Ο ουρανός με τ΄άστρα υπό βροχή (Ευριπίδης Γαραντούδης – Σοφία Κολοτούρου)

0
343

των Ευριπίδη Γαραντούδη – Σοφίας Κολοτούρου

Ευριπίδης Γαραντούδης

ΤΑ  ΦΑΝΤΑΣΤΙΚΑ ΣΥΜΒΑΝΤΑ

Θέλω να δω για λίγο απόψε τη σελήνη.

Κι ας την αφήσω μια στιγμή να με φωτίσει.

Κι άμα τη σκάλα της ανέβω θα είναι εκείνη

που ίσως το σκάκι του ουρανού της μας χαρίσει.

Από τα πιόνια μου θα διάλεγα τον πύργο,

μέσα του να κλειστώ, να νιώθω πια ασφαλής.

Θα σ’ έβλεπα ψηλά απ’ το δώμα μου, απ’ τον πύργο,

εσύ η βασίλισσά σου, ν’ ακτινοβολείς.

Θα ξεκινούσαμε μια ατέλειωτη κουβέντα;

Ας σβήσω το φως. Θα ’θελα να ’σουν εδώ.

Κι αν παίζαμε σκάκι θα ’χες σίγουρα ρέντα.

Δεν έχει σκάλα ή πλοίο για μας, ούτε κι οδό.

Οι νύχτες εδώ μέσα είναι ασέληνες πάντα.

Μα ζούμε –ψέμα;– τα φανταστικά συμβάντα.

 

Σοφία Κολοτούρου

ΑΣΕΛΗΝΕΣ ΝΥΧΤΕΣ

 

«Ήταν σέλινα τα μαλλιά σου μυρωμένα…»   

(αλήθεια τώρα; Απόψε βλέπεις τη Σελήνη,                   

επαναμάγευση ζητώντας και σαγήνη                

και ξαναλές για σέλινα – σεληνιασμένα;)                     

 

Αχ, οι παρνασσικοί καιρό είναι πεθαμένοι                         

– εκεί κι ο Βάρναλης ηχεί σαν ξένο σώμα.                   

Κι όμως, σαν τρόπο ν’ αναβάλλουμε το χώμα

κι εμείς τα γράφουμε, αν και λίγο υποψιασμένοι.                

 

Να ξεκινήσουμε μια ατέλειωτη κουβέντα.

Έχω έρθει εδώ για να σου πω: «Κρατήσου ακόμα».

Κι αντί για σκάκι, εμείς παίζουμε σονέτα

που τα συγγράφουμε στου πύργου σου το δώμα.  

Οι νύχτες μοιάζουνε με μι’ άγραφη μπαλάντα

όπου συμβαίνουνε τ’ απίθανα συμβάντα.                     

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

ΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ ΠΟΥ ΜΑΣ ΒΛΕΠΟΥΝ, ΦΟΒΕΡΟΙ, ΑΠ’ ΤΙΣ ΡΩΓΜΕΣ…

Νύχτωσε τόσο πια που δεν θα λάβω μήνυμά σου.

Κι οι άγγελοι αργούν. Μπλέκονται στα καλώδια. Χορωδία

πουλιών θα ηχούσε υπόκωφα στ’ άηχο πέρασμά σου

απ’ την οθόνη στ’ όνειρο. Μα ο ύπνος, βουβή ταινία

καμένη, σαν το ποίημα που δεν λέει καν ν’ αρχίσει,

θα ’ρθει, γλυκός εφιάλτης ή καλή μητριά που τρέφει

οίκτο για μας, ό,τι απωθήσαμε να μας θυμίσει.

Τα παιδικά δωμάτια μας έρμες σχεδίες στα νέφη

ενός ξένου ουρανού που τον οργώνουν αεροπλάνα.

Στο χώμα του βλασταίνουν τα καχεκτικά λουλούδια –

άστρα που οι μίσχοι τους υποκλίνονται με νεύματα πλάνα.

Ό,τι ριμάρει πια με τα λουλούδια είναι πρελούδια

λειψά παράφωνων κι αργόσυρτων επιταφίων

αγγέλων· βλέπουν πίσω απ’ τις ρωγμές των εγκοσμίων.

Kι εμείς, ψάρια έξω απ’ το νερό, που εκπνέουμε οιμωγές.

 

Σοφία Κολοτούρου

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Απ’ τον παράδεισο μας έδιωξε η πτώση

κι είμαστε άγγελοι θνητοί κι οι δυο μας τώρα

που χάσαμε όλα των θεών τα πρώτα δώρα.

Στα παιδικά μας τα δωμάτια έχει νυχτώσει.

Σοπέν πασχίζουμε να παίξουμε στο πιάνο

και προσπαθείς να μου διδάξεις τα πρελούδια,

με τη δική σου τεχνική, τη Γαραντούδεια.

