Ο ντανταϊσμός, ο υπερρεαλισμός και η αισθητική του σοκ

0
4443

 

 

Της Ελένης Καρρά. Οι Καλλιτεχνικές πρωτοπορίες σε εποχές κατάρρευσης. 

 

«Είστε όλοι κατηγορούμενοι, σηκωθείτε

Ο ομιλητής δε μπορεί να σας μιλήσει παρά μόνο αν είστε όρθιοι

Όρθιοι όπως όταν ακούτε τον εθνικό ύμνο

Όρθιοι όπως όταν ακούτε τη Διεθνή

Όρθιοι όπως όταν ακούτε το God save the king

Όρθιοι όπως μπροστά στη σημαία.

 

Τέλος όρθιοι μπροστά στο ΝΤΑΝΤΑ που αντιπροσωπεύει τη ζωή

Και που σας κατηγορεί ότι αγαπάτε τα πάντα από σνομπισμό,

Αρκεί να είναι ακριβά.

 

Μπα, τώρα ξανακαθίσατε;

Καλύτερα, έτσι θα με ακούτε με μεγαλύτερη προσοχή.

Μα τι κάνετε εδώ, στοιβαγμένοι σαν σοβαρά στρείδια

-γιατί είστε σοβαροί, έτσι δεν είναι;

Σοβαροί, σοβαροί, σοβαροί μέχρι θανάτου.

Ο θάνατος όμως, είναι κάτι σοβαρό, ε;

 

Πεθαίνουμε σαν ήρωες, ή σαν ηλίθιοι, το ίδιο είναι.

Η Μόνη λέξη που δεν είναι εφήμερη, είναι η λέξη θάνατος.

Αγαπάτε τον θάνατο όταν αφορά τους άλλους.

Εις θάνατον, εις θάνατον.

To μόνο αθάνατο, είναι το χρήμα. Το χρήμα ταξιδεύει.  

Είναι Θεός, το σεβόμαστε –αξιοσέβαστο, αγαπητό στις οικογένειες.

Τιμή, τιμή στο χρήμα: ο άνθρωπος που έχει χρήμα, είναι άνθρωπος με κύρος.

 

Η Τιμή πουλιέται και αγοράζεται σαν τον κώλο. Ο κώλος,

Ο κώλος αντιπροσωπεύει τη ζωή σαν τις τηγανιτές πατάτες,

Και όλοι εσείς που είστε σοβαροί, θα βρωμάτε χειρότερα

Από σκατά αγελάδας.

 

ΤΟ ΝΤΑΝΤΑ όμως δεν αισθάνεται τίποτα, δεν είναι τίποτα.

Είναι σαν τις ελπίδες σας: τίποτα,

Σαν τον παράδεισό σας: τίποτα,

Σαν τα είδωλα σας: τίποτα,

Σαν τους πολιτικούς σας: τίποτα

Σαν τους ήρωες σας; Τίποτα

Σαν τους καλλιτέχνες σας: τίποτα

Σαν τις θρησκείες σας: τίποτα

 

Μπορείτε να  γιουχάρετε, να ουρλιάξετε, να μου σπάσετε τα μούτρα: και μετά; ΚΑΙ ΜΕΤΑ; 

Θα σας φωνάζω, ξανά και πάλι, ότι είστε όλοι σας κορόιδα.

 

Σε τρεις μήνες, εγώ και τα φιλαράκιά μου, θα σας πουλάμε τους πίνακες μας για μερικά φράγκα».

