Ο θάνατος του συγγραφέα;

1
314

 Λίλα Κονομάρα.

   Η έννοια του συγγραφέα δεν δημιουργήθηκε σε μία μέρα. Πρόκειται για μια σύνθετη ιδιότητα που διαφέρει ανάλογα με την εποχή και αναπτύσσεται παράλληλα με τις έννοιες του κειμένου, του έργου, του αναγνώστη. Είναι περίεργο ωστόσο το γεγονός ότι η θέση του συγγραφέα σήμερα παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με το μακρινό παρελθόν.

Μέχρι τον Μεσαίωνα, ο συγγραφέας δεν έχει υπόσταση. Τα περισσότερα έργα δεν φέρουν την υπογραφή κανενός και το επάγγελμα αυτό δεν αναγνωρίζεται. Η εφεύρεση της τυπογραφίας, η οποία επιτρέπει τη διάδοση των έργων, είναι εκείνη που θα συμβάλει στη συνειδητοποίηση σε προσωπικό αλλά και κοινωνικό επίπεδο της ιδιότητας και της θέσης του συγγραφέα. Πρέπει να φτάσουμε στον 17ο και κυρίως στον 18ο αιώνα για να καθιερωθεί η έννοια αυτή. Να όμως που, μετά από τόσα χρόνια,  η υπόσταση του συγγραφέα τίθεται πάλι εν αμφιβόλω λόγω του Ίντερνετ, στο μέτρο που ο κάθε χρήστης μπορεί να επέμβει σε κείμενα ή και να ιδιοποιηθεί ολόκληρα αποσπάσματα.  Ταυτόχρονα, μπαίνει όλο και πιο επιτακτικά το ζήτημα των πνευματικών δικαιωμάτων τα οποία χρειάστηκαν αιώνες για να κατοχυρωθούν και κινδυνεύουν να απωλεσθούν λόγω της ψηφιοποίησης και της πολιτικής που ασκούν εταιρείες όπως η Amazon.

Για να μπορέσουν να ζήσουν από την πένα τους, οι συγγραφείς χρειάστηκε να περιμένουν τον 19ο αιώνα. Αναζήτησαν ως εκ τούτου άλλες πηγές εσόδων, όπως θεατρικές διασκευές, δημοσιεύσεις σε συνέχειες σε εφημερίδες και περιοδικά, εξασφάλιση επιχορηγήσεων από το κράτος ή από μαικήνες. Είναι γνωστό ότι ο Μολιέρος, όπως και άλλοι καλλιτέχνες του 17ου αιώνα, μπόρεσαν και αφοσιώθηκαν στο έργο τους χάρη στον Λουδοβίκο ΙΔ’, ο οποίος τους παρείχε ένα μηνιαίο επίδομα. Συγγραφείς και ζωγράφοι της Αναγέννησης στηρίχτηκαν και ενθαρρύνθηκαν στο έργο τους από τον οίκο των Μεδίκων ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην προώθηση των τεχνών και της επιστήμης. Χρειάστηκε να φτάσουμε στον 20ό αιώνα για να αρχίσει το κράτος να διαδραματίζει πιο ενεργό ρόλο, χαράσσοντας και εφαρμόζοντας μια εθνική πολιτική για το βιβλίο που προέβλεπε ένα σύνολο δράσεων για την προώθηση της ανάγνωσης και  του βιβλίου και τη στήριξη των συγγραφέων μέσω υποτροφιών, χορηγιών ή βραβείων.

Ο Πλάτων εξόριζε τους ποιητές από την ιδεώδη Πολιτεία του, θεωρώντας τους επικίνδυνους και βλαβερούς για την ψυχή των πολιτών. Φαίνεται πως μέχρι σήμερα η ελληνική κοινωνία ενστερνίζεται αυτή την άποψη και απεργάζεται διάφορους τρόπους προκειμένου να επιτύχει την εξόντωσή τους.