Από ψηλά μας διακόπτει εν’ αεροπλάνο.

Βλέπουμε πίσω απ’ τις ρωγμές των εγκοσμίων,

όπως μπορούν οι ποιητές και τα παιδιά,

κι είναι μια πύλη, μπρος στο Τείχος των Δακρύων,

που μόνο εμείς φυλάμε τα κρυφά κλειδιά.

Τα μυστικά των άστρων, σε μια ολότητα∙

τα θαύματα συμβαίνουν ανερώτητα.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

ΑΙΣΙΟΔΟΞΟ ΣΕ ΗΧΟ ΠΑΝΑΡΜΟΝΙΟ

Τι ώρα είναι τώρα εκεί; Εδώ διαρκώς νυχτώνει.

Ξέρεις τον τόπο εσύ όπου πάντα ξημερώνει.

Μια αχνή αχτίδα, αόρατο νήμα, μας ενώνει,

κλώθει το φως, λάμψη αμυδρή, μα δεν τελειώνει

μέσα μας. Πάμε απ’ την αρχή μέχρι το τέλος.

Τυφλός κι εγώ απ’ το φως, κάνε με ν’ αξιωθώ

προς τη μεριά που δείχνει το υπερκόσμιο βέλος

τα μάτια μου ν’ ανοίξω λίγο για να δω.

Πώς στις υπώρειες του ουρανού σου ήσυχα λάμπει

η σκιά του ονείρου σου! Οι απέραντοι άδειοι κάμποι.

Κι ό,τι δεν ακούς, εκεί θα ηχεί· το παναρμόνιο

τραγούδι – η ανάγκη ν’ ακουστείς σ’ ό,τι θα πεις

με λέξεις, συλλαβές και δάκρυα. Ή ένα αρμόνιο

για ν’ ανεβείς τις κλίμακες της σιωπής.

 

Σοφία Κολοτούρου

ΟΥΡΑΝΙΕΣ ΜΟΥΣΙΚΕΣ

Με σινική μελάνη γράφονται πια οι μέρες,

όταν ο κόσμος ξαναβρίσκει επαναμάγευση.

Κάποτε πέφτει το καράβι μας στις ξέρες

κι άλλοτε βλέπεις χωροχρόνου διασάλευση

και λες εδώ πως κατεβήκανε οι αγγέλοι

γεμάτοι ουράνιες μουσικές και άστρων σκόνη.

Είν’ κάποιο αόρατο, του Σύμπαντος κρικέλι,

με τρόπο μυστικιστικό, που μας ενώνει.

Κι είν’ ένα βαλς –δεν ξέρω– ίσως μια καντρίλια,

εν’ αηδόνι, που διαρκώς ψυχομαχεί,

ένα τραγούδι, απ’ του Παράδεισου τη γρίλια

που κρυφοκοίταξα, απ’ το ίδιο το κλαδί.

Οι λόφοι κρύβουν τον ορίζοντα ως πέρα

μα εμείς ακούμε τη σιωπή και τον αέρα.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

Ο ΘΡΗΝΟΣ ΚΙ Η ΧΑΡΑ ΡΙΜΑΡΟΥΝ Σ’ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

(ΠΑΙΔΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ)

Παλιά σκεφτόμουνα να γράψω κάποιο θρήνο

γι’ όσα θα χάσω: τα πουλιά, το φως, τα βράδια,

τη  θάλασσα, την υγρή σάρκα, το Τορίνο,

και πλήθος άλλα ακόμη, σαν τα ζεστά χάδια.

Σκέφτηκα, εντέλει, πιο καλά είναι να υπομείνω

να ζήσω δίχως όλα αυτά, γεμάτος άδεια

προσδοκία του τίποτα· και να ελαφρύνω,

ιδίως να κατανικήσω την ευφράδεια

που με έσπρωχνε να γράψω θρήνο. Η αρχή

πόσο ν’ απέχει από το τέλος;  Όσο η ζωή.

Το κάθε ποίημα η τελευταία καληνύχτα

που λέει στον αγαπημένο της η Νύχτα.

Κι ύστερα ένα άστρο πέφτει. Εκείνος που το πιάνει

χαίρεται και θρηνεί που τ’ όνειρό του χάνει.

 

Σοφία Κολοτούρου

ΑΣΤΡΟΚΥΜΑΤΑ

Πάντα φυσάει ο αέρας στ’ όνειρά μας∙

ανοιγοκλείνουν πόρτες και παντζούρια,

χορεύουν οι κουρτίνες στο μυαλό μας

και μπαινοβγαίνουμε, με άνεση και φούρια,

ο ένας τ’ όνειρο του άλλου να διορθώσει…

Ή τη ζωή; Στα επίπεδα που ζούμε,

μας ανυψώνει απρόσμενα μιαν ώση

στ’ αστέρια μας για να ξαναβρεθούμε.

