Ο «Συρανό», ένας άλλος «Προμηθέας» και «Οι γριές που  μαζεύουν την τσουκνίδα»(της Όλγας Σελλά)

0
458

 

της Όλγας Σελλά

Το θεατρικά πληθωρικό 2023 έδωσε τη σκυτάλη στο επίσης θεατρικά πληθωρικό 2024. Η «σκληρή περίοδος» με τις διαρκείς πρεμιέρες (μέχρι και 3 μέρες πριν τα Χριστούγεννα) για να προλάβουν την εορταστική περίοδο, που την πρόλαβε όμως η έξαρση του κόβιντ και οι αναβολές παραστάσεων κοντεύουν να είναι περισσότερες από τα κρούσματα, ολοκληρώθηκε. Το «μπαλάκι», δηλαδή η επιλογή, είναι στα χέρια των θεατών. Που πρέπει ν’ αποφασίσει, αφού πρώτα ενημερωθεί (αυτή η φράση έχει και τη θέση ευχής). Για να προλάβουμε, κι εμείς, να ενημερώσουμε για όσο το δυνατόν περισσότερες παραστάσεις, που ξεκίνησαν λίγο πριν τις γιορτές ή εμείς τις είδαμε λίγο πριν τις γιορτές, το σημερινό πρώτο σημείωμα του 2024 θα είναι «κριτικό και ευσύνοπτο», παρουσιάζοντας τρεις διαφορετικές παραστάσεις, με εντελώς διαφορετική θεματολογία και θεατρική φόρμα. Αφού πολλές και διαφορετικές είναι και οι αναζητήσεις του κοινού. Καλή χρονιά να έχουμε!

 

© Παναγιώτης Λαμπής

«Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα»

Περίεργος τίτλος, περίεργη και η σκηνική όψη αυτής της παράστασης, που ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2023 από την Πειραματική Σκηνή του Θεσσαλικού Θεάτρου και στο πλαίσιο της περιοδείας του έκανε στάση και στο θέατρο «Σταθμός». Τρεις γυναικείες γεροντικές φιγούρες κινούνται στη σκηνή και παράλληλα ακούγονται αφηγήσεις, αναμνήσεις από στιγμές της καθημερινότητας σε παλαιότερα χρόνια, συνταγές, έθιμα, δεισιδαιμονίες. Το πρώτο που παρατηρεί ο θεατής είναι η καταπληκτική κινησιολογία των τριών ηθοποιών, όλοι άντρες, που φορούν μάσκες, αλλά με τη στάση του σώματος και τα ρούχα που φορούν θυμίζουν ευθέως μεσόκοπες γυναίκες σε μια ελληνική επαρχία τη δεκαετία του ’50 ή του ’60 –μπορεί και λίγο αργότερα. «Με ξόρκια και με μαγικά» και με δημοτικά τραγούδια αφηγούνται στιγμές της ζωής τους. Παρατηρώ τους τρόπους –δεν είναι ένας- που δένουν το μαντήλι τους. Ακούω τα ονόματα τα χίλια των φυτών, των βοτάνων που λένε, ή τα «κτερίσματα», για «να τρων’ οι πεθαμένοι» (ευθεία, δημιουργική συνομιλία με δημοτικά τραγούδια που πλαισιώνουν την παράσταση). Παρεμβάλλονται παροιμίες –«αν βρέξει ο Μάρτης δυο νερά, κι ο Απρίλης άλλο ένα, να δεις κουλούρια τα παιδιά, και πίτες οι μανάδες». Η σκληρή καθημερινότητα των γυναικών της υπαίθρου, που είχαν ευθύνη για τα πάντα και δικαιώματα πενιχρά. Και πάντα εντός του οίκου. Ακόμα κι εκείνη που έφυγε –με τον άντρα της φυσικά- για την πόλη, μέσα στο σπίτι έμενε… Και δεν είχε να μιλήσει με κανέναν στο σπίτι της πόλης, την πολυκατοικία. Κι όταν θέλησε να κάνει ένα βήμα έξω από αυτό γνώρισε τη βαναυσότητα του άντρα της.  Αυτά τα βότανα έγιναν το δικό τους πεδίο δράσης και ηγεμονίας. Αυτοί οι καρποί της γης με τα δεκάδες ονόματα, έγιναν μυρωδικά στις πίτες αλλά και βότανα θεραπευτικά για πάσα νόσο και βασκανία. Για τη «βοή», το μάτιασμα, κι άλλα πολλά: «Ζήλευε ο κόσμος τον άλλον; Το ‘λεγαν βοή».

