Ο “συγκινημένος” λόγος του Θοδωρή Γκόνη (της Ευγενίας Μπογιάνου)

0
290

της Ευγενίας Μπογιάνου

Στο «Ένα ποτήρι του νερού κρασί», το πρώτο και εκτενέστερο από τα επτά διηγήματα της συλλογής «Το μαύρο φόρεμα του κόρακα» του Θοδωρή Γκόνη, ο αφηγητής, ανέστιος και περιθωριακός, ο ίδιος μάλλον που κρύβεται πίσω από τις γραμμές και στα υπόλοιπα διηγήματα που, ούτως ή άλλως, έχουν ενιαίο ύφος και κοινές αναφορές έτσι ώστε να μπορούν να διαβαστούν κι ως ένα μικρό σπονδυλωτό μυθιστόρημα, στο πρώτο λοιπόν από αυτά, υπάρχει η εξής εικόνα: ένα φορτηγό έχει κολλήσει μέσα στις λάσπες και, παρόλες τις προσπάθειες, δεν λέει να ξεκολλήσει με τίποτα. Ο οδηγός, αφού αδειάζει το ανατρεπόμενο από πέτρες, τούβλα και ασβέστη στο νωπό  από την πρόσφατη βροχή οικόπεδο, βάζει μπρος και πάει να φύγει αλλά εις μάτην. Οι ρόδες γυρνούν επί τόπου σαν τρελές, σπινάρουν στις λάσπες και τις ξερνούν δεξιά κι αριστερά πάνω σε όσους έχουν πλησιάσει για να βοηθήσουν, ενώ βγαίνει καπνός και μια μυρωδιά καμένου καουτσούκ πλημυρίζει την ατμόσφαιρα. Ο αφηγητής, πεντάχρονος παρατηρητής τότε, δεν ξέχασε ποτέ την σκηνή, και τώρα, από τον παροντικό του χρόνο, παρομοιάζει την μνήμη του σαν εκείνο το κολλημένο στις λάσπες φορτηγό που σπινάρει και δεν λέει με τίποτα να ξεκολλήσει. Έτσι ακριβώς και η μνήμη. Η μνήμη του. «Όμως πάει καιρός τώρα» λέει «που η μνήμη μου με έχει αφήσει, και δεν ξέρω αν όλα αυτά που παραμιλάω εδώ δεν είναι παρά επινοήσεις, ιστορίες φτιαχτές, κάλπικες για να καλύψω αυτή μου ακριβώς την αναπηρία». Η μνήμη λοιπόν είναι κάλπικη και εξαπατά. Άλλωστε η ανάμνηση δεν είναι ποτέ γνήσια και αληθινή, καθώς χρωματίζεται πάντα από όσα ζήσαμε μετά, από όλα όσα γίναμε μετά, ακόμα και από όσα φανταστήκαμε. Έτσι κι αλλιώς, ο Θοδωρής Γκόνης, μοιάζει να μην δίνει και πολύ μεγάλη σημασία στην αλήθεια. Τι σημασία έχει η αλήθεια, η όποια αλήθεια, όταν υπάρχουν ιστορίες; Αυτό έχει σημασία. Σημασία έχει να υπάρχουν ιστορίες, πραγματικές, ονειρικές ή φανταστικές δεν κάνει διαφορά, ιστορίες άξιες και ικανές για να τις αφηγηθείς. Ιστορίες ρευστές και  κινούμενες, ιστορίες που εξελίσσονται διαρκώς, που μεταλλάσσονται και  επανέρχονται, ιστορίες όπου τα πρόσωπα είναι τόποι και οι τόποι έχουν πρόσωπο. Λέει ο Γκόνης: «Γιατί και οι τόποι άνθρωποι είναι και έρχονται και περιφέρονται στα όνειρά μας, στον ύπνο και στον ξύπνιο μας και μας καλούν και μας φωνάζουν και μας ζητούν νεράκι και ψωμί και το λευκό πουκάμισο με ανοιγμένα χέρια». Ο τόπος, αυτός που δεν κατονομάζεται στα διηγήματα του Γκόνη, αλλά που είναι εκεί, γνώριμος, αγαπημένος και απωθητικός, όπως είναι πάντα ο τόπος των παιδικών και των εφηβικών χρόνων, υλικό ο ίδιος αλλά και αποθήκη αστείρευτων υλικών, που σε χέρια τόσο έμπειρα και λεπταίσθητα όπως αυτά του Γκόνη, μετατρέπεται σε γλώσσα, μετουσιώνεται σε λέξεις, γίνεται αυτά τα κείμενα – κομψοτεχνήματα. Άλλωστε και ο ίδιος λέει, μέσω του ήρωά του, πως περισσότερο εμπιστεύεται τα χέρια παρά τα μάτια.  «Όσο γίνεται πιο μακριά από τα μάτια» λέει «από μακριά και αγαπημένοι με τα μάτια, ποτέ δεν ξεχνώ τι μου έχουν κάνει, τι συμφορές μου έχουν φέρει, δεν τα εμπιστεύομαι, τα χέρια ναι, αυτά ναι, με αυτά ψάχνω, με αυτά ζω, με αυτά χουφτώνω, με αυτά βρίσκω». Τα μάτια ψεύδονται. Αλλά όχι τα χέρια. Όχι τ’ αυτιά. Και ο Γκόνης είναι εκεί, πάντα, με τα αυτιά ανοιχτά. Με αυτή την παρατηρητικότητα που τίποτα δεν μπορεί να της ξεφύγει. Και άλλωστε, είναι γνωστό, οι παρατηρητές ενίοτε οπλοφορούν. Με τις λέξεις, στα χέρια του, να μεταμορφώνονται ακαριαία σε δίνη συναισθημάτων. Ακριβώς όπως ο νεαρός σερβιτόρος στο ζυθεστιατόριο «Η πύλη της ξηράς» –  προφανώς alter ego του Γκόνη, μια προέκταση δηλαδή του συγγραφικού εαυτού –  ο οποίος όλα τα παρατηρεί, όλα τα καταγράφει στη μνήμη για να τα καταγράψει, χρόνια μετά, με μιαν ανάσα, δίχως σταματημό, και στο χαρτί. Γιατί η μνήμη είναι συνεχής μέσα στην ασυνέχεια της, δεν μπαίνει τελεία στη ζωή, όλα ρέουν, όλα μεταβάλλονται, όλα φωτίζονται διαφορετικά υπό το πρίσμα ενός παρόντος καμωμένου από παρελθοντικές στιγμές,  εικόνες και αισθήσεις, υπό το πρίσμα ενός παρόντος που επηρεάζεται και αλληλεπιδρά με το παρελθόν, αναδημιουργώντας το μέσω της αποσπασματικότητας, του φευγαλέου βλέμματος, του βλέμματος που είναι υποχείριο του χρόνου, ο οποίος παραμένει αλώβητος, όντας αήττητος, ο οποίος αλλοιώνει, διογκώνει ή εξασθενεί κατά το δοκούν, δίχως να ρωτήσει και δίχως να απολογηθεί. Έτσι είναι ο χρόνος.

