Ο θυρωρός των ημερών (του Μάριου Μιχαηλίδη)

0
245

του Μάριου Μιχαηλίδη

 

Η ποιήτρια Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, μετά την έβδομη ποιητική της συλλογή Αφόρετα θαύματα (Κέδρος, 2017), και μετά από τα Δοκίμια κριτικής Στους πίσω κήπους μίας λέξης (Ρώμη, 2020) έρχεται να προσφέρει και πάλι, μέσα από το θαυμάσιο κάνιστρο της υψηλόπνοης ποιητικής της δημιουργίας, την όγδοη κατά σειρά ποιητική της συλλογή με τον ιδιότυπο τίτλο Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ.

Καθόλου περιττό δεν είναι, καταρχάς, να υπογραμμιστεί η εκδοτική ποιότητα και αυτού του έργου της Λουκίδου από τις εκδόσεις Κέδρος, καθώς και η εξαιρετική σύνθεση του εξωφύλλου από την Ξένια Τρύφωνος, η οποία αξιοποίησε εικαστικό έργο της Ελληνοκύπριας ζωγράφου Ελένης Θεοδούλου φιλοτεχνημένο ειδικά για τη συλλογή.

Άκρως επιτυχημένη είναι η επιλογή των δύο στίχων του Δ. Π. Παπαδίτσα από το ποίημα «Έμβρυο φως»[1] που λειτουργούν ως προμετωπίδα της συλλογής: Κι από μια συλλαβή σ’ ένα δάσος / κατεβαίνει κανείς στο τίποτα της ρίζας του. Και αυτό, επειδή η ποιήτρια, στο έργο της, μέσα στο δάσος των λέξεων και στην περιπλάνηση στο αχανές των ποιητικών συνειρμών αναζητεί την ταυτότητα του δικού της υπαρξιακού και ποιητικού «είναι».

Κατά γενική ομολογία, η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου, στα έργα της επινοεί τίτλους που ξαφνιάζουν. Εν προκειμένω, Ο θυρωρός των ημερών συνιστά μια άκρως ενδιαφέρουσα πολυσημία.  Η λέξη θυρωρός παραπέμπει στον όρο κλειδοκράτορας και κατ’ επέκταση στον απόλυτο κυρίαρχο. Έτσι, το μεταφορικό σχήμα προσδίδει στο υποκείμενο, τον απόλυτο εξουσιαστικό έλεγχο των ημερών, δηλαδή του χρόνου. Αυτός είναι που ανοίγει και αφήνει να φανούν τα όσα περιέχουν αλλά και τα όσα επιφυλάσσουν οι ημέρες, οι ώρες και οι συνακόλουθες υποδιαιρέσεις τους. Ο χρόνος  ̶  αέναος χτύπος, ρυθμός μυθικός  ̶  δεσπόζει παντού και ο θυρωρός «δεν ξεγελιέται[2]» όπως αναφέρεται στο πρώτο και ομότιτλο ποίημα της συλλογής.

«[…]Καιρό τώρα τα δευτερόλεπτα απιστούν / καταβροχθίζουν στα γρανάζια τους / πτηνά, πλεούμενα και δεσποινίδες εποχής / που αργοπορούν αφηρημένες / κι ας μειδιούν με νόημα στον θυρωρό των ημερών[3]. […]»

Ο χρόνος, εξουσιάζει τα πάντα ακόμη και μέσα στον κόσμο της ερημίας.

«Η γυναίκα στον κήπο αυτό το καλοκαίρι / περιμένει[4]./ […] / Έχει αποφασίσει να παραμείνει αμίλητη / μέχρι η σκουριά στα σπλάχνα της / να διασταυρωθεί με άταφα μοιρολόγια[5].» […]

Η σύζευξη της απόλυτης σιωπής με την αίσθηση του θανάτου, αντιπαραβάλλεται με την Ερημία των δρόμων και το αχανές των αποστάσεων που «υπόσχεται συναντήσεις, ακόμα και ενέδρες»[6]. Το αποτέλεσμα είναι να διαμορφώνεται ένα περιβάλλον στο οποίο συνυπάρχει η σωρεία ετερόκλητων και αντιθέτων.

Ο χορός των αντιθέτων κορυφώνεται στο πολύστιχο ποίημα ΞΕΝΟ ΣΩΜΑ[7]. Χαρακτηριστικό του είναι ο αφηγηματικός χαρακτήρας, όπου ο πληθυντικός του «εμείς» εναλλάσσεται με τον ενικό του «εγώ».