Ο Κωνσταντίνος Ντέλλας, που δεν είναι η πρώτη φορά που καταπιάνεται με στιγμές της παράδοσης, έστησε μια ξεχωριστή και ιδιαίτερη δουλειά, που συνδυάζει το ντοκουμέντο και το σωματικό θέατρο, παραπέμποντας συχνά στο χορό της αρχαίας τραγωδίας, για να αγγίξει ένα θέμα που εκ πρώτης όψεως συνομιλεί με τη λαϊκή παράδοση, αλλά ευθέως και με έξυπνο θεατρικό τα τρόπο, αγγίζει πολιτισμικές συμπεριφορές αιώνων. Θα μπορούσα να πω ότι μ’ έναν τρόπο συνομιλεί με τη «Φόνισσα». Οι τρεις άντρες ηθοποιοί –πολύ έξυπνη επιλογή- απέδωσαν εξαιρετικά την κίνηση αυτών των γυναικών (σε όλους μας θύμισαν οπωσδήποτε κάποια, κάποιες… γιαγιάδες, θείες, παλιές γειτόνισσες). Την κίνηση των χεριών τους, τον τρόπο που φόραγαν τα παπούτσια τους, το κουρασμένο βήμα, τη χορευτική κίνηση. Τα ονόματά τους: Μανούσος Γεωργόπουλος, Πλάτωνας-Γιώργος Περλέρος, Γιάννης Σανιδάς. Ήταν μια τρυφερή, λαογραφική δουλειά, με πολλά σύγχρονα θεατρικά στοιχεία (και γι’ αυτόν τον λόγο -αλλά όχι μόνο γι’ αυτόν- δεν ήταν φολκλορική). Η μόνη παρατήρηση που έχω να κάνω είναι ότι σε κάποια σημεία υπήρξε μια υπερβολική επανάληψη ή υπογράμμιση της συμπεριφοράς των ανδρών, η οποία δεν ήταν απαραίτητη. Η θέση των γυναικών εκείνων των χρόνων εικονοποιούνταν εξαιρετικά μέσα από τη λιτότητα των λόγων τους και των τραγουδιών τους, μέσα από τη σοφία των έργων τους, μέσα από την κούραση των σωμάτων τους, μέσα από τις καθημερινότητα που μοιράστηκαν. Και το έφερνε αυτό η παράσταση. Όπως, για παράδειγμα, ότι όταν μια οικογένεια αποκτούσε στη σειρά μόνο κορίτσια, έδιναν στο τελευταίο νεογέννητο κορίτσι το όνομα Αγόρω (Αγορίτσα) για να είναι αγόρι το επόμενο παιδί! Πραγματικά, ήταν μια αξιέπαινη δουλειά ενός Δημοτικού Περιφερειακού Θεάτρου. Ελπίζουμε να ανακοινωθεί κι άλλη παράταση, γιατί απομένουν μόνο τρεις παραστάσεις στην Αθήνα.

Η ταυτότητα της παράστασης

 

Έρευνα, δραματουργική επεξεργασία, σκηνοθεσία: Κωσταντίνος Ντέλλας, Ερμηνεύουν: Μανούσος Γεωργόπουλος, Πλάτωνας Γιώργος Περλέρος, Γιάννης Σανιδάς, Ηχητικό περιβάλλον, πρωτότυπη μουσικη: Αλέξανδρος Κτιστάκης, Επιμέλεια κίνησης: Μαρίζα Τσίγκα, Κατασκευή μάσκας: Μάρθα Φωκά, Κοστούμια: Κωνσταντίνα Μαρδίκη, Βοηθός σκηνοθέτη: Μαντώ Κατσούγκρη

Φωτογραφίες promo: Παναγιώτης Λαμπής, Παραγωγή: Πολιτισμός Σταθμός Θέατρο, Θεσσαλικό Θέατρο, Experimenta Art Company ΑΜΚΕ

 

Θέατρο Σταθμός (Βίκτωρος Ουγκώ 55, Μεταξουργείο).