Ο Γκόνης ξαναθυμάται όσα δεν ξέχασε ποτέ. Επιχειρεί την επιστροφή όντας προσηλωμένος στο παρόν. Αναπλάθει αυτό το τόσο πλούσιο υλικό, το τόσο καθοριστικό για την διαμόρφωση της συγγραφικής του ιδιοσυγκρασίας, της καλλιτεχνικής του ιδιοσυγκρασίας προφανώς, γνωρίζοντας καλά πως, για να δρέψει τους καρπούς του, πρέπει αυτό να παραμείνει εσαεί παρελθόν.  Ο Γκόνης θυμάται. Θυμάται τα πάντα, ακόμη και αυτά που επινοεί. Ακόμη κι όταν ενδίδει στη νοσταλγία το κάνει γιατί προσπαθεί να συναρμολογήσει όλα τα σπαράγματα που κινούνται άναρχα μέσα στη μνήμη και που η σύνθεσή τους θα δώσει την μεγάλη εικόνα, που κι αυτή με την σειρά της, δεν έχει και τόση σημασία, γιατί η ατμόσφαιρα είναι που μετράει, το φευγαλέο, αυτό που σε επισκέπτεται για μια στιγμή μόνο και είναι εκεί, πάντα, για πάντα, σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Η θλίψη καραδοκεί. Μια θλίψη που δεν θρηνεί, πουθενά δεν υπάρχει θρήνος, μόνο καημός υπάρχει. Όχι για όλα τα οριστικά χαμένα, αλλά για την ίδια την μικρή ασήμαντη ζωή.