Η επίσημη πολιτεία θυμάται τους συγγραφείς μόνον σε περίπτωση που τους απονεμηθεί το Νόμπελ ή αφού έχουν μεταβεί προ πολλού εις τόπον χλοερόν. Υπουργοί προηγούμενων κυβερνήσεων αρνούνταν να δουν τον πρόεδρο της εταιρείας συγγραφέων, μη θεωρώντας τον προφανώς αρκετά σημαντικό ώστε να σπαταλήσουν τον πολύτιμο χρόνο τους. Μετά το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ, οποιοσδήποτε σχεδιασμός και εφαρμογή μιας εθνικής πολιτικής για το βιβλίο έχει σχεδόν εκλείψει. Παρά τις εξαγγελίες περί επαναλειτουργίας του προγράμματος ‘Φράσις’ που χρηματοδοτεί μεταφράσεις ελληνικών βιβλίων στο εξωτερικό με σκοπό την προώθηση της σύγχρονης ελληνικής παραγωγής, τίποτα τέτοιο δεν συνέβη, αντίθετα με άλλες χώρες – και όχι μόνον τις μεγάλες –  που προωθούν συστηματικά τους συγγραφείς τους παρέχοντάς τους ακόμα και υποτροφίες προκειμένου να επιδοθούν απρόσκοπτα στο έργο τους. Στην Ελλάδα, ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν να μην ασκούν άλλο επάγγελμα για να αφοσιωθούν αποκλειστικά στο γράψιμο. Κάποτε, το κράτος αγόραζε ένα σημαντικό αριθμό αντιτύπων των βραβευμένων έργων για να στελεχώσει τις βιβλιοθήκες, τώρα όχι πια.  Όσο για συντάξεις, ο νόμος δεν προβλέπει απολύτως τίποτα. Η επίσημη πολιτεία αντιλαμβάνεται φαίνεται το έργο ως πάρεργο.

Στον μαζικό αφανισμό των συγγραφέων συνεπικουρούν και όλοι οι υπόλοιποι συντελεστές στην αλυσίδα του βιβλίου.  Ό,τι καλείται να κάνει ένας συγγραφέας είτε αυτό είναι ομιλία σε πανεπιστημιακά ή άλλα ιδρύματα, είτε παρουσιάσεις βιβλίων, συγγραφή άρθρων για εφημερίδες και περιοδικά ή και διηγημάτων, είναι δωρεάν διότι οι πνευματικοί άνθρωποι στην Ελλάδα – σε αντίθεση με το εξωτερικό όπου αμείβονται –  δεν ασχολούνται με κάτι τόσο ποταπό όσο το χρήμα. Παλαιότερα, οι εφημερίδες πλήρωναν για κάποιο διήγημα, τώρα όχι πάντα.

