«Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί». Ζωντανό κείμενο, γοητευτική παράσταση (της Όλγας Σελλά)

0
535

 

της Όλγας Σελλά

“Οι κακοί θα έχουν κακό τέλος, οι καλοί θα έχουν άδοξο. Αυτό το λέμε τραγωδία”.Είναι μια φράση που ακούγεται στο συναρπαστικό έργο του Σερ Τομ Στόπαρντ «Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί», που παρουσιάζεται στο Θέατρο της οδού Κυκλάδων σε σκηνοθεσία Στάθη Λιβαθινού.

Είναι μια φράση που περιγράφει με ευστοχία και συντομία το διακύβευμα του έργου. Και είναι ήδη φανερή η γλυκόπικρη γεύση που διαποτίζει το κείμενο και τη ματιά του συγγραφέα. Ένα κείμενο που, παρότι κοντεύει να συμπληρώσει τα 60 χρόνια του -πρωτοπαίχτηκε στο Fringe Festival του Εδιμβούργου το 1966- εξακολουθεί να είναι γοητευτικά φρέσκο ως γραφή, συναρπαστικά έξυπνο ως σχόλιο τόσων πολλών θεμάτων που πάντα είναι παρόντα, από την εποχή του Σαίξπηρ ακόμα, και μαγικά συνδεδεμένο με πολλά σπουδαία θεατρικά κείμενα. Του  Σαίξπηρ πρώτα απ’ όλα, αφού τα περισσότερα πρόσωπα του «Αμλετ» είναι παρόντα στο έργο του Σερ Στόπαρντ. Μέχρι και ο τίτλος του έργου του Στόπαρντ, δάνειος από τον «Άμλετ» είναι. Μόνο που αναποδογυρίζει τους πρωταγωνιστές ή τουλάχιστον έτσι φαίνεται να μοιάζει. Γιατί ο Ρόζενκραντζ (Βασίλης Ανδρέου) και ο Γκίλντενστερν (Νίκος Καρδώνης) –ή Ροζ και Γκιλ όπως αλληλοπροσφωνούνται και στην παράσταση- είναι παλιοί συμφοιτητές του Άμλετ και πιστοί αυλικοί του. Και ο Άμλετ είναι παρών και η Οφηλία, και ο Κλαύδιος και η βασίλισσα, κι ένα σωρό άλλοι. Αλλά κι ο Μπέκετ είναι παρών, οι δύο βασικοί ήρωες του Στόπαρντ, ο Ροζ και ο Γκίλ, μοιάζουν τόσο πολύ με τον Βλαντιμίρ και τον Εστραγκόν, τους δύο ήρωες του «Περιμένοντας τον Γκοντό».

 

Ο Άμλετ (Στάθης Κόικας) λοιπόν βρίσκεται στη Δανία, κι εκεί ο βασιλιάς Κλαύδιος καλεί τους δυο παλιούς φίλους και πιστούς ακόλουθους του πρίγκιπα για να τους αναθέσει να μάθουν τι ακριβώς του συμβαίνει. Έχει πράγματι τρελαθεί ή μήπως το παριστάνει; Και τι έχει στο μυαλό του τέλος πάντων; Στο πλαίσιο της αποστολής τους, οι δύο καλόκαρδοι, πιστοί, έντιμοι και καλόβουλοι άνθρωποι αναλαμβάνουν να συνοδεύσουν τον Άμλετ στην Αγγλία, μεταφέροντας όμως κι ένα κλειστό γράμμα-εντολή του Κλαύδιου, με τη διαταγή να εκτελεστεί ο πρίγκιπας μόλις φτάσει στην Αγγλία. Μόνο που στη διαδρομή, ο Άμλετ αλλάζει το γράμμα μ’ ένα άλλο, που διατάζει να εκτελεστούν οι… αγγελιαφόροι, ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντεστερν δηλαδή.

