Ο Ποταμός της Μνήμης

0
303

 

 

Της Νίκης Κώτσιου.

Ένατο βιβλίο του βραβευμένου με National Book Award Ρίτσαρντ Πάουερς, ο Ποταμός της Μνήμης(εκδ. Εστία) ,σε άψογη μετάφραση του Μιχάλη Μακρόπουλου, καταπιάνεται με τα προσφιλή θέματα του συγγραφέα, τη νευρο-επιστήμη και τη σύγχρονη τεχνολογία. Το μυθιστόρημα κυκλοφόρησε το 2006, βραβεύθηκε και μάλιστα εγκωμιάστηκε από τη Μάργκαρετ Άτγουντ , που το συνέκρινε με τις Παραλλαγές Goldberg για τα μοτίβα που επανέρχονται, τον εμπνευσμένο  τρόπο επεξεργασίας τους και τη μεγαλόπνοη αύρα του, που το τοποθετεί δίπλα στα μεγάλα έργα της αμερικανικής λογοτεχνίας.

H ιστορία αρχίζει με το παρ’ολίγον θανατηφόρο ατύχημα, που στέλνει στο χειρουργείο με βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις  το νεαρό εργάτη  Μαρκ  Σλούτερ. Από κει και πέρα, ξετυλίγονται οι περίπλοκες συνέπειες αυτής της λεπτής επέμβασης πάνω στον ίδιο  το Μαρκ και τους ανθρώπους που συνδέονται μαζί του άμεσα ή περιφερειακά. Μετά την εγχείριση,ο ασθενής εμφανίζει παρανοϊκή λίγο-πολύ συμπεριφορά, παρερμηνεύει την πραγματικότητα  κι επινοεί διάφορα σενάρια συνομωσίας εις βάρος του ενώ συγχρόνως κατατρύχεται από μια διαρκώς αυξανόμενη μανία καταδίωξης.

Οι γιατροί διαγιγνώσκουν σύνδρομο Κάπγκρας, μια παθολογική κατάσταση στο πλαίσιο της οποίας ο ασθενής ναι μεν μπορεί να θυμηθεί την πρότερη ζωή του αλλά αδυνατεί να αναγνωρίσει κοντινά του πρόσωπα και να ανακαλέσει τους στενούς συναισθηματικούς δεσμούς που τον συνδέουν με αυτά. Ο Μαρκ βλέπει την αδελφή του Κάριν αλλά πιστεύει ακράδαντα πως πρόκειται για  μια ηθοποιό  που υποδύεται την αδελφή του εξυπηρετώντας κάποιες σκοτεινές σκοπιμότητες.

« Στο  Καπγκρας το άτομο πιστεύει ότι οι αγαπημένοι του έχουν αντικατασταθεί με ρομπότ,σωσίες ή εξωγήινους. Όλους τους άλλους τους αναγνωρίζει. Ενώ το αγαπημένο πρόσωπο διεγείρει μεν τη μνήμη, αλλά όχι το συναίσθημα. Η απουσία συναισθηματικής επιβεβαίωσης υπερτερεί αυτού που λέει η λογική της μνήμης. Ή ,για να το πω αλλιώς, η διάνοια επινοεί περίπλοκα λεπτομερείς μεν, αλλά παράλογες εξηγήσεις για να δικαιολπγήσει μια ανεπάρκεια στο συναίσθημα. Η λογική εξαρτάται από το συναίσθημα».

Στο σημείο αυτό εισάγεται στην πλοκή ο Τζέραλντ  Βέμπερ, ένας διάσημος και καταξιωμένος  νευρο-επιστήμονας με πλούσιο συγγραφικό έργο πάνω στις διαταραχές του εγκεφάλου που, μετά από έκκληση της απελπισμένης Κάριν, έρχεται να μελετήσει εκ του σύνεγγυς την περίπτωση και να προσφέρει τα φώτα του(σημειωτέον ότι πολλοί κριτικοί αναγνωρίζουν  πάνω στον Τζέραλντ Βέμπερ  τον πραγματικό Όλιβερ Σακς). Την ίδια περίπου εποχή με την επίσκεψή του στον Μαρκ, ο Βέμπερ δέχεται μια δριμεία αρνητική κριτική για το τελευταίο βιβλίο του, πράγμα που  τον αποσταθεροποιεί καταφέρνοντας πλήγμα στο μέχρι τότε στέρεο ,απρόσβλητο και αρραγές «εγώ» του. Η δυσμενής κριτική πυροδοτεί μια κρίση ταυτότητας του Βέμπερ, που αίφνης αρχίζει να αμφισβητεί όχι μόνο  την ηθική του υπόσταση αλλά και την ίδια την επιστημονική του αξιοπιστία.