Η σχέση συγγραφέα-εκδότη (επάγγελμα που εμφανίζεται τον 19ο αιώνα), είναι αρχικά συγκρουσιακή. Επωφελούμενος από την απουσία νομοθεσίας και από την ασάφεια των συμβολαίων, ο εκδότης εκμεταλλεύεται τον συγγραφέα. Στα Χαμένα όνειρα του Μπαλζάκ (μτφρ. Κ. Σφήκας, εκδ. Στάχυ), ο εκδότης Ντοριά συνοψίζει ως εξής τις δραστηριότητές του: «Κερδοσκοπώ με τη λογοτεχνία». Μετά από μια περίοδο κατά τον εικοστό αιώνα όπου ορισμένοι εκδότες λειτούργησαν ως φάροι της πνευματικής ζωής αναπτύσσοντας μακροχρόνιες σχέσεις με τους συγγραφείς, στηρίζοντάς τους και προωθώντας με κάθε τρόπο την υπόθεση του βιβλίου, τα πράγματα δείχνουν να επιστρέφουν στο φαύλο παρελθόν. Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών και η κατάργηση της ενιαίας τιμής του βιβλίου επιτείνει την κατάσταση. Ο αριθμός των εκδιδόμενων βιβλίων έχει μειωθεί κατά 50%, περίπου, 5.723 τίτλοι πέρυσι έναντι 10.680 το 2008. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αρχίσουν συστηματικά να επιλέγονται  – πέραν κάποιων πολύ γνωστών ονομάτων – οι ευπώλητοι συγγραφείς  ή συγκεκριμένες κατηγορίες βιβλίων – το διήγημα για παράδειγμα δεν πουλάει, προτιμάται το μυθιστόρημα-τούβλο. Με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις, ευτυχώς, η έκδοση βιβλίων μοιάζει όλο και περισσότερο με μάρκετινγκ για τη διάθεση μάρκας σαμπουάν και τη δημιουργία προϊόντων με πολύ συγκεκριμένες προδιαγραφές. Όπως αναφέρει ο Δ. Τζιόβας στο έργο του Κουλτούρα και λογοτεχνία (εκδ. Πόλις), «η κουλτούρα πλέον ενσωματώνεται στο καταναλωτικό σύστημα, γίνεται μέρος της αισθητικής του θεάματος και της εμπορευματοποίησης». Αρκετοί καλοί συγγραφείς δεν βρίσκουν πια εκδότη εκτός αν δεχθούν είτε να μην πάρουν δικαιώματα για το βιβλίο τους είτε να χρηματοδοτήσουν οι ίδιοι την έκδοσή του, πρακτικές που τείνουν να γενικευτούν οδηγώντας στην πλήρη απαξίωση της δουλειάς τους και γεμίζοντας την αγορά με ασήμαντα κείμενα, εφόσον κάθε  άνθρωπος που θεωρεί τα εφηβικά του γραπτά ή την οικογενειακή του ιστορία άξια να απασχολήσουν το πανελλήνιο, μπορεί εύκολα να τα δει τυπωμένα έναντι ορισμένου ποσού. Όταν, λόγω της κατάργησης της ενιαίας τιμής του βιβλίου και του επιτεινόμενου ανταγωνισμού, αναγκαστούν να κλείσουν τα μικρά βιβλιοπωλεία προς όφελος μεγάλων αλυσίδων και σούπερ μάρκετ, ποια βιβλία θα φτάνουν στα ράφια;

Είναι σαφές ότι οι διαφορές ως προς τη θέση και τα δικαιώματα του δημιουργού με τον Μεσαίωνα είναι πολύ λιγότερες από τις ομοιότητες. Σ’ αυτό το κλίμα συνεχούς υποτίμησης και ευτελισμού, πώς μπορεί ένας συγγραφέας να επιβιώσει και ταυτόχρονα να είναι δημιουργικός;

Σήμερα, οι καιροί είναι ιδιαίτερα δύσκολοι για τους πνευματικούς ανθρώπους. Ο ρόλος της δημιουργικότητας και της φαντασίας υποβαθμίζεται. Τα κονδύλια για τον πολιτισμό μειώνονται, οι έδρες κλασικών σπουδών συρρικνώνονται, η πνευματική καλλιέργεια είναι ‘άχρηστη’ έως και επικίνδυνη για τις σημερινές κοινωνίες. Επιστροφή λοιπόν στο σκοταδισμό και τη θεοκρατία;

Στη χώρα μας, η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη. Αυτός ο τόπος τιμωρεί τους δημιουργούς. Κλείνει τα βιβλιοπωλεία και πολλαπλασιάζει τα σούπερ μάρκετ. Ο θάνατος του συγγραφέα και κατ’ επέκταση του καλού βιβλίου ισοδυναμεί με το θάνατο της μνήμης, της σκέψης και του πολιτισμού.

 

Προηγούμενο άρθροΠομπηία: ένα «ανοιχτό» σε ερμηνείες μυθιστόρημα
Επόμενο άρθροΑλέξια Οθωναίου : Αφηγούμαι ιστορίες μέσα από εικόνες

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Οταν ελθω στην Ελλαδα για να δω τον Μαριο θα ηθελα να τα πουμε απο κοντα. Να εχετε καλο χειμωνα.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