«Εδώ που ήρθαμε κυνηγημένοι / από το ποδοβολητό των χαλασμάτων / το μόνο που μας απομένει είναι / η διάψευση του εαυτού[8]. /  ̶  Τι είν’ όλοι αυτοί εδώ; /  ̶  Μοιάζουν λαμπάδες /  ̶  Γιατί δεν βγάζουν λάμψη; /  ̶  Μάλλον γιατί δεν φλέγονται. // Πλησίασα και διέκρινα: βρεγμένα σπίρτα με προορισμό / να μπουν ξανά μες στο κουτί τους / […]  Εκ γενετής εξόδια τα σώματα / σ’ ένα νεφέλωμα δίκην κατάγματος συντριπτικού / που σου σκουριάζει το περπάτημα […]

Για να συνεχίσει παρακάτω:

«Για όλα αυτά / το ξένο σώμα υπολήπτομαι και υμνώ / σαν εισχωρεί αθόρυβα στους μαλακούς ιστούς / στην αναπνευστική οδό και πεπτική οδό / στον κερατοειδή. / Μία λαβίδα μικροσκοπική τι να σου κάνει; / Αγκάθι ρόδου, αχινού / γυαλί ή πετραδάκι παραλίας / ή όνομα παλιό με υποκοριστικό / σκουπίδι-σκουπιδάκι μου / δεν σε αποχωρίζομαι. / Τα άλλα αντιστέκονται, αποχωρούν βιαίως. / Δεν σε αφαιρώ. // Ας είσαι εσύ αυτό / το ξένο σώμα / το μοναδικό / το πιο δικό μου.»

Στο ποίημα αυτό συνδυάζεται η επίμονη αναζήτηση του αγνώστου «εγώ» μέσα από το ερωτικό συναπάντημα, όχι ως συντελεσμένη πράξη, αλλά ως διαψευσμένη προσδοκία. Οι συσχετισμοί που συνυφαίνονται στο ποίημα, υπογραμμίζουν την ασκημένη γλωσσική-ποιητική ικανότητα της Λουκίδου και συνάμα τέρπουν μέσα από την αναγνωστική εμπειρία.

Το ποίημα ΚΟΡΗ[9] που φέρει την αφιέρωση στην Άντζελα, αποπνέει ένα σύνολο εκλεκτών συναισθημάτων προς τη μητέρα της ποιήτριας.

[…] «Να φέρουμε ως το σπίτι μας το Φως / να σε κρατώ… / Το μπράτσο σου κατάγεται από τον ουρανό / και στα κλαδιά του ξεφαντώνουν τα αποδημητικά. / Προσηλωμένα στη λατρεία σου / αλλάζουν ξαφνικά προορισμό / ανασυντάσσονται / πιάνουν φιλίες με τους ιθαγενείς / θα μείνουμε εδώ, αποφασίζουν / με λίγα επιρρήματα και δίχως λεπτοδείκτες / θα μάθουμε μες στις σχισμάδες των χεριών // την εύφορη μεταφυσική / του μέλλοντος αιώνος.»

Μέσα από αυτό το ποίημα ενυπάρχει η σπορά που γεννά το επόμενο[10]. Σ’ αυτό η Λουκίδου, μέσα από υπερρεαλιστικούς στίχους, εντάσσει και συνδέει το ποιητικό της εγώ με το εγώ άλλων ποιητών και χωρίς ενδοιασμό αυτοαποκαλείται και συνάμα αποκαλεί τη μεγάλη ομάδα των ομοτέχνων της με τη λέξη «ρακοσυλλέκτες». Ο τίτλος του ποιήματος φέρει το «τελικά» ως συμπερασματική απόληξη που υπονοεί ότι μπροστά στο μεγαλείο και την παντοδυναμία της γλώσσας, οι ποιητές νιώθουν μικροί και ασήμαντοι. Σ’ αυτό καταλήγουν, αφού η ικανότητά τους περιορίζεται στο να «υφαίνουν» με φωνήεντα και σύμφωνα, λέξεις στον αργαλειό της τέχνης τους. Χαρακτηριστικοί είναι οι ακόλουθοι στίχοι:

[…] «Ρακοσυλλέκτες της φήμης μας / θα ενδύουμε με τα έργα μας τη φιλαρέσκειά μας / θα δύουμε εντός για ν’ ανατείλουμε άυλοι αλλού / σε μια διάρκεια που ουδόλως θα μας αφορά / – στην επικράτεια του συρταριού ή της βιβλιοθήκης ̶  / αφού πάντα θα αρκεί μια ψαλιδιά / και / χρατς θα κόβεται το ύφασμα / χρατς θα σκίζεται το χαρτί / χρατς πάει και η ζωή μας.»

Οι στίχοι αυτοί συνιστούν ένα είδος αυτοεξομολόγησης. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ, δεν μπορούν παρά να αποδεχθούν την ευστοχία του συγκεκριμένου ποιητικού λόγου. Τελικά, η τύχη όλων μας είναι δεδομένη. Οι πιο πάνω στίχοι της Λουκίδου επιβεβαιώνουν αυτό που όλοι διαισθανόμαστε.

Στο ποίημα Ο ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ[11], ίδια και απαράλλακτα η μοίρα του θανάτου μεταμορφωμένη, σε θυρωρό του κάτω κόσμου.

[…] «σαν άλλος αετός / αναλαμβάνει τον εντοπισμό / […] και με βηματισμούς εσπερινούς / το θήραμά του γυροφέρνει.»

