Ο Στάθης Λιβαθινός και ο Γιάννης Χουβαρδάς αναμετρώνται με τον «Βασιλιά Ληρ» (της Όλγας Σελλά)

0
3069

της Όλγας Σελλά

«Το πιο αισχύλειο από τα έργα του, το πιο στοιχειώδες και πρωταρχικό, το πιο ωκεάνειο και τιτάνιο στη σύλληψή του» (Άλτζερνον Τσαρλς Σουίνμπερν). Ένα έργο που «εκτείνεται σε αμέτρητους τομείς, ξεπερνώντας κάθε λογοτεχνικό όριο» και «ορίζει την αρχή και το τέλος της φύσης και της μοίρας των ανθρώπων» (Χάρολντ Μπλουμ). «Βασιλιάς Ληρ», του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ένα έργο που δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε γράφτηκε, είναι πάντως γνωστή και καταγεγραμμένη η σκηνική παρουσίασή του στη βασιλική αυλή: τον Δεκέμβριο του 1605 (ή1606), «με το όνομα του Σαίξπηρ τυπωμένο με μεγαλύτερα στοιχεία από τα υπόλοιπα, δείγμα του κύρους και της αναγνωρισιμότητάς του. Είναι βέβαιο, όμως, πως έχει γραφτεί και παρουσιαστεί επί σκηνής νωρίτερα από τότε. Δεν είμαστε σε θέση να πούμε πόσες φορές ξαναδουλεύτηκε, πάντως μια ολοκληρωμένη εκδοχή βρήκε το δρόμο προς δημοσίευση το 1608».

Και παρότι ο Χάρολντ Μπλουμ ισχυρίζεται χωρίς μισόλογα ότι «η ανάγνωση του ‘Βασιλιά Ληρ’ είναι μια εμπειρία μυστηριακή» και προτιμά τη «μοναχική εμπειρία της ανάγνωσης αυτού του έργου» από οποιαδήποτε παράσταση, όλοι οι σκηνοθέτες του κόσμου, όλων των εποχών θέλουν κάποια στιγμή ν’ αναμετρηθούν μ’ αυτό το έργο που «η στιβαρή ποίησή του, η ποικιλία και το εύρος της ανθρώπινης εμπειρίας που περικλείει, το μέγεθος των αισθημάτων που ενεργοποιεί και ασφαλώς το αδυσώπητο τέλος του το καθιστούν ένα από τα σκοτεινότερα, τα πιο ανήσυχα και ανησυχητικά έργα που γράφτηκαν ποτέ για το θέατρο», σημειώνει στον πρόλογο της μετάφρασης του έργου ο ποιητής Διονύσης Καψάλης.

Έτσι, αυτές τις μέρες, σε δύο κεντρικά και ιστορικά αθηναϊκά θέατρα, στο Εθνικό Θέατρο και στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, δύο από τους πιο σημαντικούς Έλληνες σκηνοθέτες, ο Στάθης Λιβαθινός και ο Γιάννης Χουβαρδάς, αναμετρώνται με «τις αιφνίδιες και βίαιες εναλλαγές, από την άδολη αγάπη ως το πιο αδιάλλακτο μίσος, από την καλοσύνη και την τρυφερότητα ως την πιο άγρια ψυχική και σωματική βία, από το ερωτικό πάθος ως την αποστροφή, από την οργή και τη φονική σύγκρουση ως τη γλυκύτερη καταλλαγή». Τα είδα και τα δύο σε διάστημα μιας εβδομάδας ακριβώς. Και θα επιχειρήσω να σας παρουσιάσω  αυτές τις δύο παραστάσεις του ίδιου έργου, παρότι ομολογώ ανερυθρίαστα ότι «η προσπάθεια να δώσεις μια περιγραφή του ίδιου του έργου ή της επίδρασής του στον νου, είναι απλή αναίδεια. Πρέπει όμως να πούμε κάτι», όπως είχε με παρρησία επισημάνει το 1817 ο Άγγλος κριτικός William Hazlitt. Ας προσπαθήσουμε λοιπόν:

