Οι επιλογές που δεν είχε: Μαντάμ Μποβαρύ (της Μαρίας Δαλαμήτρου)

0
351
Μαντάμ Μποβαρύ από τον Βινσέντε Μινέλι με την Τζένιφερ Τζόουνς στον κεντρικό ρόλο.

 

της Μαρίας Δαλαμήτρου (*)

Το 1856 ο Φλωμπέρ ολοκληρώνει τη συγγραφή της Μαντάμ Μποβαρύ.  Το έργο εμφανίζεται σε συνέχειες στην Παρισινή Επιθεώρηση, αλλά ο ίδιος καλείται στον ανακριτή μαζί με τον διευθυντή του περιοδικού και τον τυπογράφο, με την κατηγορία της ανήθικης δημοσίευσης: η Έμμα Μποβαρύ προσβάλλει τη δημόσια αιδώ και θρησκεία γιατί μιλάει για την ανία του γάμου και την επιλογή της μοιχείας (δις).  Διατυπώνονται φόβοι πως μπορεί να διαφθείρει τις καρδιές νεότερων και έγγαμων γυναικών.  Η υπεράσπιση απαντά και αθωώνει τον συγγραφέα – όχι όμως και την Έμμα: μα το βιβλίο παροτρύνει στην αρετή επειδή σας εκθέτει στη φρίκη της διαστροφής (σελ. 526), όπου διαστροφή η σύναψη ερωτικών σχέσεων εκτός γάμου εκ μέρους της Έμμα.  Ο συνήγορος του Φλωμπέρ, Ζιλ Σενάρ, πρώην πρόεδρος της Γαλλικής Εθνοσυνέλευσης και πρώην Υπουργός Εσωτερικών, επιστρατεύτηκε λόγω των ισχυρών του γνωριμιών.  Στην αγόρευσή του επέμεινε πως το βιβλίο πρέπει να θεωρηθεί εξόχως ηθικό, αφού δείχνει τι παθαίνει μία γυναίκα που κάνει τις επιλογές της Έμμα, και έτσι προστατεύει άλλες γυναίκες από το να πάθουν το ίδιο: οδηγείται στον θάνατο.

Ελπίζω να συγχωρεθεί στη συγγραφέα του άρθρου αυτού η αποκάλυψη της πλοκής, αλλά πρέπει να ειπωθεί πως η μοιχαλίδα πρωταγωνίστρια στο τέλος πεθαίνει με φριχτούς πόνους, έχοντας πάρει αρσενικό, και μη έχοντας ικανοποιήσει την “ανταριασμένη [της] καρδιά” και τον “κοχλασμό  της” (σελ. 171).  Το δικαστήριο απάλλαξε τους κατηγορούμενους από τις κατηγορίες που είχαν απαγγελθεί εναντίον τους. Τους επισημάνθηκε, βέβαια, πως “υπάρχουν όρια που η λογοτεχνία, ακόμα και η ελαφρότερη, δεν μπορεί να ξεπερνά” (611). Όλα καλά ωστόσο, η Έμμα πέθανε, ο Φλωμπέρ αθωώθηκε και η Μαντάμ Μποβαρύ έκανε τεράστια επιτυχία.

Flash forward στο 2018 και στη γαλλοβελγική ταινία “Οι Αγώνες μας”.  Σε αυτήν, ένας συνδικαλιστής και πατέρας δύο παιδιών πρέπει να συμβιβασθεί με την ξαφνική αποχώρηση της γυναίκας του από τον γάμο τους, προσπαθώντας να την εξηγήσει.  Ο σκηνοθέτης Γκιγιόμ Σενέ δίνει στη γυναίκα της ταινίας το πρωτοφανές δικαίωμα να εγκαταλείψει τον γάμο της χωρίς να πρέπει να δικαιολογήσει κάπως την επιλογή της.  Αντίθετα, φέρνει στο προσκήνιο τον άντρα και τις εξηγήσεις που αυτός πρέπει να προσπαθήσει να δώσει για να καταλάβει τους γύρω του.