Και όταν το εντοπίζει, το προκαλεί. Αυτό συμβαίνει όταν απευθύνεται στη Βιρτζίνια (Γουλφ) και απροκάλυπτα τη συγκρίνει με πετρούλες σαν ζαχαρωτά. Και ενώ αυτά παραμένουν ατόφια, εκείνη λιώνει θριαμβευτικά.

«Σου έχω πετρούλες σαν ζαχαρωτά / στου κασμιρένιου σου παλτού τις τσέπες / λιώνεις εσύ θριαμβευτικά / μα εκείνες παραμένουν».

Να είναι, άραγε, η ανθρώπινη μοίρα τέτοια, που όταν συγκρίνεται ακόμη και με ευτελή ύλη να παραμένει υποδεέστερη; Ή, μήπως εδώ, η Λουκίδου υπογραμμίζει την αδυναμία του ανθρώπου να αντιταχθεί στην υπεροχή της μοίρας του θανάτου. Γιατί, τι άλλο μπορεί να συμβαίνει, όταν στους τερματικούς στίχους του ποιήματος, ο θαλαμηπόλος, του κάτω κόσμου ο θυρωρός, με μεγάλη δόση ειρωνείας, απευθύνεται στους αυτόχειρες νεκρούς, Σύλβια Πλαθ, Βιρτζίνια Γουλφ, Περικλή Γιαννόπουλο και Κατερίνα Γώγου:

[…] «Σας είμαι ευγνώμων, ταπεινά, για τη συνεργασία. / Ακούσια, θα μου πείτε / όμως κι εσείς δεν είδα ν’ αντιστέκεστε / κι αυτό, ειλικρινά, σας το αναγνωρίζω. / Όλα αμίλητα και φυσικά / εξόχως εξημερωμένα / διαλυμένα προβλεπόμενα / κατά τα ειωθότα.»

 

Ασφαλώς, είναι πολλά αυτά που θα μπορούσε ακόμη να σημειώσει κανείς γι’ αυτήν την υπέροχη συλλογή. Τα ποιήματα ποιητικής, λόγου χάρη, εκτείνονται και καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος, με αρχή το ποίημα TABLEAU VIVANT ΜΕΧΡΙ ΝΕΩΤΕΡΑΣ[12]. Σ’ αυτό, ο λόγος μεταβάλλεται σε έναν καταιγισμό αντιδράσεων απέναντι σε μια ποιητικά χωροθετημένη διαζευκτική ήπειρο που είναι  […] ανθεκτική στους υετούς κι αλλεργική στη νοσταλγία […]. Μα εμείς εισπνέουμε την καταστροφή / και αφηγούμαστε την ομορφιά / καθώς παλιά ξετύλιγαν οι μύθοι την οδύνη. […]. Το εμείς ασφαλώς αναφέρεται στους ποιητές και στη στάση που αυτοί τηρούν απέναντι σε όσα καταμαρτυρεί η εικόνα ενός κόσμου με επικίνδυνες παλινδρομήσεις.

Αυτή η απόπειρα σχολιασμού των συγκεκριμένων ποιημάτων, δεν έχει γίνει με αξιολογικά κριτήρια και, οπωσδήποτε, καθόλου δεν υποβαθμίζει τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής. Αντίθετα, μετά γνώσεως λόγου, ο γράφων απερίφραστα δηλώνει, ότι σκοπός ήταν να προβληθεί από αυτήν τη συλλογή, ένα δείγμα της βαθυστόχαστης ποιητικής γραφής της Ευτυχίας-Αλεξάνδρας Λουκίδου, η οποία εξακολουθητικώς και σε πείσμα των καιρών, υπηρετεί, με γνώση και πάθος την τέχνη της ποιήσεως.

 

[1] Δ. Π. Παπαδίτσα, Όπως ο Ενδυμίων, 1970

[2] Ο ΘΥΡΩΡΟΣ ΤΩΝ ΗΜΕΡΩΝ, σελ. 9, στ. 8.

[3] Ό.π. στ. 3-7.

[4]  ΑΓΊΑ ΕΡΗΜΊΑ, στ. 1-2

[5]  Ό.π., σελ. 16-18

[6] Ό.π., στ. 19-22.

[7] ΞΕΝΟ ΣΩΜΑ, σελ. 12-14

[8] Ό.π. στ. 1-4

[9] ΚΟΡΗ, σελ. 15

[10] ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΕΣ ΤΕΛΙΚΑ, σελ. 15 – 17

[11] Ο ΘΑΛΑΜΗΠΟΛΟΣ, σελ. 22

[12]  Σελ. 20

 

Ευτυχία – Αλεξάνδρα Λουκίδου, Ο θυρωρός των ημερών, (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ, 2022)

Προηγούμενο άρθρο12 συγγραφείς : Το βιβλίο που θα ήθελα να έχω γράψει (επιμ. Άννα Ρω)
Επόμενο άρθροΓια την Παρανάγνωση- ένα σημείωμα (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