Η τραγωδία του Σαίξπηρ ξεκινά με την απόφαση του βασιλιά Ληρ να μοιράσει το βασίλειό του στις τρεις κόρες του, την μεγαλύτερη την Γκόνεριλ, τη μεσαία την Ρίγκαν και τη μικρότερη και πιο αγαπημένη του, την Κορντέλια, με μόνη υποχρέωση κι από τις τρεις να δηλώσουν το μέγεθος της αγάπης τους προς τον πατέρα του. Οι δύο μεγαλύτερες θυγατέρες, που βιάζονται να πάρουν εξουσία και περιουσία στα χέρια τους, δεν φείδονται υπερβολικών δηλώσεων. Η Κορντέλια, που μετράει την καρδιά της πιο πολύ από τη γλώσσα της, λέει εκείνο το ηχηρό, λακωνικό και μεγαλειώδες «τίποτα» όταν έρχεται η σειρά της, γιατί «όσο κι αν σφίγγω την καρδιά, δεν ανεβαίνει στο στόμα μου. Σας αγαπάω όσο πρέπει, ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ». Η Κορντέλια εκδιώκεται με βάναυσο τρόπο από τον πατέρα της, παρά τις παρακλήσεις του συμβούλου και επιστήθιου φίλου του Ληρ, του κόμη Κεντ, που και σ’ εκείνον δείχνει ένα αδυσώπητα σκληρό πρόσωπο ο Ληρ και τον εξορίζει. Ο Ληρ υποτίθεται ότι έχει συμφωνήσει να διαμένει εναλλάξ στις δύο κόρες του, μαζί με την 100μελή ακολουθία του. Γρήγορα εκείνες δυσανασχετούν και βρίσκουν διάφορους τρόπους για να εξευτελίσουν τον Ληρ, που σιγά σιγά χάνει τα λογικά του. Όταν τον πετούν στο δρόμο, στη διάρκεια μιας τρομακτικής καταιγίδας, βρίσκεται με τον Τρελό του (τον γελωτοποιό, τον άνθρωπο που μπορεί να λέει πικρές αλήθειες χωρίς ιδιαίτερο κόστος) και τον κόμη του Κεντ που μεταμφιεσμένος του παραστέκει σε κάθε βήμα, μέχρι να τους δώσει στέγη, φροντίδα και σωτηρία ο κόμης Γκλόστερ, ένας ακόμη επιστήθιος και πιστός -στον Ληρ και στους θεσμούς- σύμβουλος. Ο κόμης Γκλόστερ έχει δύο γιους, τον Έντγκαρ κι έναν νόθο, τον Έντμοντ, που διακατέχεται, όπως και άλλοι ήρωες αυτού του έργου, «από ένα ριζωμένο τυφλό πάθος», που τον κάνει «σκλάβο της φιλοδοξίας, της ζήλιας, της εκδικητικότητας». Ο Έντμοντ έχει ήδη διαβάλει τον αδελφό του τον Έντγκαρ, που αναγκάστηκε να κρυφτεί και να μεταμφιεστεί σε ζητιάνο για να μη συλληφθεί και θανατωθεί. Όταν αρχίζουν να αποκαλύπτονται οι σκευωρίες, οι αδικίες και οι ίντριγκες ο θάνατος δίνει τη λύση, αφήνοντας πίσω του έναν δρόμο αβέβαιο για όσους απέμειναν.