Πέμπτη 4/1, στις 7μ.μ., Δευτέρα 8/1, 7μ.μ., Πέμπτη 11/1 στις 7μ.μ.

 

Ένας φρέσκος «Συρανό»

Το πεδίο δράσης του έργου που έγραψε ο Εντμόν Ροστάν και πρωτοπαρουσιάστηκε στις 28 Δεκεμβρίου 1897 στο Παρίσι, του «Συρανό» είναι πολυποίκιλο: αίθουσες θεάτρων, αυλές σπιτιών, πεδία μάχης και μοναστήρια… Για όλα αυτά χρειάζεται συνήθως μια μεγάλη παραγωγή ή η θεατρική φαντασία. Αυτήν την τελευταία εμπιστεύτηκε ο Γιώργος Νανούρης και έστησε τον δικό του «Συρανό» στο θέατρο «Αλκυονίς», με πολύ απλό, θεατρικό και ανάλαφρο τρόπο. Με μερικές σκόρπιες καρέκλες θεάτρου, μ’ έναν πύργο του Άιφελ στο βάθος για να δηλώνεται ο τόπος, με σύγχρονα κοστούμια και με πολλή μουσική κάθε είδους (καντάδα, φλαμένκο, κ.λπ). Είχε όμως κάτι στιβαρό για αρχικό υλικό: την έμμετρη μετάφραση του Στρατή Πασχάλη, γιατί το έμμετρο παραπέμπει στον ρομαντισμό της εποχής του Συρανό ντε Μπερζεράκ (Μιχάλης Σαράντης), του συγγραφέα από τον οποίο εμπνεύστηκε ο Ροστάν τον ήρωά του και ο οποίος έζησε τον 17ο αιώνα),  αυτού του αδιάφθορου, περήφανου, ρωμαλέου, καλλιεργημένου άντρα, με τις πολλές ανασφάλειες και την τεράστια μύτη, που είναι τρελά ερωτευμένος με τη Ρωξάνη (Λένα Παπαληγούρα), χωρίς όμως να ελπίζει, και που εκείνη είναι ερωτευμένη με τον Κριστιάν (Ιάσονας Παπαματθαίου), που όμως έχει μόνο ομορφιά και ανύπαρκτο πνεύμα ή ευφράδεια. Έτσι ο Συρανό αναλαμβάνει να γράφει τα ερωτικά γράμματα του Κριστιάν, να κάνει τον υποβολέα κάτω από το μπαλκόνι της, εκφράζοντας, μ’ αυτόν τον τρόπο, τα δικά του αισθήματα. Μια τακτική που δημιουργεί πολλές παρεξηγήσεις στην πορεία της ιστορίας. Στο μεταξύ ερωτευμένος με τη Ρωξάνη είναι και ο πλούσιος και αυστηρός Κόμης ντε Γκις (Νικόλας Χανακούλας), που οπωσδήποτε συμβολίζει τη σκληρότητα της εξουσίας. Και όλα περιπλέκονται ακόμα περισσότερο.

Δίνοντας μιαν όψη προετοιμασίας για παράσταση (οι προσφωνήσεις στον φωτιστή και τον μουσικό από τους ηθοποιούς, εντός παράστασης, υπογράμμιζαν αυτή την επιλογή), δανειζόμενος όψεις από τον κόσμο των καρτούν, του Μουλέν Ρουζ ή του βωβού κινηματογράφου, με τη συμβολή και του μουσικού επί σκηνής (Αθηνόδωρος Καρκαφίρης) και των φωτισμών που επίσης επιμελήθηκε ο Γιώργος Νανούρης, έστησε μια παράσταση φρέσκια (σ’ ένα έργο από τα πλέον παιγμένα), με ρυθμό και κέφι, και μας χάρισε τον λυρισμό αλλά και το χιούμορ του κειμένου. Ο Μιχάλης Σαράντης απέδωσε με την εμπειρία και την υποκριτική του πλαστικότητα τον Συρανό, παρότι αρκετές φορές κατέφυγε υπερβολικά στη σωματική του εκφραστικότητα ή υπερτόνισε τις λυρικές και μελαγχολικές στιγμές του Συρανό. Ο Νικόλας Χανακούλας, ως Κόμης ντε Γκις, έδειξε για ακόμη μία φορά το ταλέντο, τον επαγγελματισμό και το ερμηνευτικό του εύρος. Η Ρωξάνη της Λένας Παπαληγούρα δεν είχε την ευθραστότητα που απαιτεί ο ρόλος, θα έλεγα ότι ήταν μια πολύ εξωστρεφής, αν όχι επιφανειακή Ρωξάνη. Το ίδιο και ο Κριστιάν του Ιάσονα Παπαματθαίου. Πολύ καλή η παρουσία των τεσσάρων νεότερων ηθοποιών (Κωνσταντίνος Γιουρνάς, Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Χρήστος Πούλος Ρενέσης, Γιώργος Φασουλάς)  που έκαναν διάφορους ρόλους, και επωμίστηκαν το σκωπτικό, το μουσικό και το χορευτικό κομμάτι της παράστασης. Οπωσδήποτε μια παράσταση που περνάει καλά ο θεατής και χαίρεται ένα υπέροχο κείμενο.