Σ’ ένα θέατρο που έχει αναποδογυριστεί –όπως ακριβώς και ο σαιξπηρικός Άμλετ- για πρώτη φορά στην ιστορία του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων (έχουν αντιστραφεί εντελώς η θέση της σκηνής και των κερκίδων κι έχουν απορροφηθεί οι πλαϊνές κερκίδες από μία κεντρική) ο Ροζ και ο Γκιλ φτάνουν στη Δανία και επειδή δεν έχουν να κάνουν και πολλά πράγματα ή δεν ξέρουν τι ακριβώς πρέπει να κάνουν, παίζουν διαρκώς κορώνα-γράμματα. Κερδίζει ασταμάτητα ο Ρόζενκραντζ, κάνοντας έξαλλο τον κυκλοθυμικό Γκίλντενστερν. Κινούνται διαρκώς σ’ έναν μακρύ διάδρομο, που συμβολίζει φυσικά τη διαρκή διαδρομή και πορεία της ζωής, τη διαρκή επανάληψη, και κάποιες στιγμές στρώνεται με κόκκινο χαλί για να παραπέμψει στο ανάκτορο. Κι ανάμεσα στα πρόσωπα από τον «Άμλετ» εμφανίζεται κι ένας θεατρίνος (Άρης Τρουπάκης) με τους δύο βοηθούς του. Ο γελωτοποιός της παλιάς ιστορίας ίσως, που λέει μεγάλες αλήθειες με πικρό και κωμικό τρόπο: για την τέχνη, για την πολιτική, για την εξουσία –«μια εξουσία διεφθαρμένη κι αλλοπρόσαλλη»-, για τη δικαιοσύνη. «Άλλοι γεννήθηκαν για να δίνουν παραστάσεις κι άλλοι για να δίνουν υποστήριξη». Από τους πλέον ευφυείς σχολιασμούς για όσους φαίνονται κι όσους δεν φαίνονται, για όσους απολαμβάνουν κι όσους μοχθούν, για όσους κάνουν κάθε είδους θόρυβο κι όσους σιωπηλά βαδίζουν.

Ένα κείμενο γεμάτο παιχνίδια και ξεγελάσματα κάθε είδους. Φυσικά και παιχνίδια της γλώσσας: «Παίζω με τις λέξεις, είναι το μόνο που μας απομένει», ακούγεται, κι είναι σαν να ακούγεται ο ίδιος ο συγγραφέας. Και η ιστορική μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη, την οποία χρησιμοποίησε ο Στάθης Λιβαθινός, είναι εξίσου φρέσκια και ζωντανή όσο και το κείμενο του Στόπαρντ, παίζει ευφυέστατα με τις λέξεις και τις αποχρώσεις τους. Και ο Στάθης Λιβαθινός παίζει. Με τα είδη του θεάτρου και της εικόνας, με τη διαδρομή και την ιστορία τους: και στιγμές από βωβό κινηματογράφο είδαμε στην παράσταση, και όψεις καρτούν είδαμε, και εικόνες από το θέατρο της Αριάν Μνουσκίν είδαμε (στη σκηνή του καραβιού τι άλλο θα μπορούσαμε να σκεφτούμε;). Και η εξουσία παίζει στο έργο. Παίζει παιχνίδια σε βάρος των υπολοίπων, με αναλγησία, προπέτεια, αναίδεια. Κι ο Ροζ με τον Γκιλ είναι ένα από τα παιχνίδια τους, αυτοί είναι τα «σφουγγάρια μέσα στην εύνοια του βασιλιά». Δείχνουν υποταγή, αφοσίωση, πιστεύουν άκριτα κι έχουν διαρκώς την εντύπωση ότι κάνουν κάτι σημαντικό. Παρότι έχουν συνείδηση της ματαιότητας αυτού που κάνουν: «Θα τρέχουμε ξοπίσω τους ώσπου να ψοφήσουμε. Και μετά θα είμαστε ελεύθεροι», λένε. Και μόνο στο τέλος, όταν θα έχουν προδοθεί και διαψευστεί, θα πουν: «Θα πρέπει να υπήρχε μια στιγμή που θα μπορούσαμε να πούμε όχι»!

Ο Στάθης Λιβαθινός έστησε μια παράσταση με ρυθμό, αναδεικνύοντας όλες τις γωνίες, τις σκιές, τις αποχρώσεις, τις πικρές και τις γλυκές γεύσεις του κειμένου, τη διακειμενικότητά του, μπολιάζοντάς την με «διαθεατρικότητα». Η ζωντανή επί σκηνής μουσική που υπογράφει ο Θοδωρής Αμπαζής συνέβαλε και στον ρυθμό και στην ατμόσφαιρα της παράστασης. Με τους βασικούς τους συνεργάτες, όπως πάντα τα τελευταία χρόνια, μας χάρισε μια από τις πιο ωραίες δουλειές του, συνεχίζοντας τον έμμεσο πολιτικό σχολιασμό μέσα από τα κείμενα.