Ένα μέρος της καθηλωτικής γοητείας του «Ποταμού της μνήμης» έγκειται ίσως στο ότι, αμφότεροι, θεράπων και θεραπευόμενος εκκινούν από ένα τραυματισμένο εγώ και προσπαθούν, καθένας με τα μέσα και τις ικανότητες που διαθέτει, να φτάσουν στις απαρχές του τραύματος έτσι ώστε να επανακτήσει η προσωπικότητά τους συνοχή και νόημα. Ο γιατρός, εκτός απ’το δικό του «τραύμα», δηλαδή την απώλεια της αυτοεκτίμησης, έχει επίσης να διαχειριστεί και τη μετα-τραυματική κατάσταση του Μαρκ, πράγμα που τον οδηγεί σε μια οδυνηρή συνειδητοποίηση των ορίων της επιστήμης του και των δυνατοτήτων της. Τόσο ο Βέμπερ όσο και ο Μαρκ,  αποξενωμένοι από το περιβάλλον και το βαθύτερο είναι τους, καταφεύγουν στη μνήμη προκειμένου να ανασυνθέσουν το παρελθόν και, μέσω αυτού, να ανακαλύψουν ποιοι πράγματι είναι, ποιοι είναι οι όντως οικείοι τους και πώς συνδέονται με αυτούς. Η μνήμη με τη σειρά της είναι κι αυτή ένα ακόμη ολισθηρό έδαφος…

Ο Μαρκ έχει πάψει να έχει πρόσβαση στον εαυτό του και μέσα από σπαράγματα ενθυμήσεων προσπαθεί απελπισμένα να ανασυνθέσει το προ-τραυματικό εγώ . Η αδυναμία του να θυμηθεί τις συνθήκες του ατυχήματος, οι θολές, αβέβαιες  αναμνήσεις και η επισφαλής κατάστασή του μπροστά σ’ένα άδηλο μέλλον τον καταδικάζουν σε μια διαρκή μάχη με τα φαντάσματα του  μυαλού του, που καταλήγει να τον εξουθενώσει. Τα ρήγματα που έχει υποστεί το άλλοτε συνεκτικό «αφήγημα» του εαυτού του, υπονομεύουν την αίσθηση ταυτότητας και τον κλονίζουν ανεπανόρθωτα. « Η συνείδηση λειτουργεί λέγοντας μια ιστορία που είναι πλήρης ,συνεχής και σταθερή. Όταν αυτή η ιστορία θραύεται, η συνείδηση την ξαναγράφει. Κάθε αναθεωρημένο κείμενο ισχυρίζεται ότι είναι το πρωτότυπο. Κι έτσι, όταν η αρρώστια ή ένα ατύχημα μας δημιουργούν ένα χάσμα, συχνά είμαστε οι τελευταίοι που το καταλαβαίνουμε».

Ανάλογη όμως έξαψη και υπερένταση έχει να αντιμετωπίσει και ο Βέμπερ, μετά την καταρράκωση που του προκαλεί το απαξιωτικό δημοσίευμα. Προκειμένου  να συνέλθει, επιχειρεί να προσπελάσει τον ανοίκειο πια και αλλοτριωμένο εαυτό του με βάση τα πορίσματα της νευρο-επιστήμης και την ιατρική του εμπειρία, σα να έχει να κάνει με έναν ακόμη ασθενή, μία ακόμη κλινική περίπτωση αυξημένου ενδιαφέροντος. Εφαρμόζει πάνω του όσα ξέρει για τον εγκέφαλο, προχωρεί σε διαγνώσεις που τις αναιρεί αμέσως μετά, χάνεται μέσα στα δαιδαλώδη μονοπάτια μιας γνώσης που, μολονότι εξονυχιστική, αδυνατεί να ξεκλειδώσει τα μυστήρια της ψυχής και του νου, που τέμνονται. Συγκρίνει ψυχολογικές σχολές, θεωρίες,πορίσματα αλλά διαπιστώνει πως πάντα το εγώ ανθίσταται στην όποια «χαρτογράφηση» εκπλήσσοντας με τις συμπεριφορές που εκδηλώνει.