Φυσάει νοτιάς – και είναι τ’ αστροκύματα

που σ’ άλλους κόσμους μόνιμα μας πάνε.

Μας γνέφουν –δες !– ακόμη κι απ’ τα μνήματα

κι απ’ το Επέκεινα, όσοι μας αγαπάνε.

Η αναπνοή τους στ’ όνειρο ένα φύσημα –

ποτέ δεν σου μιλώ με λόγια αμφίσημα.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

ΝΥΧΤΑ, ΣΙΩΠΗ ΚΙ ΑΡΓΗ ΑΝΑΜΟΝΗ

Δεν έρχεται η βροχή να μας υγράνει.

Κι ο άνεμος ξέμεινε κάπου στον Νότο.

Στη νηνεμία του χθες ό,τι πεθάνει

σαπίζει και βουλιάζει, δίχως κρότο.

Ό,τι κροτεί είναι η ουρά του κροταλία.

Κοιμόμαστε αγκαλίτσα στ’ όνειρά μας.

Το δηλητήριό του είν’ η ανοσία

που στίλβει τα φασματικά φτερά μας.

Αν έβγαζε κι ο κροταλίας φτερά

θα σου ’στελνα ένα γράμμα απ’ τα χαμένα.

Υπάρχει ένα μακάριο πουθενά·

κι εκεί φωλιάζουν όλα τα γραμμένα.

Τα ποιήματα, οι κροταλίες, ο άνεμος

κι ο ορμίσκος των φωνών μας ο απάνεμος.

 

Σοφία Κολοτούρου

ΦΙΔΙΑ ΚΙ ΑΓΓΕΛΟΙ

Φίδια κι άγγελοι έρχονται. Μα μην φοβάσαι

(κι εγώ φοβάμαι, για το πνεύμα του Κακού).

Με τους αγγέλους ξαγρυπνώ καθώς κοιμάσαι

σ’ ένα όνειρο λαμπρό που ζούμε από κοινού.

 

Γύρω τυλίγεται πολύ απαλά ο αιθέρας∙

στον ύπνο μοιάζει μ’ ήρεμη διπλή αναπνοή

που εξαλείφει πια τον κάματο της μέρας

κι υπόσχεται αναγέννηση το επόμενο πρωί.

 

Έτσι, ήσυχα κι αθόρυβα, φυτρώνουν τα φτερά μας

λουσμένα σ’ ένα απόκοσμο κι υπεριώδες φως.

Κι εκείνα που δεν ξέραμε πως ήταν όνειρά μας

 

μας έγιναν μυστήριος κι απόκρυφος ρυθμός.

Μην φοβηθείς τον κροταλία ή άλλο φίδι∙

φωλιάζει στο μακάριο πουθενά, Ευριπίδη.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

ΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ

Κάθε αηδόνι ονειρεύεται πως είν’ καράβι

που πλέει στα πλάτη του απέραντου ουρανού.

Ανοίγει τα πανιά του κι η καρίνα ανάβει

με τη φωτιά του ανέμου τ’ άστρα του ωκεανού.

Κάθε δέντρο που απλώνει ρίζες μες στη γη

φτιάχνει ένα σιντριβάνι από κλαδιά στον αέρα.

Πες το όπως θες, από σιωπή μέχρι σιγή.

Το αηδόνι και το δέντρο σμίγουν στα κλαδιά

και στα φτερά τους τον απέραντο ουρανό.

Με τα φτερά και τα κλαδιά του ο ουρανός

κατεβαίνει ως εμάς, γαλήνιος, σιωπηλός.

 

Σοφία Κολοτούρου

ΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΤΟΥ ΜΑΘΗΤΗ

Κάθε παιδί ονειρεύεται πως θα πετάξει.

Άγγελος γίνεται ή πουλί στον ουρανό.

Κάθεται πάντα στο θρανίο του, στην τάξη

και μουτζουρώνει το τετράδιο το φτηνό.

Έξω απ’ την τάξη μεγαλώνει ένα δέντρο

και πάει στα σύννεφα. (Μπορεί μια φασολιά

και το παιδί το λένε Τζακ – ή ακόμη Πέτρο.)

Κι όλο ανεβαίνει, σκαρφαλώνει στα κλαδιά

κι όλο ανεβαίνει κι όλο πάει στο πουθενά.

Γράφει ποιήματα, με το ζερβό χεράκι∙

κι ο ουρανός παρήγορα σκεπάζει τ’ αγοράκι.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

ΚΟΙΤΑΖΩ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΣΤΡΩΝ

Γιώργος Σεφέρης, «Κυριακή, 2 Ιουλίου [1950]»,

Μέρες Ε΄, σ. 197-203.