Ο «Ληρ» του Γιάννη Χουβαρδά στο Εθνικό Θέατρο

Ένα ζοφερό, σκοτεινό και τρομακτικό περιβάλλον στήθηκε στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου και όχι μόνο επί αυτής αλλά και στον υπόγειο χώρο της, εικονοποιώντας το σύμπαν του δικού του βασιλιά Ληρ παρηκμασμένο, αδιαφανές, τοξικό. Τόσο τοξικό που γίνεται αντιαισθητικό, μιας και η τοξικότητα είναι αντιαισθητική. Παρότι υπάρχουν κάποιοι που αντιστέκονται στην κολακεία και στη σκοπιμότητα, αφού «ό,τι ο δόλος κρύβει, ο χρόνος ξεσκεπάζει», κυριαρχεί η υποκρισία, το ψέμα, ο δόλος. Επί της ουσίας η σκηνή είναι άδεια και στις καταπακτές, εν κρυπτώ, συμβαίνουν τα περισσότερα. Κι εκεί έρχεται το ζωντανό βίντεο, που παίζει κυρίαρχο και πρωταγωνιστικό ρόλο στις τελευταίες παραστάσεις του Γιάννη Χουβαρδά, να κάνει πιο αισθητά όσα κρύβονται πίσω από τα λόγια, αλλά αποτυπώνονται στις εκφράσεις. Τα κοντινά πλάνα στα στόματα των ηθοποιών όταν εκστομίζουν λόγια αβυσσαλέου μίσους και κακότητας είναι συγκλονιστικά. Ο Ληρ (Λεωνίδας Κακούρης) είναι επηρμένος, περήφανος, πονηρός, απαιτητικός και ανασφαλής ταυτόχρονα. Και γι’ αυτό υστερικός (κάποιες φορές υπερβολικά) και αδίστακτα σκληρός. Το παλτό που ρίχνει διαρκώς στους ώμους του είναι το δικό του σκήπτρο, το σύμβολο της δικής του εξουσίας. Γι’ αυτό και συχνά πέφτει από τους ώμους του, μέχρι να το χάσει εντελώς και να σκεπάσει άλλους ώμους. Η άλλοτε κραταιά εξουσία είναι πια ένας «αστόλιστος άνθρωπος». Γυρίζει σαλεμένος παρέα με τον «πικρό Τρελό» του, που μπορεί να πει με μεγαλύτερη άνεση πολύ πικρές αλήθειες. «Με λες τρελό, μικρέ;» τον ρωτάει. «Όλους τους άλλους τίτλους τους εκχώρησες. Αυτόν τον έχεις εκ γενετής», απαντά ο Τρελός. Η εκδίκηση, η στυγνή επιβολή και η ματαιοδοξία συνεχίζουν να σκορπούν κακό, αδικία, πόνο και θάνατο. Ο πιστός Γκλόστερ, θύμα του νόθου γιου του του Έντμοντ, που προσωποποιεί τον αβυσσαλέο δόλο βασανίζεται και τυφλώνεται. «Μόνο σκοτάδι» από εκεί και πέρα, όπως τιτλοφορείται το μέρος αυτό της παράστασης. «Είναι κανόνας πια, στον άρρωστο καιρό μας, τρελοί να οδηγούν τυφλούς», λέει. Παρότι έχει την τύχη να έχει δίπλα του τον μεγάλο του γιο, τον Έντγκαρ, επίσης συκοφαντημένο από τον νόθο αδελφό του, που του χαρίσει απλόχερα τρυφερότητα, προστασία και φροντίδα. Και όλα τελειώνουν με αλήθεια, θλίψη και θάνατο. Και μένουν κάποιοι, όσοι άντεξαν, όπως ο Έντγκαρ, να προχωρήσουν, έχοντας απόλυτη επίγνωση για το μέλλον: «Τώρα εμείς πια θα σηκώσουμε το βάρος/ του θλιβερού καιρού μας, λέγοντας με θάρρος/ όχι ό,τι πρέπει μα ό,τι νιώθουμε σωστό./ Οι γέροι τράβηξαν πολλά. Εμείς οι νέοι/ ούτε θα δούμε όσα είδαν οι παλιοί/ κι ούτε θα ζήσουμε εμείς τόσο πολύ», λέει με πικρή ωριμότητα κλείνοντας το έργο.

Ήταν αναμφίβολα μια αναγνωρίσιμη παράσταση του Γιάννη Χουβαρδά. Με τεράστιο τεχνικό αποτύπωμα, που συναγωνίζεται ισότιμα το θεατρικό, δίνοντάς στη θεατρική διαδικασία κι άλλη έκταση, κι άλλες όψεις. Είχε σκηνοθετικές υπερβολές σε κάποιες ερμηνείες (επιλογή που αποτυπώθηκε και στα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη), παραέδωσε χώρο στην κινηματογραφική εικόνα σ’ αυτή την παράσταση και ίσως αυτό να επιβάρυνε τον θεατή σε κάποια σημεία, είχε τους κρυμμένους ή τους φανερούς συμβολισμούς του, χάρισε απλόχερα το κείμενο (και χάρη στη μετάφραση του Διονύση Καψάλη και χάρη στις ερμηνείες του) και έδωσε χώρο σε όλους τους χαρακτήρες του έργου. Μια παράσταση με πολύ πιο αδύναμο πρώτο μέρος απ’ ό,τι το δεύτερο (δεν ξέρω αν είναι δομικό ή αν οφείλεται στο ότι είδαμε μόλις την τρίτη παράσταση του έργου) και με αρκετές θαυμάσιες ερμηνείες: οι Ανθή Ευστρατιάδου, Αλεξία Καλτσίκη, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Γιάννης Νταλιάνης, Αργύρης Ξάφης, Γιώργος Παπαγεωργίου έκαναν εξαιρετική δουλειά, ενώ ο Λεωνίδας Κακούρης στον κεντρικό ρόλο, έκανε μια συγκινητική υπέρβαση στην ερμηνεία του, κολυμπώντας με τόλμη και αυταπάρνηση σε αγριεμένα νερά, είχε σίγουρα καλές στιγμές, αλλά υπήρχαν και αρκετές στιγμές που δεν έπεισε. Ο Γιάννης Χουβαρδάς πήρε για άλλη μια φορά το ρίσκο του, ακολούθησε με συνέπεια την οπτική του, και μας έδωσε τον δικό του σκηνικό σχολιασμό για τον θλιβερό καιρό και την τοξικότητα που μας περιβάλλει, τη φθαρτότητα, τη μοναξιά, την αδικία, τους τρελούς και τους τυφλούς.

