«Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» (της Όλγας Σελλά)

0
280

της Όλγας Σελλά

Η πρώτη φορά ήταν έκπληξη –ευχάριστη στην προκειμένη περίπτωση («Παίζοντας το θύμα» των αδελφών Πρεσνιακόφ, Πειραματική Σκηνή του Εθνικού, τον Οκτώβριο του 2020). Η δεύτερη φορά ήταν μια αδημονία για το αν η αρχική μας εντύπωση θα συνεχιζόταν. Και συνεχίστηκε. Ο σκηνοθέτης Γιώργος Κουτλής έγινε talk of the town με την παράσταση «Οι παίχτες» του Νικολάι Γκόγκολ (τη σεζόν 2021-2022, παράσταση που θα συνεχιστεί και τη νέα σεζόν). Η τρίτη φορά  που είδα σκηνοθεσία του ήταν πάλι τη σεζόν 2021-2022, και ο Γιώργος Κουτλής καταπιάστηκε μ’ ένα άγνωστο νεοελληνικό θεατρικό έργο, το «Talk Show» του Βασίλη Μαγουλιώτη. Και παρά τις δραματουργικές αδυναμίες του κειμένου, είδα μια ολοκληρωμένη παράσταση, είδα ρυθμό και ερμηνείες.

Το βράδυ της περασμένης Τρίτης είδα την τέταρτη σκηνοθεσία του Γιώργου Κουτλή, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, πάνω σ’ ένα σύγχρονο γερμανικό κείμενο αυτή τη φορά: «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» του Μάριους φον Μάγενμπουργκ, του δραματουργού της Σαουμπύνε.

Στον Χώρο Η της Πειραιώς 260 βρισκόμαστε σ’ ένα σκοτεινό πανβρώμικο χώρο. Ένας άνδρας (Βασίλης Μαγουλιώτης) δείχνει χαμένος. Δεν ξέρει πού βρίσκεται, δεν ξέρει πώς να φύγει από κει, δεν θυμάται πώς βρέθηκε εκεί. «Το αδιέξοδο» είναι ο τίτλος αυτής της πράξης. Σε λίγο εμφανίζεται ένας άλλος άνδρας (Θάνος Λέκκας), μ’ ένα λουρί στο χέρι, που ψάχνει τον σκύλο του. Κι από εκείνο το σημείο ξεκινάει ένας σπλάτερ εφιάλτης, μια δυστοπική παραβολή για τη σύγχρονη κοινωνία και κυρίως για τις σχέσεις των ανθρώπων. Υπάρχουν λύκοι που έχουν κατέβει πολύ κοντά στην πόλη, υπάρχει βία, επιθετικότητα, φόβος, τρόμος και αίμα, πολύ αίμα. Αλλά υπάρχει και χιούμορ. Πολύ χιούμορ. Ένα χιούμορ υπόγειο, σαρκαστικό, ανακουφιστικό. Όπως υπάρχει και ελπίδα, που ο άντρας που χάθηκε και είχε φάει μύδια «Αύγουστο μήνα», συναντάει στο «Μπλε δωμάτιο», στη δεύτερη πράξη, μια γυναίκα (Δήμητρα  Βλαγκοπούλου). Αυτή η γυναίκα, που μάλλον ξέρει πολύ καλά τι συμβαίνει σ’ αυτόν τον περίεργο τόπο, θέλει να βοηθήσει τον άντρα. Η μοναξιά που υπήρχε πριν στο μπλε δωμάτιο, φαίνεται να στριμώχνεται στη γωνία, παρότι η δυστοπία και οι αλλόκοτες εκπλήξεις συνεχίζονται. «Μην κάνετε τίποτα και δεν θα συμβεί τίποτα» λέει η γυναίκα στον άντρα, πριν φύγει να φέρει βοήθεια. Κι από δω και πέρα εμφανίζονται νέα πρόσωπα, γίνονται νέες συμπλοκές, νέες ανθρωποφαγίες ή ερωτοφαγίες, γιατί είναι πολλών ειδών η πείνα αυτών των περίεργων πλασμάτων. Ο χρόνος είναι σταματημένος. Ο ύπνος μπερδεύεται με τον θάνατο. Ένας κόσμος σε αφασία που προκαλεί τρόμο. Μόνη διέξοδος ο ουρανός: «Κοίτα τον ουρανό, την απόλυτη τάξη που επικρατεί εκεί τη νύχτα».