Ο Βασίλης Ανδρέου και ο Νίκος Καρδώνης είναι απολαυστικοί, ταιριαστοί ή μάλλον άρρηκτα δεμένοι, αλληλοσυμπληρούμενοι, θεατρικοί, συγκινητικοί. Σε μία από τις καλύτερες ερμηνείες του, ο Άρης Τρουπάκης, σ’ έναν γοητευτικό ρόλο. Σταθερά εύστοχος ο Στάθης Κόικας, όπως κι ο Δημήτρης Φιλιππίδης κι ο Γιώργος Δάμπασης. Λίγο περισσότερο εξωστρεφής η Μαρία Σαββίδου, αλλά με σωστές δόσεις ειρωνείας. Οι Πάρης Αλεξανδρόπουλος και Φοίβος Μαρκιανός πλαισίωσαν πολύ ωραία τον Άρη Τρουπάκη ως βοηθοί στον θίασό του, ενώ επαρκής ήταν η Οφηλία της Πολυξένης Παπακωνσταντίνου.

Ο Στάθης Λιβαθινός μας χάρισε ένα σπουδαίο έργο, που πραγματικά δεν κατανοώ γιατί παίζεται σπάνια. Είναι τόσο φρέσκο, τόσο επίκαιρο, τόσο διαχρονικό, τόσο ισχυρό. Όπως και δυσκολεύομαι να αντιληφθώ γιατί αναποδογύρισε η σκηνική διάταξη και αρχιτεκτονική του Θεάτρου της οδού Κυκλάδων. Όχι επειδή είναι ανίερο, αλλά γιατί δεν είμαι σίγουρη αν και κατά πόσον έδωσε κάτι διαφορετικό στην παράσταση, εκτός ίσως από την κεντρική ιδέα της αντιστροφής και από τη μεγαλύτερη άνεση στις πολλές εισόδους και εξόδους των ηθοποιών από τη σκηνή. Πάντως σίγουρα η Ελένη Μανωλοπούλου δεν είχε εύκολη δουλειά να κάνει. Την έκανε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Λεπτομέρειες είναι αυτά βέβαια, μπροστά σε μια άρτια δουλειά, φτιαγμένη με έμπνευση, κέφι, ουσία και γνώση.

 

Η ταυτότητα της παράστασης

Σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία: Στάθης Λιβαθινός, Μετάφραση: Μίνως Βολανάκης, Σκηνικά / Επιμέλεια Κοστουμιών: Ελένη Μανωλοπούλου, Μουσική: Θοδωρής Αμπαζής, Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου, Βοηθός Σκηνοθέτη: Ανδρέας Λαμπρόπουλος, Βοηθός Σκηνογράφου / Ενδυματολόγου: Έμιλυ Κουκουτσάκη, Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή, Βίντεο: Χρήστος Δήμας

 

Διεύθυνση Παραγωγής: Κατερίνα Μπερδέκα

Παραγωγή: Λυκόφως

 

Παίζουν: Πάρης Αλεξανδρόπουλος, Βασίλης Ανδρέου, Γιώργος Δάμπασης, Νίκος Καρδώνης,  Στάθης Κόικας, Φοίβος Μαρκιανός, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Μαρία Σαββίδου,  Άρης Τρουπάκης, Δημήτρης Φιλιππίδης

 

Μουσικοί: Θοδωρής Κοτεπάνος (πιάνο), Φίλανδρος Μάριος Καρράς (κλαρινέτο), Κοτταρίδης Δημήτρης (τσέλο)

 

Θέατρο της οδού Κυκλάδων (Κυκλάδων 11 και Κεφαλληνίας, Κυψέλη).

Μέρες και ώρες παραστάσεων: Τετάρτη και Κυριακή στις 7μ.μ., 19:00, Πέμπτη  και Παρασκευή στις 8.30μ.μ.,, Σάββατο στις 6μ.μ. και στις 9μ.μ.

 

Προηγούμενο άρθροΗΛΙΑΔΑ: μια ποιητική ιστορία (της Χριστίνας Χατζηβασιλείου)
Επόμενο άρθροLouis Feuillade, η βουβή κινηματογραφική σειρά του 1915 “Τα βαμπίρ”. (του Θόδωρου Σούμα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