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Διονύσης Καψάλης, Διασκευή- Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς, Σύμβουλος Δραματουργίας-Δραματολόγος παράστασης: Έρι Κύργια, Σκηνικά: Εύα Μανιδάκη, Κοστούμια: Ιωάννα Τσάμη, Μουσική: Gary Salomon, Κίνηση: Μαρκέλλα Μανωλιάδη, Βίντεο: Παντελής Μάκκας, Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου, Σκηνική πάλη: Κρις Ραντάνοφ, Βοηθοί σκηνοθέτη: Ιλιάνα Αντωνιάδου, Δέσποινα Λάρδη, Αμαλία Τσεκούρα, Νίνα Φραντζεσκάκη, Βοηθός σκηνογράφου: Κατερίνα Βλάχμπεη, Βοηθοί ενδυματολόγου: Αλεξάνδρα Ντεληθέου, Βασιλική Σουρή, Βοηθός φωτίστριας: Μαριέττα Παυλάκη, Σχεδιασμός κομμώσεων: Κωνσταντίνος Κολιούσης, Σχεδιασμός μακιγιάζ: Olga Faleichyk

 

Παίζουν (με αλφαβητική σειρά): Μιχάλης Αφολαγιάν, Γιώργος Γιαννακάκος, Παντελής Δεντάκης, Ανθή Ευστρατιάδου, Μίνως Θεοχάρης, Λεωνίδας Κακούρης, Αλεξία Καλτσίκη, Ιωάννα Κολλιοπούλου, Ερρίκος Λίτσης, Κώστας Λουλές, Γιάννης Νταλιάνης, Αργύρης Ξάφης, Γιώργος Παπαγεωργίου, Κρις Ραντάνοφ, Κωνταντίνος Σιώζος, Αλέκος Συσσοβίτης, Γιώργος Τριανταφυλλίδης, Αμαλία Τσεκούρα, Χάρης Τσιτσάκης, Νίνα Φραντζεσκάκη.

 

Μουσικοί επί σκηνής:

Νίκος Λιάσκος, Βαγγέλης Παρασκευαΐδης, Gary Salomon

 

Xειριστές κάμερας: Δημήτρης Παπαδόπουλος, Sibylle Meder

Φωτογραφίες παράστασης: Κάρολ Γιάρεκ

 

Εθνικό Θέατρο, Κτίριο Τσίλερ, Κεντρική Σκηνή, από Τετάρτη ως Κυριακή.

 

Ο «Ληρ» του Στάθη Λιβαθινού στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας

Ένας κραταιός στο κρεβάτι του βιολογικού του τέλους. Εκεί τοποθετεί ο Στάθης Λιβαθινός τον δικό του Ληρ (Μπέττυ Αρβανίτη). Η Ελένη Μανωλοπούλου έχει στήσει ένα δωμάτιο ΜΕΘ με δεκάδες μόνιτορ, τον μονότονο και ανατριχιαστικό ήχο τους, και αμέτρητα μέτρα καλωδίων, που αργότερα δίνουν τον τόνο του παρατημένου εργοταξίου, της παρακμής, της αταξίας.  Από τις δύο καταπακτές που για μια ακόμα φορά ανοίχτηκαν στη σκηνή του Θεάτρου της οδού Κεφαλληνίας ανεβοκατεβαίνουν τα πρόσωπα του έργου (όχι όλα. Ο Στρατής Πασχάλης στην πολύ ωραία μετάφρασή του, επιλέγει να σταθεί στους βασικούς πρωταγωνιστές και να δώσει στο ίδιο πρόσωπο τον ρόλο του Τρελού και του Κόμη του Κεντ (Νίκος Αλεξίου). Η Κορντέλια (Ερατώ Πίσση) σ’ αυτή την παράσταση είναι ντυμένη στ’ άσπρα, στο χρώμα της αθωότητας. Οι άλλες δύο αδελφές, η Γκόνεριλ (Βιργινία Ταμπαροπούλου) και η Ρέγκαν (Εύα Σιμάτου) φορούν αυστηρά ρούχα, που συνάδουν με τη σκληρότητα της σκέψης, της πράξης και των λόγων τους. Η φθαρτότητα, η τρέλα ή η άνοια του Ληρ είναι παρόντα στην παράσταση, μ’ έναν τρόπο γήινο, άμεσο, πρωταγωνιστικό. «Αυτός εδώ είναι ο Ληρ; Ο νους του αποκοιμήθηκε», ενώ  δίνεται έμφαση στον ανταγωνισμό του παλιού με το καινούργιο, ό,τι κι αν είναι αυτό: «Εμείς πάντα κερδίζουμε όταν οι γέροι χάνουν». Τα μόνιτορ συνεχίζουν να υπάρχουν, και δεν προβάλλουν  πια τη γραμμή των χτύπων της καρδιάς, αλλά γίνονται σκηνικά εφέ και εικόνες του εξωτερικού περιβάλλοντος (σκηνή της καταιγίδας).  Ο Στάθης Λιβαθινός μπήκε από τον δικό του δρόμο στον Σαίξπηρ και τον Ληρ, κεντράρισε στο θέμα της φθαρτότητας και της πάλης των γενεών, χωρίς να εγκαταλείπει την υπόλοιπη ιστορία, αλλά την μινιμάρισε,  έδειξε ότι το πρόσωπο της εξουσίας δεν έχει φύλο (εξου και η ευφυής ιδέα της ερμηνείας του Ληρ από γυναίκα ηθοποιό) ούτε ηλικία, έλαβε προφανώς υπόψιν του τον περιορισμένο σκηνικό χώρο που είχε για τη σκηνική αφήγηση αυτού του έργου, στον οποίο το ενέταξε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Παρ’ όλα αυτά το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου λειτούργησε πολύ καλά στην πρώτη σκηνή, αλλά στη συνέχεια έγινε μονότονο και σχεδόν ασύνδετο με το έργο. Η Μπέττυ Αρβανίτη πήρε ένα τεράστιο ρίσκο, στο οποίο ανταποκρίθηκε με συγκινητική αφοσίωση και αποτελεσματικότητα. Πολύ ενδιαφέρουσες και εύστοχες οι ερμηνείες του Αντώνη Γιαννακού (Έντγκαρ) και του  Γκαλ Ρομπίσα (Έντμοντ). Ο Νίκος Αλεξίου και ο Νέστορας Κοψιδάς ανταποκρίθηκαν με εμπειρία και επαγγελματισμό στους σημαντικούς ρόλους τους. Ικανοποιητικές αλλά χωρίς εσωτερικότητα οι τρεις κόρες (Βιργινία Ταμπαροπούλου, Εύα Σιμάτου, Ερατώ Πίσση).

Ο «Ληρ» του Στάθη Λιβαθινού έδωσε χώρο στην τρυφερότητα, στη φύση, στον έρωτα, στη συγχώρεση, χωρίς να αφίσταται από τις σκληρές όψεις του βίου και των ανθρώπων: «Με το να πίνω συνεχώς πικρά ποτήρια, κατάλαβα τη γεύση της συμπόνιας». Η τελευταία σκηνή του δικού του Ληρ δείχνει τον νεκρό πλέον βασιλιά αγκαλιασμένο και με τις τρεις κόρες του, κι αυτές ήδη νεκρές.

Η ταυτότητα της παράστασης

Απόδοση – διασκευή: Στρατής Πασχάλης, Σκηνοθεσία: Στάθης Λιβαθινός, Σκηνικά – κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου, Μουσική: Τηλέμαχος Μούσας, Σχεδιασμός φωτισμών: Αλέκος Αναστασίου, Video : Χρήστος Δήμας, Βοηθός σκηνοθέτη:  Γεωργία Κατσίλα, Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη, Βοηθός φωτιστή: Nαυσικά Χριστοδουλάκου, Φωτογραφίες: Eλίνα Γιουνανλή

Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Nίκος Αλεξίου, Αντώνης Γιαννακός, Νέστορας Κοψιδάς, Ερατώ Πίσση, Γκαλ Ρομπίσα, Εύα Σιμάτου, Βιργινία Ταμπαροπούλου.                         

Θέατρο οδού Κεφαλληνίας (Κεφαλληνίας 18, Κυψέλη)

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Κυριακή στις 8μ.μ. Πέμπτη, Παρασκευή και Σάββατο στις 9μ.μ.

Προηγούμενο άρθροΝίκος Μάντζιος
Επόμενο άρθρο

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