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση – Διασκευή: Στρατής Πασχάλης, Σκηνοθεσία – Φωτισμοί: Γιώργος Νανούρης, Μουσική: Βάιος Πράπας, Μουσικός επί σκηνής: Αθηνόδωρος Καρκαφίρης, Σκηνογραφία: Γιώργος Νανούρης, Ενδυματολογική επιμέλεια: Τζίνα Ηλιοπούλου, Λίνα Σταυροπούλου, Βοηθός σκηνοθέτη: Νικήτα Ηλιοπούλου, Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή.

Παίζουν: Μιχάλης Σαράντης, Λένα Παπαληγούρα, Ιάσονας Παπαματθαίου, Νικόλας Χανακούλας, Κωνσταντίνος Γιουρνάς, Κωνσταντίνος Γεωργαλής, Χρήστος Πούλος Ρένεσης, Γιώργος Φασουλάς.

 

Θέατρο «Αλκυονίς» (Ιουλιανού 42, Αθήνα)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη στις 7μ.μ., Πέμπτη στις 8μ.μ., Παρασκευή στις 9μ.μ., Σάββατο στις 6 και στις 9μ.μ., Κυριακή στις 6μ.μ.

 

 

Ο Άρης Μπινιάρης συναντιέται μ’ έναν άλλο «Προμηθέα»

Το καλοκαίρι του 2021 ο σκηνοθέτης Άρης Μπινιάρης είχε παρουσιάσει στο Φεστιβάλ Επιδαύρου τον «Προμηθέα» του Αισχύλου. Φέτος, έγραψε ένα δικό του κείμενο, με τον ίδιο τίτλο, «Προμηθέας» πατώντας σε παράλληλους δρόμους μ’ εκείνους του μυθικού Προμηθέα. Κι εδώ υπάρχει ένας άνθρωπος δέσμιος, μόνο που δεν βρίσκεται στην κορυφή ενός βράχου, αλλά σ’ ένα δωμάτιο σαν λευκό κελί, με μόνο σκηνικό μια ηλεκτρική καρέκλα (σκηνικά Πάρις Μέξης). Ο σύγχρονος Προμηθέας (Μιχάλης Βαλάσογλου, σε μια συναρπαστική ερμηνεία) μπαίνει σ’ αυτό το δωμάτιο ημίγυμνος, βαδίζει αργά, φοβισμένα, με αβέβαιο βήμα. Φορά μάσκα, όπως και όλοι οι ηθοποιοί της παράστασης. Κάθεται στην καρέκλα, τον δένουν. Ο δεσμοφύλακας, ο εισαγγελέας, η οικογένεια του κρατούμενου που προσπαθεί να τον συνετίσει, η ψυχίατρος, μια άλλη κατάδικος, βασανισμένη τρομακτικά, που παραπέμπει στην Ιώ του μυθικού Προμηθέα, εμφανίζεται στο δωμάτιο. Όλα αυτά υπό τους ήχους του ράπερ Άγνωστου Χειμώνα, με τον γνώριμο σκηνικό ρυθμό του Άρη Μπινιάρη, με τον απολύτως οργανωμένο σχεδιασμό της κάθε λεπτομέρειας και με τα τρομακτικά καρτούν που εμφανίζονται στον τοίχο του σκηνικού πίσω από την ηλεκτρική καρέκλα εικονίζουν έναν δυστοπικό κόσμο, με έντονα τα στοιχεία της επιβολής, της καταπίεσης, του συμβιβασμού. Ο λόγος, τα λόγια, είναι επίσης μια μορφή βασανιστηρίου έτσι όπως διατυπώνονται από όσους έχουν εξουσία πάνω στον Προμηθέα, αφού ο Προμηθέας ελάχιστα μιλάει.