Τα ευτράπελα συνεχίζονται, όπως και τα μαχαιρώματα. Αυτή τη φορά σ’ ένα νοσοκομείο (τρίτη πράξη), όπου όλοι λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο, τα πρόσωπα μπερδεύονται, μοιάζουν με κάποιους προηγούμενους (ή μήπως είναι ίδιες οι εικόνες των ανθρώπων σ’ αυτόν τον περίεργο κόσμο;). Κι ο άντρας που έχει χαθεί και δεν βρίσκει την έξοδο καταφέρνει να επιβιώνει και να αντιμετωπίζει όλους τους κινδύνους. Μαχαιρώνοντας κι ο ίδιος. Μήπως κινδυνεύει να γίνει λύκος κι αυτός; Μάλλον όχι, γιατί εμφανίζεται πάντα, στις πιο δύσκολες στιγμές, σαν από μηχανής θεός, εκείνη η γυναίκα από το μπλε δωμάτιο. Και όταν όλα έχουν καταστραφεί, αυτοί οι δύο ανεβαίνουν ψηλά. Και κοιτούν τον ουρανό. Κρατιούνται από το χέρι. Τώρα πια δεν φοβούνται –τους άλλους; Τους εαυτούς τους; «Τώρα είμαστε δύο», λέει ο άντρας. Το σκοτάδι αρχίζει να δίνει τη θέση του στο φως…

 

Αυτό είναι το έργο του Μάγιενμπουργκ, ένα έργο με ωραία ευρήματα αλλά με πολλές επαναλήψεις, που κάποια στιγμή γίνονται κάπως βαρετές. Αλλά αυτό το έργο μετασχηματίστηκε στα χέρια του Γιώργου Κουτλή και των τριών ηθοποιών της παράστασης και έδωσε ένα δυνατό, απρόβλεπτο,  χιουμοριστικό αποτέλεσμα. Η σκηνοθετική οπτική ήταν το ένα στοιχείο, το δεύτερο, ήταν οι ερμηνείες, καθηλωτικές, σπαρταριστές, εντυπωσιακές. Και είχε η παράσταση συνοδοιπόρους βασικούς και καθοριστικούς στο τελικό αποτέλεσμα: τη μουσική και τον σχεδιασμό ήχου του Jeph Vanger, τους θαυμάσιους φωτισμούς του Τάσου Παλαιορούτα, την κίνηση του Αλέξανδρου Βαρδαξόγλου, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Εύας Γουλάκου ασφαλώς και τη μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα φυσικά.

Κι αυτή την τέταρτη φορά που είδα παράσταση του Γιώργου Κουτλή αντιλήφθηκα και κάτι ακόμα που αφορά τα θεατρικά κείμενα που τον ενδιαφέρουν και τον δελεάζουν. Τα οποία πρέπει να έχουν δυναμισμό, ανατροπές και χιούμορ ιδιαίτερο. Πολύ ιδιαίτερο. Που το αποτυπώνει στη σκηνή υπαινικτικά, έξυπνα.

Την τέταρτη φορά λοιπόν, που βλέπει κανείς παράσταση ενός σκηνοθέτη, και έχει την ίδια θετική άποψη για το αποτέλεσμα, εκείνη η ευχάριστη έκπληξη της πρώτης φοράς, γίνεται βεβαιότητα: ότι έχουμε έναν σκηνοθέτη –τον Γιώργο Κουτλή- που θα μας δώσει σημαντικές θεατρικές εμπειρίες στο άμεσο μέλλον.

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία Γιώργος Κουτλής, Μετάφραση Γιώργος Δεπάστας, Σκηνικά – κοστούμια Εύα Γουλάκου, Φωτισμοί Τάσος Παλαιορούτας, Πρωτότυπη μουσική – σχεδιασμός ήχου Jeph Vanger, Επιμέλεια κίνησης Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου, Βοηθός σκηνοθέτη Ελένη Κουτσιούμπα, Βοηθός σκηνογράφου – ενδυματολόγου Άρτεμις Σγούρου Δροσοπούλου, Ηχολήπτης Σωτήρης Ζηλιασκόπουλος, Props – Effects Πάνος Κονδύλης- ΑRK FX, Κατασκευή σκηνικού Βασίλης Χαραλαμπόπουλος, Ζωγραφική σκηνικού Νίκος Καρράς, Ραφή κοστουμιού Βικτώρια Χαραλαμπίδου, Φωτογραφίες Χρήστος Συμεωνίδης.

Παίζουν (αλφαβητικά) Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Θάνος Λέκκας, Βασίλης Μαγουλιώτης.

Βοηθός εκτέλεσης παραγωγής Νίκος Χαραλαμπίδης, Εκτέλεση παραγωγής POLYPLANITY Productions / Βίκυ Στρατάκη

Πνευματικά δικαιώματα Εκδόσεις Henschel SCHAUSPIEL Theaterverlag Berlin GmbH και ο αποκλειστικός εκπρόσωπός τους στην Ελλάδα και την Κύπρο, η θεατρική ομάδα «Ηθικόν ακμαιότατον» και ο κ. Θανάσης Σαράντος.

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α” : Ο κόσμος άλλαζε, η χώρα άλλαζε, εγώ άλλαζα (του  Βαγγέλη Ηλιόπουλου)
Επόμενο άρθρο15+1 προτάσεις για όσους στις διακοπές δεν διαβάζουν μόνο λογοτεχνία…(του Σπύρου Κακουριώτη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