Μαντάμ Μποβαρύ από τον Κλωντ Σαμπρόλ με την Ιζαμπέλ Υπέρ στον κύριο ρόλο

Ένας κοινός παρονομαστής, ο γάμος.  Μοιραία τίθεται το ερώτημα αν θα υπήρχε Έμμα Μποβαρύ έξω από τον θεσμό του γάμου.  Η συγγραφέας του άρθρου δεν επιθυμεί να ηθικολογήσει ούτε να προτείνει κάποια επιλογή για τους τρόπους που σχετίζονται οι άνθρωποι.  Διερωτάται, ωστόσο, αν η Έμμα θα είχε την ίδια τύχη σε μία κοινωνία όπου ο γάμος, το σπίτι και η μητρότητα δεν θα θεωρούνταν κορωνίδα της επιτυχίας και ευτυχίας για μία γυναίκα – σε μία κοινωνία όπου ο γάμος, το σπίτι και η μητρότητα είναι κάποιες μόνο από τις δυνατές επιλογές δίπλα σε άλλες επιλογές που έχει μία ενημερωμένη για όλες της τις επιλογές γυναίκα.

Ταυτόχρονα τίθεται το ερώτημα αν η Μαντάμ Μποβαρύ είναι ένα μισογυνιστικό μυθιστόρημα.  Οι απόψεις διίστανται και εδώ.  Ναι, είναι, γιατί η ρεαλιστική λογοτεχνία πεθαίνει τις μοιχαλίδες ηρωίδες της.  Με τον ίδιο τρόπο ο Τολστόι οδήγησε την Άννα Καρένινα από τη μορφίνη στις γραμμές του τρένου, καθώς ούτε ο συγγραφέας, ούτε η ηρωίδα μπόρεσαν να απαντήσουν στα “Πού βρίσκομαι; Τι κάνω; Γιατί;” (σελ. 899).  Όχι, δεν είναι, γιατί είναι τουλάχιστον κατόρθωμα που άντρες συγγραφείς συνέλαβαν υποκείμενα όπως η Έμμα και η Άννα, υποκείμενα που με τις πράξεις τους ταράζουν την καθεστηκυία πατριαρχική τάξη.  Ναι, είναι, γιατί παρ’ όλ’ αυτά δεν μπορεί να εξάγει νόημα η λογοτεχνία του 1850 έξω από τον θάνατο της γυναικείας επιθυμίας – μάλιστα της αποδίδει και δήθεν ενεργό ρόλο στον θάνατο: “πεθαίνει, όχι γιατί υπήρξε μοιχαλίδα, αλλά γιατί η ίδια θέλησε να πεθάνει” (σελ. 522) λέει η εισαγγελική αρχή για την Έμμα.