Ο ρακοσυλλέκτης ήρωας, δεν μαζεύει αντικείμενα, μαζεύει ανάσες, αισθήσεις, μαζεύει στιγμές. Τις στιγμές μιας πόλης, μιας χώρας ίσως, καμωμένης από νεκρούς και από ερείπια. Μιας ιστορίας πικρής και μεγάλης, όπως την ορίζει η ανθρώπινη συνθήκη. Μιας ιστορίας δίχως τέλος, δίχως τελεία, όπως δεν μπαίνει τελεία στην ίδια τη ζωή, στις μικρές ζωές του καθενός, εκεί ναι, υπάρχει ένα τέλος οριστικό και αμετάκλητο, η ίδια η ζωή όμως είναι ανίκητη. Όπως ο χρόνος.

Με μιαν ανάσα διαβάζονται τα εφτά διηγήματα της συλλογής. Ακριβώς με μιαν ανάσα μοιάζουν να έχουν γραφτεί κιόλας. Και κάπως σαν από θαύμα. Όπως λέει ο αφηγητής στο θαυμάσιο ομότιτλο με την συλλογή διήγημα, «Ήταν η εποχή που έπεφτα κάθε μέρα από το αεροπλάνο και σωζόμουν». Ιδού το θαύμα. Ο συγγραφικός κόπος «μεταμφιεσμένος» σε μουσική και σε ρυθμό, δεν αφήνει να φανεί καμιά ραφή και κανένας δισταγμός. Γιατί τα κείμενα του Γκόνη – πως αλλιώς; – πρωτίστως είναι ρυθμός. Είναι μουσικότητα. Σε παρασέρνουν μαζί τους όπως σε παρασέρνει μια προφορική αφήγηση η οποία ξέρει πότε και πώς να «ανασάνει», γιατί μέσα σε αυτήν την αδιάκοπη ροή του λόγου, των εικόνων, των συναισθημάτων εντέλει, κατοικοεδρεύει η μαγεία της. Μακροβούτι σε βαθιά νερά ο λόγος του, όπου με μιαν ανάσα προσπαθείς να καταδυθείς στο μεγαλύτερο δυνατό βάθος, βγαίνοντας στην επιφάνεια μόνο για μια στιγμή, για να ξαναβουτήξεις αμέσως μετά για ακόμη πιο βαθιά νερά. Η κάθε λέξη, η κάθε ανάσα, έχει τη θέση και τη σημασία της, μιας και το γεγονός, το γεγονός της γραφής, γεννιέται μέσω  της γλώσσας. Είναι γλώσσα. Αυτή η τόσο ανάλαφρη, άναρχη αλλά και, παραδόξως, τόσο καλά καθοδηγημένη γλώσσα.

Τελικά διηγούμαστε όσα ζήσαμε ή όσα επινοήσαμε; Ή μήπως επινοήσαμε τα όσα ζήσαμε ή και το αντίστροφο;  Δεν ξέρω αν απαντά ο Γκόνης, αλλά και τι σημασία έχει; Έτσι κι αλλιώς, η πραγματικότητα είναι μια μίξη φαντασίας, ονείρου και μνήμης. Ίσως το να ξαναβλέπεις με τη μνήμη είναι η ουσία αυτή καθαυτήν της γραφής. Ίσως πάλι, μνήμη σημαίνει να μπορείς να ακολουθείς τα πράγματα μέχρι το τέλος. Δηλαδή διαρκώς. Με την έκπληκτη ματιά του ενήλικου εαυτού ο οποίος ανακαλύπτει ξανά, επινοεί επίσης ή κατασκευάζει, το παιδί που υπήρξε κάποτε. Τον παιδικό εαυτό μέσα στον χρόνο και μέσα στον τόπο.

Ο Γκόνης συγκινεί γιατί ο λόγος του είναι συγκινημένος.

Η μόνη κερδισμένη εντέλει, έστω και με τον τρόπο της ποίησης, είναι η πεζογραφία.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΦερνάντα Πιβάνo. Οι μοιραίες γυναίκες του Τσέζαρε Παβέζε, μέρος Δ΄, (του Γιάννη Η.Παππά)
Επόμενο άρθροΑρχίζει σήμερα το 10ο Πανθεσσαλικό Φεστιβάλ Ποίησης

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