 

Κανιβαλικό Μανιφέστο Νταντά,

Φρανσίς Πικαμπιά, 1920

 

Αυτό ήταν το Κανιβαλικό μανιφέστο Νταντά, το έγραψε ο Φράνσις Πικάμπια το 1920, και το διάβασε ο Αντρέ Μπρετόν, όταν ήταν ακόμα στη ντανταϊστική του φάση (πριν γίνει ο αποκαλούμενος πάπας του υπερρεαλισμού) στην 3η Βραδιά Νταντά στο Παρίσι –μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

Τι άνθρωποι ήταν λοιπόν αυτοί που, ακριβώς πριν από έναν αιώνα, έγραφαν, και έκαναν «bulling» στο κοινό με τέτοια κείμενα;

Τι άνθρωποι ήταν αυτοί που ακόμα και μέσα στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, έβριζαν και πολλαπλασίαζαν τις ανατρεπτικές τους δράσεις –και που, έναν αιώνα πριν, διοργάνωναν διάφορα εξωφρενικά, προκλητικά, ακόμα και βίαια δρώμενα: σε μια ντανταϊστική έκθεση, για παράδειγμα, η είσοδος για το κοινό περνούσε μέσα από τα δημόσια ουρητήρια, από τα οποία οι θεατές περνούσαν σε μια στενή σκάλα, έβγαιναν σε ένα υπόγειο όπου τους υποδεχόταν μια νεαρή που τους έλεγε βρωμόλογα, και βρίσκονταν μπροστά στο κεντρικό έκθεμα, ένα ενυδρείο γεμάτο  νερό βαμμένο κόκκινο, μ’ ένα κομμένο χέρι να εξέχει, μια περούκα να επιπλέει κι ένα ξυπνητήρι στο βυθό.

Τι ήταν αυτοί οι τύποι – τρελοί, αναρχικοί, σκληροί απέναντι στον ανθρώπινο πόνο που αφθονούσε σ’ εκείνη την μεταπολεμική εποχή της κρίσης και της δυστυχίας;

Και τι έχουν να μας πουν σήμερα, έναν αιώνα μετά τη γέννηση του ντανταϊσμού, έναν αιώνα μετά από εκείνες τις δράσεις που ήταν πιο «πανκ» απ’ ότι πολλοί θα άντεχαν ακόμα και σήμερα –από τότε που αυτοί οι τύποι τοποθετούσαν μια βόμβα στα θεμέλια του παλιού κόσμου, επιχειρώντας να ανατινάξουν τον αστικό τρόπο ζωής και σκέψης, φτύνοντας τις εξουσίες, την τέχνη και τη μη τέχνη, τους διανοούμενους κι εμάς εδώ που καθόμαστε ήσυχα ήσυχα και μιλάμε για καλλιτεχνικές πρωτοπορίες…

Διότι το ζητούμενο δεν είναι να ερευνάς, να διατυπώνεις προσεκτικά τις φράσεις σου, να στήνεσαι και να διαβάζεις ομιλίες, αλλά να εγκαταλείπεις τους ακαδημαϊσμούς και να γίνεσαι ο ίδιος τέχνη, να είσαι εσύ ο φορέας της ποίησης – το έργο να είναι η ίδια σου η ζωή.

 

Το ΝΤΑΝΤΑ και η αισθητική του σοκ

 

Ας επιστρέψουμε όμως στις αρχές του 20ου αιώνα – το σκηνικό ήταν μάλλον οικείο πλέον σε μας, τους ανθρώπους της κρίσης: φτώχεια, άστεγοι, πρόσφυγες, άνοδος της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του φασισμού – και κάποιοι που επέμεναν ότι αυτός ο κόσμος που διαλυόταν, που κατέρρεε, είχε νόημα, και είχε λογική. Μια αστική τάξη που επέμενε στον ορθό λόγο, που επέμενε, στο όνομα της πατρίδας, της θρησκείας, της οικογένειας, να δίνει νόημα στις θυσίες και στον θάνατο: όχι. Οι Ντανταϊστές έρχονται όχι απλώς να αμφισβητήσουν αυτό το «τεχνητό νόημα», αλλά το τινάζουν, κυριολεκτικά, στον αέρα. Όχι στην τέχνη, και όχι στη μη τέχνη. Μπορεί οι πολιτικοί και οι δημοσιογράφοι να προσπαθούν να επαναδιαπραγματευτούν τα δεδομένα έτσι ώστε να βγαίνει νόημα – κάποιοι παράξενοι τύποι όμως είναι εδώ για να υπονομεύσουν τη σοβαροφάνεια, την επίσημη γλώσσα – και όπως είχε πει ο Τριστάν Τζαρά κάποτε στον Πικάμπια : «Φαντάζομαι ότι η ηλιθιότητα είναι παντού η ίδια, αφού υπάρχουν παντού δημοσιογράφοι».