Ludovico Einaudi, «Ascent», Seven Days Walking

(και οι επτά παραλλαγές).

Κοιτάζω την ανάσταση των αστεριών

ξανά απ’ τη σχολική μου αυλή κι ένα φυτό

απλώνει ρίζες στο κενό. Στη διαπασών

ηχεί η ηχώ της μουσικής του· απ’ τον κορμό

του πλάθει φλέβες σε μια κρυστάλλινη σφαίρα.

Μέσα της αιωρείται ο κόσμος από λέξεις,

τις σκάλες που ανεβαίνουν οι άγγελοι στον αέρα,

τον κύκλο του στερεώματος που θα διαλέξεις,

για ν’ αγναντεύεις τον βυθό του ουρανού

από τη σχολική σου αυλή ή έν’ άλλο τόπο

που απέχει λίγο· όσο για έναν λαμνοκόπο

νέο η βάρκα του απ’ το κέντρο του ωκεανού,

σταγόνας όπου μέσα της μπορείς να δεις

τις λίγες λέξεις, το δέντρο της μουσικής…

 

Σοφία Κολοτούρου

ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΟΥ ΣΤΕΡΕΩΜΑΤΟΣ

Έχει ο πλανήτης μας τις ρίζες στον αέρα

και πλέει σε μια απέραντη θάλασσα φωτός.

Τη σχολική σου αυλή κοιτάζεις, σε μια σφαίρα.

Πάμε μαζί, τυφλά, ως το κέντρο του παντός;

Θα σου ιστορήσω περασμένα και μελλούμενα

καθώς θα πλέουμε, θα είμαι ο πλοηγός∙

κι εσύ θα μου εξηγείς τα προηγούμενα

και της ζωής ποια ’ναι το νόημα κι ο σκοπός.

Περιφερόμαστε, σαν φύλακες αγγέλοι,

σαν αδελφές ψυχές στα βάθη του διαστήματος

κι εσύ μου δείχνεις την ουράνια κυψέλη

που ’χεις σμικρύνει, στις διαστάσεις του ποιήματος.

Έχω διαλέξει το στερέωμα στη σφαίρα,

απ’ όπου βλέπω τα φτερά μας, στον αέρα.

 

Ευριπίδης Γαραντούδης

ΧΩΜΑΤΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΥΠΟ ΒΡΟΧΗ

Βρέχει και τη βροχή δεν πρέπει να φοβάσαι.

Να βραχείς για να γίνεις σάρκα του νερού.

Υγρός να ρέεις και να πνέεις ενώ κοιμάσαι

σ’ όνειρο μπλε βαμμένο λάφυρα ουρανού.

Μάλλον ο κόσμος πλάστηκε από σωστό λάθος·

γι’ αυτό τελειώνει το μελάνι στο στυλό;

Κι όποιος πασχίζει δίχως, χάνεται στο βάθος

που θα τον βγάλει κάτω απ’ τ’ άστρα, στο λευκό άπειρο.

Το φως, οι αυγές, τα δειλινά που επινοήσαμε,

η μουσική, που την ακούμε, της σιωπής,

τα υπέροχα που ζούμε, αυτά μας φέρνουν ίσαμε

το τέρμα, μ’ ανοιχτό εισιτήριο επιστροφής.

Είμαστε ζωντανοί, θαμμένοι, ευτυχισμένοι.

Κι αν κάτι λείπει, το ρυθμίζουν πεθαμένοι.

Βρέχει και πρέπει τη βροχή να μην φοβάσαι

……………………………………………..

Σοφία Κολοτούρου

ΣΤΟΝ ΟΝΕΙΡΟΚΟΣΜΟ

Μου έμαθες τη βροχή να μην φοβάμαι

και να πετάω πού και πού στον ουρανό∙

να έρχομαι να σε βρίσκω, ενώ κοιμάμαι.

Τον ονειρόκοσμο τον λες αληθινό;

Το παιχνιδάκι αυτό, που επινοήσαμε

δεν έχει αρχή, ποτέ δεν θα τελειώσει.

Τον πύργο μας γερό πολύ τον χτίσαμε

μ’ αφήσαμε μια χαραμάδα – τόση

όση να μπει λιγάκι ποίηση κι αστρόφως.

Έξω άγρια έχει ξεσπάσει μπόρα

(αυτή που φέρνει ο θάνατος κι ο ζόφος

σε τούτη την επίγεια κι έρμη χώρα).

Μα έρχομαι και σε βρίσκω, όταν κοιμάσαι

στον ονειρόκοσμο μας λέω: μην φοβάσαι.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here