Είναι γεγονός ότι, από ένα σημείο και μετά, αφού τοποθετηθεί όλος ο θίασος επί σκηνής και παρουσιαστούν οι βασικοί χαρακτήρες(Μαρκ,Κάριν, Βέμπερ) αυτό που ξεκινά  ως ψυχολογικό δράμα εξελίσσεται σε πραγματικό θρίλερ υψηλού σασπένς, με ανατροπές που διαδέχονται η μία την άλλη και μ’ένα αναπάντεχο ανακάτεμα και ξαναμοίρασμα της τράπουλας, που δημιουργεί νέα δεδομένα. Με τη βοήθεια ενός διεισδυτικού ψυχολογικού ρεαλισμού,ο συγγραφέας προχωρά σε όλο και βαθύτερες στρώσεις συνείδησης των ηρώων του ανατέμνοντας και αποφλοιώνοντας μεθοδικά πόθους,πάθη,διαθέσεις, νοοτροπίες. Συγχρόνως, αποκαλύπτει τη διαδικασία συγκρότησης του εγώ αναλύοντας τις στοιβάδες της συνείδησης και τα ποικίλα υποσυστήματα που την αποτελούν ναι μεν κάνοντας χρήση ιατρικών ιδιόλεκτων αλλά με τρόπο εκλαϊκευμένο και συναρπαστικό, σαν όλα αυτά να αποτελούν οργανικό κομμάτι της μυθοπλασίας. Η αφηγηματική φωνή είναι σε τρίτο πρόσωπο αλλά παραλλάσσει σε ύφος ανάλογα με το χαρακτήρα που κάθε φορά ψυχογραφείται. Ο αφηγητής υιοθετεί την οπτική γωνία και την εν γένει νοοτροπία του εκάστοτε ψυχογραφούμενου προσαρμόζοντας ανάλογα τη γλώσσα και την ατμόσφαιρα έτσι ώστε να συνάδουν τα αφηγούμενα με το «στυλ» του υπό περιγραφή χαρακτήρα.

H ιστορία εκτυλίσσεται στη Νεμπράσκα, κοντά στον ποταμό Πλατ, όπου σταθμεύουν εντυπωσιακά  κοπάδια γερανών πριν από την αποδημία τους, πράγμα που λειτουργεί ως αξιοθέατο και πόλος έλξης τουριστών. Εκτενή αποσπάσματα του βιβλίου αφιερώνονται στη ζωή και τις συνήθειες των γερανών, που μοιάζουν να συμβολίζουν τη δύναμη της επιβίωσης και το ρόλο που παίζει η μνήμη στην αέναη επανάληψη του ταξιδιού τους. Μέσα από μεταφορές, εικόνες και ευφυείς  συμβολισμούς  συνδέεται  ευρηματικά η διαδρομή των γερανών με τη βασανιστική αναδρομή του Μαρκ σ’ ένα παρελθόν που, μετά το ατύχημα, του διαφεύγει και, ωστόσο, οφείλει να ανακτήσει, αν θέλει να βρει τον εαυτό του. «Για να πραγματοποιηθεί μια ευχή, οι Ιάπωνες πρέπει να διπλώσουν χίλιους γερανούς…Οι γερανοί είναι ψυχές που κάποτε ήταν άνθρωποι και μπορεί να ξαναγίνουν σε πολλές ζωές από τώρα. Ή οι άνθρωποι είναι ψυχές που κάποτε ήταν γερανοί και θα γίνουν πάλι, όταν το σμήνος ξανασμίξει. Κάτι στο γερανό είναι μετέωρο, ανάμεσα στο τώρα και το κάποτε». Οι γερανοί επιστρέφουν ξανά και ξανά. Παρόμοια, ο Μαρκ θα επιστρέψει κι αυτός.

 

PAOYERSINFO: Ρίτσαρντ  Πάουερς : Ο Ποταμός της Μνήμης, μτφρ. Μιχάλης Μακρόπουλος, σελ.580,εκδ. Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 2014

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here