπεσε θύμα της μαγείας μιας κυρίας που ήθελε να τον παντρέψει με την κόρη της. Ένας αστυνομικός εμφανίζεται και του φέρνει τη μύτη του, προσπαθεί να την κολλήσει και αποτυγχάνει. Κάνει δηλαδή όλες τις λογικές κινήσεις που πρέπει να κάνει κάποιος που χάνει κάτι. Και όλοι του φέρονται ευγενικά΄ αλλά αδυνατούν να τον βοηθήσουν αφού δεν ζουν τον εφιάλτη που ζει ο Κοβαλιόφ. Ο Σώντερς αναρωτιέται αν πρόκειται για κακή λογοτεχνία ή για κάτι που δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε. Είναι ένα κείμενο ΄που δεσπόζει το παράλογο, όχι όμως το φιλοσοφικό παράλογο του Αλμπέρ Καμύ και η σισύφεια αντίληψη του. Όπως εξηγεί ο Σώντερς το κείμενο αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί με τα συμβατικά εργαλεία της αλήθειας που ξέρουμε καθώς υπακούει σε μια άλλη λογική που απαιτεί παρθένα ματιά απαλλαγμένη από παραδεδεγμένες αλήθειες προκειμένου κάποιος να μπορέσει να διαβάσει το κείμενο και να γνωρίσει τη «δική του αλήθεια».  Καταλήγει μάλιστα στο «όσο λάθος είναι να λέμε πως η ζωή είναι εντελώς παράλογη, άλλο τόσο λάθος είναι να λέμε πως η ζωή είναι απολύτως λογική». Στη «Μύτη» η λογική υποχωρεί καθώς τελεί υπό αμφισβήτηση.

Με αφορμή τις παρατηρήσεις για τη «Μύτη» του Γκόγκολ ο Σώντερς καταλήγει σε ορισμένες συμβουλές προς συγγραφείς, ειδικά αυτούς που θέλουν να γράψουν κάτι ανάλογο και πρωτότυπο.  Επιδίωξη του συγγραφέα θα πρέπει να είναι να δημιουργήσει ένα μαύρο κουτί, να βάλει τον αναγνώστη σε αυτό και να τον βγάλει διαφορετικό στην έξοδο. Το κύριο είναι να βρει ο συγγραφέας τη «φωνή» του χωρίς να δίνει πολλή σημασία στην πλοκή ή στο τι θα ακολουθήσει αλλά κατά πόσο μπορεί να τη διατηρεί σε ένα υψηλό, συνεχές επίπεδο γραφής.

 

Χωρίς συμβουλές

Φυσικά μη πιστεύετε ότι το βιβλίο βρίθει συμβουλών προς επίδοξους συγγραφείς. Το μόνο που ελπίζει ο Σώντερς είναι να βοηθήσει τον αναγνώστη να φρεσκάρει ή να προεκτείνει κάποιες δικές του σκέψεις διαβάζοντας τις παρατηρήσεις του. Η μόνη συμβουλή που δίνει είναι : «Προχώρα και κάνε ό,τι νομίζεις καλύτερο» ενώ δεν παραλείπει να θυμίσει τη ρήση του Τολστόι «Καμιά εξήγηση δεν μπορεί να είναι πλήρης».

Όσον αφορά τον τίτλο του πονήματος Κολυμπώντας στη λιμνούλα υπό βροχήν   ξεκινάει από την θέση του Σώντερς πως ο αναγνώστης και  ο συγγραφέας στέκονται στις όχθες μιας λίμνης. Ο συγγραφέας ρίχνει ένα βότσαλο στο νερό, οι παφλασμοί φτάνουν ως την όχθη που στέκεται ο αναγνώστης. Κάπως έτσι θα αρχίσει μια επικοινωνία μεταξύ τους. Ο συγγραφέας ίσως ρίξει κι άλλα βότσαλα στο νερό. Ευτυχές θα ήταν να βουτήξουν και οι δύο στη λιμνούλα και όπως ο Ιβάνιτς να χαρούν το νερό.

George Saunders, Κολυμπώντας στη λιμνούλα υπό βροχήν, μτφρ. Ανδρέας Παππάς, μτφρ. ρωσικών κειμένων:Αλεξάνδρα Ιωαννίδου, Βασίλης Ντινόπουλος, Πατάκης

Προηγούμενο άρθροΓιάννης Τζανετάκης: Ο χώρος της μνήμης (της Έφης Κατσουρού)
Επόμενο άρθροΟ Γ. Σκληρός και η εποχή του (του Φίλιππου Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