Είναι σίγουρα μια παράσταση που προκαλεί κατ’ αρχήν αμηχανία. Εξηγούμαι: γιατί είναι άψογα στημένη σκηνικά και άψογα εκτελεσμένη, αλλά γιατί δεν αισθάνεσαι να σε πηγαίνει κάπου. Ή μάλλον γιατί αισθάνεσαι ότι, στην καλύτερη περίπτωση, σε πηγαίνει σε προφανείς δρόμους και παραλληλισμούς που δεν προσθέτουν κάτι νέο στο δίπολο «καταπίεση – εξέγερση», παρά μόνο μια διαφορετική εικαστική προσέγγιση.

Ο πυκνός λόγος και ο τρόπος εκφοράς του στην παράσταση και κουράζει και εμποδίζει αρκετά σημεία του έργου να φτάσουν στο κοινό, οι συμβολισμοί είναι κλισέ (το μικροαστικό ζεύγος των γονιών, ο σκληρός εισαγγελέας που εικονίζει την εξουσία, η ψυχίατρος που κάνει πλύση εγκεφάλου, το πληγωμένο σώμα της Ιούς/αντίστασης, η επίδειξη των αγώνων).

Ήταν μια ενδιαφέρουσα αλλά όχι πρωτοφανής προσπάθεια στο να βαδίσει κανείς πάνω σ’ έναν αρχετυπικό μύθο μιλώντας για το σήμερα, που όμως ήταν ατελής, παρότι, επαναλαμβάνω, άψογα εκτελεσμένη σκηνικά (σκηνικά, κοστούμια, φώτα, μουσική, κίνηση), παρότι το θεατρικό περιβάλλον κόντραρε με το ύφος της παράστασης. Ο Μιχάλης Βαλάσογλου σίγουρα καταχωρίζεται στους πολύ σημαντικούς ηθοποιούς της γενιάς του, αλλά δεν αφίστανται διόλου οι υπόλοιποι ηθοποιοί: Αυγουστίνος Κούμουλος, Βάσω Καβαλιεράτου, Μαρία Μαντά.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σύλληψη-Κείμενο-Σκηνοθεσία: Άρης Μπινιάρης, Συνεργασία στη δραματουργία: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου, Μουσική σύνθεση, Ηχητικός σχεδιασμός: Εμμανουήλ Ροβίθης, Σκηνικά-Κοστούμια: Πάρις Μέξης, Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου, Στίχοι: Άγνωστος Χειμώνας, Σχεδιασμός- κατασκευή μασκών: Μάρθα Φωκά, Επιμέλεια κίνησης: Εύη Οικονόμου, Διδασκαλία μάσκας: Μιχάλης Βαλάσογλου, Βοηθός σκηνοθέτη: Νεφέλη Παπαναστασοπούλου, Βοηθός σκηνογράφου-ενδυματολόγου: Αλέγια Παπαγεωργίου, Σχεδιασμός μαλλιών και περουκών: Χρόνης Τζήμος, Φωτογραφίες παράστασης: Μαρίζα Καψαμπέλη.

Παραγωγή: Τεχνηχώρος

 

Διανομή (σε αλφαβητική σειρά)

Μιχάλης Βαλάσογλου: Προμηθέας. Βάσω Καβαλιεράτου: Ψυχίατρος, Μητέρα, Αυγουστίνος Κούμουλος: Εισαγγελέας, Πατέρας, Μαρία Μαντά: Κρατούμενη

Θέατρο «Γκλόρια» (Ιπποκράτους 7, Αθήνα).

Δευτέρα και Τρίτη στις 9μ.μ.

Προηγούμενο άρθροΈνας καρυοθραύστης σπάει τα βαριά καρύδια της τέχνης  (της Ελένης Καρρά)
Επόμενο άρθροΟ βιβλιοφιλικός Καζαμίας 2024 (από τους Αλεξάνδρα Σαμοθράκη- Νικόλα Σάπο)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