Η γυναικεία επιθυμία.  “Was will das Weib?” αναρωτήθηκε ο Φρόυντ, προσδίδοντας ουδέτερο άρθρο στο υποκείμενο της επιθυμίας, τη γυναίκα.  Είναι αληθινή ασθένεια ο “μποβαρισμός” (όταν δεν ξέρεις τι ακριβώς θέλεις ή όταν πιστεύεις πως αυτό που έχεις είναι άλλο από εκείνο που σου αξίζει) ή είναι σύμπτωμα μίας κοινωνίας που οδηγεί στην ασθένεια το ένα φύλο περιορίζοντας τις επιλογές του;  Τον Ιούνιο του 2003 κυκλοφόρησε το βιβλίο λογοτεχνικής κριτικής των Barash & Barash με τίτλο Madame Bovary’s Ovaries.  Ορμώμενοι από τη δαρβινική θεώρηση της λογοτεχνίας, οι συγγραφείς ξαναδιαβάζουν κάποια έργα για να βρουν σε αυτά  θεματικές που έχουν να κάνουν με τη βιολογία και την εξέλιξη του ανθρώπου: η σεξουαλικότητα, ο ανταγωνισμός, η εκμετάλλευση του θηλυκού από το αρσενικό, η απιστία, η δυσπιστία στον ξένο, έχουν να κάνουν και με τον τρόπο που οργανώθηκε η προσαρμογή του Sapiens στο περιβάλλον του και η επικράτησή του σε αυτό.  Σε αυτή τους την ανάγνωση, αφιερώνουν περίπου 30 σελίδες για να εξηγήσουν τη βιολογία πίσω από τη μοιχεία στην Μαντάμ Μποβαρύ.  Παραθέτουν παρατηρήσεις από τον κόσμο των ζώων οι οποίες καταρρίπτουν τον μύθο της μονογαμίας και δίνουν τους λόγους που οι ίδιοι οι βιολόγοι παρέχουν προκειμένου να εξηγήσουν τη μοιχεία, από εξελικτική/αναπαραγωγική σκοπιά, και για τα δύο φύλα.  Μία τέτοια ανάγνωση εξισώνει τον φεμινισμό με τον ανθρωπισμό, γιατί τελικά δε μιλάμε μόνο για τη γυναικεία επιθυμία στη Μαντάμ Μποβαρύ, αλλά για την ανθρώπινη επιθυμία εν γένει.  Κι αν παρατίθεται η δαρβινική λογοτεχνική ανάγνωση εδώ, δεν είναι για να δώσει άλλοθι σε ανθρώπινες επιλογές, αλλά για να εξηγήσει την αιτία για την οποία και τα δύο φύλα, και η γυναίκα, επιθυμούν να έχουν επιλογές.

Κάτι που η Έμμα δεν είχε.

Δεκαεφτά γυναίκες δολοφονήθηκαν το 2021 στην Ελλάδα από επιλογή που το άλλο φύλο έκανε για αυτές.

I took my power in my Hand –

And went against the World –

‘Twas not so much as David – had –

But I – was twice as bold –

 

I aimed my Pebble – but Myself

Was all the one that fell –

Was it Goliah – was too large –

Or was myself – too small?

“Τη Δύναμή μου στα Χέρια επήρα – / Και κόντρα στον Κόσμο επήγα – / Δεν ήταν πολλή – όση του Δαυίδ – / Μα – ήμουν εγώ διπλά τολμηρή – / Έριξα το Χαλίκι μου – μα αυτή / Πού πεσε χάμω ήμουν μόνο Εγώ – / Ήταν ο Γολιάθ – τόσο πελώριος – / Ή ήμουν εγώ – τόσο μικρή;” (Emily Dickinson, 540).

 

(*) H Μαρία Δαλαμήτρου είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου Essex.

 

Βιβλιογραφία:

  1. Barash, David P. and Nanelle R. Barash. Madame Bovary’s Ovaries: A Darwinian Look at Literature.  New York: Bantam Dell, 2003.
  2. Flaubert, Gustave. Μαντάμ Μποβαρύ.  Αθήνα: Εξάντας, 2017.
  3. Tolstoy, Leo. Άννα Καρένινα.  Αθήνα: Γκοβόστης, 2016.
  4. Ιωάννου, Κώστας. Emily Dickinson: η Ποιήτρια των επομένων Εποχών.  Αθήνα: Γαβριηλίδης, 1996.

Γκυστάβ Φλωμπέρ, Η Κυρία Μποβαρύ, μτφρ. Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Πατάκης

 

Γκιστάβ Φλομπερ, Μαντάμ Μποβαρί, μτφρ. Βασιλική Κοκκίνου, Μίνωας

 

 

Flaubert, Gustave. Μαντάμ Μποβαρύ. μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης, Αθήνα: Εξάντας

Προηγούμενο άρθροΜια φορά κατάσκοπος, πάντα κατάσκοπος…(της Δέσποινας Παπαστάθη)
Επόμενο άρθρο13 βιβλία – αντίδοτο στη Μελαγχολική Δευτέρα (Blue Monday) [της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη]

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