Οι Αποσυνάγωγοι του Ογούζ Ατάϋ (της Χρύσας Σπυροπούλου)

0
177

 

της Χρύσας Σπυροπούλου

Νομίζουμε ότι τα γνωρίζουμε όλα όσα είναι σχετικά με την τουρκική λογοτεχνία, ότι αυτή περιορίζεται σε δύο τρεις ποιητές και συγγραφείς, τον Ναζίμ Χικμέτ και τον Αζίζ Νεσίν, τον Γιασάρ Κεμάλ ή τον Ορχάν Παμούκ, ο οποίος κέρδισε το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2006;

Το βέβαιο είναι ότι ακόμα και σήμερα ο τουρκικός πολιτισμός, και εν προκειμένω η λογοτεχνία, είναι μια άγνωστη «χώρα» για εμάς, και γι’ αυτό, άλλωστε, μας εκπλήσσουν ευχάριστα τα δείγματα της λογοτεχνικής παραγωγής τόσο του παρελθόντος όσο και του παρόντος, τα οποία, κάθε φορά, μας συστήνονται.

Η γνωριμία μας με μια ικανοποιητική γκάμα σπουδαίων Τούρκων συγγραφέων οφείλεται στους ακάματους μεταφραστές από την τουρκική γλώσσα, οι οποίοι συχνά προτείνουν έργα και συγγραφείς στους τολμηρούς Έλληνες εκδότες, που αναλαμβάνουν το ρίσκο και εξ αιτίας της ασκούμενης αποτελεσματικής πρακτικής για την προώθηση της λογοτεχνίας στο εξωτερικό εκ μέρους του Τουρκικού Υπουργείου Πολιτισμού.

Οι Αποσυνάγωγοι είναι ένα σύνθετο έργο του συγγραφέα Ογούζ Ατάϋ (1934-1977), το οποίο κυκλοφόρησε στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Ξεχωρίζει για τα ιδιαίτερα μοντερνιστικά στοιχεία της αφήγησης, που παραπέμπουν στη δυτική λογοτεχνία και όχι μόνο. Εξάλλου, ο Ογούζ Ατάϋ είχε επηρεαστεί από τα έργα των Κάφκα, Έλιοτ, Μέλβιλ, Χένρυ Τζαίημς, Ναμπόκοφ, Ντοστογιέφσκι και Γκοντσάροφ, μεταξύ άλλων. Και μολονότι οι κριτικοί υποδέχτηκαν το βιβλίο με επιφυλάξεις, ωστόσο τίποτε δεν ανέκοψε την πορεία του στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, όπου πλέον η επίδρασή του θεωρείται καθοριστική στην πορεία της τουρκικής λογοτεχνίας. Και είναι ευτύχημα που συστήνεται αυτό το τόσο σημαντικό μυθιστόρημα στη χώρα μας από την εξαιρετική μετάφραση της Νίκης Σταυρίδη, η οποία είχε να αντιμετωπίσει ένα πολυεπίπεδο και λαβυρινθώδες έργο, και γι’ αυτό, άλλωστε, της αξίζουν τα εύσημα.

Η ιστορία είναι απλή, δοσμένη όμως σε ένα δαιδαλώδες αφηγηματικό τοπίο. Ο Τουργκούτ μαθαίνει για την αυτοκτονία του φίλου του Σελίμ, τον οποίο γνώριζε από τα φοιτητικά του χρόνια, αν και δεν είχαν διατηρήσει στενές επαφές μετέπειτα.  Αμέσως φέρνει στο νου του περιστατικά από τη γνωριμία τους και αποφασίζει να αναζητήσει τα βαθύτερα αίτια που τον οδήγησαν στην αυτοκτονία. Όσο όμως εισέρχεται στον κόσμο των σκιών και των δαιμόνων του φίλου του τόσο απομακρύνεται από την ήσυχη και χωρίς εκπλήξεις καθημερινότητα της οικογενειακής του ζωής. Πίσω από την ατομική περιπέτεια, ωστόσο, καταγράφεται η κοινωνική πορεία της χώρας, οι εναλλαγές και οι μεταμορφώσεις της.

Η αφήγηση δεν ακολουθεί τη χρονική οριζόντια σειρά καταγραφής των γεγονότων, καθώς αυτή μεταφέρεται ασύνδετα από το ένα χρονικό σημείο στο άλλο, από τις αναδρομές στο παρελθόν μετακινείται στο παρόν, από τις παύσεις και τις εκκινήσεις των γεγονότων, που παρεμβάλλονται, μεταβαίνει σε άλλα σημεία της αφήγησης, με αποτέλεσμα όλα αυτά, μαζί με τις υπόλοιπες φωνές που εμπλέκονται, να συνθέτουν ένα πολύχρωμο, πολυσχιδές, απαιτητικό ανθρώπινο τοπίο.

Τα θέματα, πάντως, που υπολανθάνουν είναι αυτά του χρόνου καθώς και του νοήματος της ζωής, η οποία αντιμετωπίζεται ως παιχνίδι, με αβέβαιο περιεχόμενο, αλλά σίγουρη έκβαση.

Ποιοι είναι οι «αποσυνάγωγοι» του τίτλου εν τέλει; Μήπως πρόκειται για αυτούς που δεν προσαρμόζονται στα δεδομένα της πραγματικότητας και στις κοινωνικές απαιτήσεις, ενώ βρίσκουν ως λύση την «απόδραση» από τη ζωή;

Φαίνεται, όμως, ότι η πλήξη, κύριο συστατικό της καθημερινότητας, γίνεται η «δύναμη» εκείνη που διαφοροποιεί τους ήρωες του έργου και τους μετατρέπει σε αποσυνάγωγους και απροσάρμοστους στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Είναι αυτοί που βλέπουν τη ζωή με άλλη ματιά, πότε  με πάθος και πότε με επιφύλαξη, εκείνοι που μπορούν να διακρίνουν το ουσιαστικό από το περιττό. Μια τέτοια, ωστόσο, στάση τους οδηγεί στα άκρα, έως την εσκεμμένη περιθωριοποίηση ή ακόμα και την εκμηδένιση.

Σε μια συνέντευξή του, ο ίδιος ο συγγραφέας δήλωσε ότι ο Σελίμ(σημαίνει τίμιος, τέλειος), το κύριο πρόσωπο της ιστορίας- που αν και δίνει τέλος στη ζωή του, επισκιάζει την εξέλιξή της-, δεν ανήκει πουθενά και δεν εντάσσεται πουθενά· μάλιστα, άφησε να εννοηθεί ότι πίσω από το πρόσωπο αυτό, τον αυτόχειρα δηλαδή, μπορεί να κρύβεται ο ίδιος.

Ογούζ Ατάϋ, Αποσυνάγωγοι, μετάφραση Νίκη Σταυρίδη, Gutenberg 2022

Προηγούμενο άρθροΛούκατς, 100 χρόνια μετά (συνέδριο 8,9/12, Πάντειο)
Επόμενο άρθροΚυκλοφόρησε ο πολιτιστικός Επίλογος 2023

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