Το 1915, ο Ούγκο Μπαλ και η σύντροφός του Έμμυ Χέννινγκς στήνουν στη Ζυρίχη το Καμπαρέ Βολτέρ (στην παραδοσιακά ουδέτερη Ελβετία κατέφευγαν καλλιτέχνες και διανοούμενοι απ’ όλη την Ευρώπη), και πλαισιώνονται και από άλλους καλλιτέχνες όπως ο Τριστάν Τζαρά, ο Μαρσέλ Τζανκό (και οι δύο ρουμανικής καταγωγής), ο Ρίχαρντ Χύλζενμπεκ και ο Χανς Αρπ. Λέγεται ότι το όνομα ΝΤΑΝΤΑ επιλέχτηκε στην τύχη από ένα γάλλο-γερμανικό λεξικό. Ο ποιητής και συγγραφέας Τριστάν Τζαρά, που θεωρείται η κεντρική μορφή του κινήματος, είχε δηλώσει ότι η ίδια η λέξη νταντά σημαίνει τίποτα – μια λέξη που παραπέμπει στη μωρουδιακή γλώσσα, και σηματοδοτεί την άρνηση, την εξέγερση και την ανατροπή. «Το Νταντά», έλεγε επίσης ο Τζαρά, «είναι ένας αστερισμός πολύπλευρων και ελεύθερων ατόμων», και ο Γιόχανς Μπάαντερ δήλωνε σκωπτικά: «life is not just here but da, da! (εκεί, εκεί!)»

Και ποιο θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι το πειραματικό εργαστήρι του ντανταϊσμού; Το σκάνδαλο. Η πρόκληση. Το σοκ. Τα δρώμενα που διοργάνωναν σόκαραν και προκαλούσαν, το κοινό τους πετούσε ντομάτες και άλλα ζαρζαβατικά – λένε μάλιστα ότι μετά το τέλος των παραστάσεων, τα μαγείρευαν και τα έτρωγαν. Αλλά όχι, οι Ντανταϊστές δεν είναι ούτε παράφρονες, ούτε σκληροί – μάλλον το αντίθετο. Με τους πειραματισμούς τους, στην τέχνη και τη ζωή, προσπαθούν να γκρεμίσουν αποκρυσταλλωμένες αντιλήψεις– θέλουν να σπάσουν τον ασφυκτικό πια και κενό νοήματος αξιών παλιό κόσμο, και να αναγκάσουν τους ανθρώπους να αναρωτηθούν, να αναθεωρήσουν – να αντισταθούν. Η αισθητική του σοκ επιχειρεί να χτυπήσει τον σύγχρονο δυτικό πολιτισμό και την ιδεολογία της «προόδου», η οποία έχει δείξει πλέον (και) το σκοτεινό της πρόσωπο. Το σοκ στοχεύει στη δημιουργία ενός νέου τύπου ανθρώπου, και ακριβώς μέσω αυτής της ανθρωπολογικής ανάπλασης, οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες συντελούν σε μια πνευματική επανάσταση.

Το ντανταϊστικό πνεύμα ενσαρκώνεται κυρίως μέσα από παραστάσεις σε καμπαρέ, συγκρούσεις, διανομή καλλιτεχνικών εντύπων – μορφές επαναστατικής τέχνης που ξαναβλέπουμε να ανθίζουν τη δεκαετία του ΄60. Συγχρόνως όμως, οι ντανταϊστές καλλιτέχνες πειραματίζονται με νέες μορφές έκφρασης – ηχοποιήματα με αυτοσχέδιες λέξεις, «ταυτόχρονες αναγνώσεις» που αντικατοπτρίζουν τη σύγχυση από την υπερπληροφόρηση, κολλάζ, φωτομοντάζ. Η πραγματικότητα, μέσα από φωτογραφίες και εικόνες, κομματιάζεται, τεμαχίζεται και δημιουργεί νέα, ανοίκεια σχήματα. Ο Μαρσέλ Ντυσάν πάει στην Αμερική και παρουσιάζει ως έργο τέχνης έναν ουρητήρα – ο Ντυσάν ήταν Ντανταϊστής, η περίφημη Κρήνη του σηματοδοτεί την απαρχή μιας νέας εποχής στην Τέχνη. Μέσα από τις αποδομητικές τους κινήσεις, οι Ντανταϊστές θέτουν τα πρώτα θεμέλια ενός νέου τρόπου θέασης της ζωής.

Η τελευταία έκθεση στη Γαλλία με θέμα το Νταντά έγινε το 1966. Όταν ο Μαξ Ερνστ (1891-1976) και ο Μαν Ρέι (1890-1976) επισκέφθηκαν την έκθεση, διηγήθηκε μετά από χρόνια ο Ζαν-Ζακ Λεμπέλ, που τους συνόδευε, η αντίδραση των δύο παλαιών Ντανταϊστών (και μετέπειτα γνωστών υπερρεαλιστών), ήταν η εξής: ο Ερνστ άρχισε να χτυπάει το πάτωμα με το μπαστούνι του Ρέι φωνάζοντας: «Πού είναι η ποίηση; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ;»

 

Υπερρεαλισμός, ή «ένας επιπλέον ίλιγγος» για τον άνθρωπο

 

Πάντως ήδη μετά το τέλος του 1ου παγκοσμίου πολέμου, κι ενώ οι πρωταγωνιστές του έχουν διασκορπιστεί, πολλοί στο Παρίσι, άλλοι στη Γερμανία, κάποιοι μέχρι την Αμερική, το Νταντά αρχίζει να φθίνει. Και ήδη από το 1917, ο Γκυγιώμ Απολλιναίρ ανεβάζει στο Παρίσι μια εξωφρενική θεατρική παράσταση – παρωδία που θυμίζει τσίρκο, τους Μαστούς του Τειρεσία, στην οποία συνεργάζεται με τους φίλους του Πάμπλο Πικάσο, Ζωρζ Μπρακ, Μαξ Ζακόμπ, Ανρί Ματίς, Πωλ Λεωτώ και Αλφρέ Ζαρρύ, χρησιμοποιεί τα έργα τους, τις μεταξύ τους σχέσεις, τα ανακατεύει σ’ ένα φανταστικό Ζάνζιμπαρ – η παράσταση τερματίζεται με το κοινό σε κατάσταση αλλοφροσύνης , σε ένα απίστευτο πανδαιμόνιο – και τότε είναι που εισάγεται για πρώτη φορά ο όρος «υπερρεαλισμός» (ο Απολλιναίρ χαρακτήρισε το έργο του «ένα υπερρεαλιστικό δράμα»).

Οι αντιδράσεις του κοινού, αντίστοιχες με τις αντιδράσεις που βίωναν οι ντανταϊστές στις δικές τους εκδηλώσεις, προϊδέαζαν για την υποδοχή που θα επεφύλασσε ο κόσμος και στον Υπερρεαλισμό – έχει πολύ ενδιαφέρον να διαβάσει κανείς το τι γράφτηκε εδώ, στα καθ ’ημάς, περί «σουρρεαλισμού|» ή και «συρρεαλισμού» με αφορμή τα πρώτα έργα του Εμπειρίκου και του Εγγονόπουλου, από γνωστά έντυπα και αρθρογράφους της εποχής. Γνωστό είναι για παράδειγμα το άρθρο που έγραψε ο Μυριβήλης όταν εκδόθηκε η Υψικάμινος του Ανδρέα Εμπειρίκου – «Δεν έχομε κυδώνια ή μήπως έχομε την κυδωνόπλαστη τραχύτερή τους μορφή καταιγισμών», έγραφε ο Εμπειρίκος, και ο Στράτης Μυριβήλης του απαντούσε, μέσα από την εφημερίδα Πρωία: «Δεν έχομε κυδώνια…: Αυτό το ζήτημα φαίνεται να απασχολεί ζωηρά τον ποιητήν. Αν έχομεν κυδώνια ή δεν έχομεν. Αν ήτο ολιγώτερον συρρεαλιστής και περισσότερον προνοητικός, θα ανησυχούσε μάλλον να μάθη, αν έχομεν λεμονόκουπες..»

Ας επιστρέψουμε όμως στη Γαλλία – ένα χρόνο μετά την παράσταση που αναφέραμε, το 1918, ο Απολλιναίρ πεθαίνει, κι όταν λίγο μετά, ο νεαρός φοιτητής ιατρικής Αντρέ Μπρετόν και η παρέα του διαφοροποιούνται από το Νταντά και δημιουργούν το δικό τους «κίνημα», το βαπτίζουν «υπερρεαλισμό» (surrealisme), τιμώντας τον φίλο τους που είχε πεθάνει.

«Ανακοινώνω στον κόσμο αυτό το μείζονος σημασίας ειδησάριο: μόλις γεννήθηκε μια καινούργια διαστροφή, ένας επιπλέον ίλιγγος δόθηκε στον άνθρωπο: ο Υπερρεαλισμός, γιος της φρενίτιδας και της σκιάς. Περάστε, περάστε, εδώ ανοίγεται η βασιλεία του στιγμιαίου», έγραφε ο Λουί Αραγκόν στον Παριζιάνο Χωρικό. Και στο πρώτο υπερρεαλιστικό μανιφέστο του 1924, ο Μπρετόν έθετε τις βάσεις του νέου κινήματος: την αποδοχή μιας νέας υπερπραγματικότητας που θα γεννιόταν μέσα από τη συγχώνευση του ονείρου και της πραγματικότητας – την απόρριψη του καρτεσιανισμού, των ηθικών επιταγών, της χριστιανικής εκκλησίας – το νέο κίνημα αγκαλιάζει την ενόραση, τους προφήτες, τους τρελούς, το όνειρο, τη δεισιδαιμονία, τη μαγεία, μαζί όμως και με μια γερή δόση επανάστασης, μαρξισμού, ψυχαναλυτικών θεωριών. «Να αλλάξουμε τον κόσμο», έλεγε ο Μαρξ, «να αλλάξουμε τη ζωή», έλεγε ο Ρεμπώ- αυτά ήταν τα δυο βασικά συνθήματα, η δοσολογία των οποίων κυμαινόταν κατά εποχές (όταν για παράδειγμα πολλοί από την ομάδα γράφτηκαν στο ΚΚΓ, η προσπάθεια για αλλαγή του κόσμου είχε πάρει προφανώς το πάνω χέρι…). Οι πολιτικές τοποθετήσεις άλλαζαν (αργότερα οι υπερρεαλιστές, με πρώτο τον Αντρέ Μπρετόν, και με εξαίρεση τον Αραγκόν, αποχώρησαν από το ΚΚ, πέρασαν στον τροτσκισμό, μετά επανασυνδέθηκαν με τους αναρχικούς κλπ), όμως η προσπάθεια για αλλαγή του εαυτού όχι. Ο υπερρεαλισμός αντιπροσωπεύει το επαναστατικό πάθος για έναν διαφορετικό τρόπο σκέψης και ζωής.

Άλλωστε οι ποιητές και καλλιτέχνες που συμμετείχαν σε αυτόν τόνιζαν πάντα ότι ο υπερρεαλισμός δεν ήταν ούτε καλλιτεχνικό, ούτε ποιητικό, ούτε λογοτεχνικό κίνημα, αλλά μια πολιτική πράξη, μια επανάσταση, η προσπάθεια μιας διαφορετικής θέασης του κόσμου και των λέξεων – οι λέξεις, χωρίς την χρηστική τους διάσταση, αλλά θεωρημένες μέσα από ένα ποιητικό, ονειρικό, μαγικό πρίσμα. Χρησιμοποιώντας τις νέες γνώσεις που προσέφερε ο Φρόυντ και η ψυχανάλυση, αλλά και τις πρακτικές τους (όπως τον ελεύθερο συνειρμό), οι υπερρεαλιστές κηρύσσουν την γενικευμένη εξέγερση ενάντια σε όλα τα κλισέ και τις διακηρύξεις της αστικής κοινωνίας.

Οι υπερρεαλιστικές πρακτικές, με την αυτόματη γραφή, τα κολλάζ, τα εξαίσια πτώματα, εξεγείρονται ενάντια στην καθεστηκυία τάξη και στις αξίες των αστών, και προτάσσουν μια ηθική επικεντρωμένη στην ελευθερία, τον έρωτα, την απόδραση από τις συμβάσεις.

 

Το παιχνίδι ως πολιτική πράξη…

 

Αυτόματη γραφή λοιπόν, εξαίσιο πτώμα, φροτάζ, κολάζ, ready mades…Και μπορεί κάποια από τα παιχνίδια που έχουν συνδεθεί με τους υπερρεαλιστές να μην αποτελούν απολύτως δικές τους εφευρέσεις – το εξαίσιο πτώμα για παράδειγμα έχει αναφερθεί ότι παιζόταν και στη βασιλική αυλή, στο Μεσαίωνα, με το όνομα gioco de secreto, (το περιγράφει ο Innocenzo Ringhieri στο Cento giochi liberali e d’ingegno (1551, αναφορά του Goebel -Schilling 1988) – ή η περφόρμανς, η οποία θεωρείται ότι πηγάζει από κινήματα όπως ο φουτουρισμός και ο ντανταϊσμός, αλλά μπορεί να εντοπιστεί και πολύ νωρίτερα, ακόμα και στον Διογένη που τριγυρνούσε με το φανάρι και έψαχνε τον άνθρωπο (μια πρώτη μορφή περφόρμανς;) – ήταν όμως η πρώτη φορά που αυτά τα «δρώμενα», και αυτά τα παιχνίδια, και με τη φροϋδική επιρροή, αποκτούσαν μια πολιτική διάσταση.

Στις αβάν γκαρτ του 20ου αιώνα, το παιχνίδι χρησιμοποιείται πλέον συλλογικά και μετατρέπεται σε μια επαναστατική, πολιτική πράξη – είναι μια παιχνιώδης ανατροπή απέναντι στη σοβαροφάνεια της μπουρζουαζίας. Το παιχνίδι προσδιορίζεται εκτός των ορίων της χρησιμότητας και του πρακτικού, σε μια διαφορετική εικονική σφαίρα, σε έναν διαφορετικό κόσμο με δικούς του κανόνες. Ολόκληρη η ποίηση, γράφει ο Γιόχαν Χουϊζίνγκα στο Homo Ludens, γεννιέται από το παιχνίδι. «Ο τρόπος που διαχειρίζεται η ποιητική γλώσσα τις λέξεις», γράφει ο Χουϊζίνγκα, «είναι σαν να παίζει μαζί τους. Τις διευθετεί με ορισμένο τρόπο, ενσταλάζει μέσα τους μυστήριο».

 

…και ως ποίηση

 

Ήδη δυο δεκαετίες νωρίτερα, ο Τζαρά έλεγε ότι «για να γράψετε ένα ποίημα, βάζετε όλες τις λέξεις σε ένα καπέλο και τραβάτε στην τύχη». Κι έτσι, με τον Τζαρά και τους Ντανταϊστές, που έκοβαν λέξεις από εφημερίδες και περιοδικά και τραβούσαν στην τύχη όποιες έπιανε το χέρι τους για να τις συνενώσουν και να δημιουργήσουν τα ποιήματά τους, η ποίηση πήρε μια νέα διάσταση και μια νέα τροπή. Αυτήν την τροπή εκμεταλλεύτηκαν στη συνέχεια, στο έπακρο, και οι Υπερρεαλιστές. Και για τα δυο αυτά κινήματα, η ποίηση είναι η ίδια η έκφραση της ζωής – και κάθε τους πράξη, κάθε τους δράση, είναι ποιητική, είτε περνάει μέσα από τα μουστάκια της Τζοκόντας (Ντυσάν L. H. O. O. Q.), είτε μέσα από τα ποιήματα που προέκυπταν από τα «εξαίσια πτώματα» των υπερρεαλιστών…

 

Δραπετεύοντας από τα ασφαλή όρια του ορθολογισμού, του καρτεσιανισμού , και κολυμπώντας στα σκοτεινά νερά του υποσυνείδητου, οι υπερρεαλιστές φλέρταραν συγχρόνως με τις περιοχές όπου ελλοχεύει η μαγεία αλλά και η τρέλα –δεν είναι τυχαίο που μερικά από τα πιο όμορφα κείμενά του, ο Αντονέν Αρτώ, από τα πρώτα μέλη του υπερρεαλιστικού κινήματος, τα έγραψε μέσα από το ψυχιατρείο της Ροντέζ – ο ιδιοφυής ποιητικός του λόγος όμως, είναι και σήμερα, σ’ αυτήν την εποχή της κρίσης, απόλυτα ενορατικός και απόλυτα επίκαιρος. Γι αυτό και κλείνω αυτή την ομιλία μ’ ένα δικό του, εξαιρετικό κατά τη γνώμη μου, κείμενο.

 

Γράμμα στους Πρυτάνεις των Ευρωπαϊκών Πανεπιστημίων

 

Κύριε πρύτανη,

 

Μέσα στο στενό ντεπόζιτο που ονομάζετε σκέψη, οι ακτίνες του πνεύματος σαπίζουν σαν να ήταν σκουπίδια.

Φτάνουν τα λεκτικά παιχνίδια, τα συντακτικά κολπάκια, οι φραστικές ταχυδακτυλουργίες ̇  τώρα, πρέπει να βρεθεί ο μέγας Νόμος της καρδιάς, ο νόμος που δεν θα είναι νόμος –φυλακή, αλλά οδηγός για το πνεύμα που έχει χαθεί στον ίδιο του το λαβύρινθο. Πέρα από κει που η επιστήμη σας μπορεί ποτέ να φτάσει, εκεί όπου τα βέλη της λογικής τσακίζονται πάνω στα σύννεφα, υπάρχει αυτός ο λαβύρινθος, η εστία εκείνη όπου συγκλίνουν όλες οι δυνάμεις της ύπαρξης, τα λεπτότερα νεύρα του πνεύματος. Μέσα σ’αυτό το δαίδαλο από κινούμενα και πάντοτε άτοπα τείχη, έξω από όλα τα γνωστά οχήματα της σκέψη, ζει το δικό μας πνεύμα, παραμονεύοντας τις πιο κρυφές και αυθόρμητες κινήσεις του, αυτές που έχουν χαρακτήρα αποκάλυψης, που δίνουν την αίσθηση πως έρχονται από αλλού, πως είναι ουρανόπεμπτες.

    Αλλά το γένος των προφητών έχει εκλείψει. Η Ευρώπη πετρώνει, γίνεται σιγά σιγά μούμια μέσα στα σάβανα των συνόρων της, των εργοστασίων της, των δικαστηρίων της, των πανεπιστημίων της. Το ξυλιασμένο πνεύμα γίνεται κομμάτια μέσα στα μεταλλικά νεκροσέντονα που σφίγγονται πάνω του. Και φταίνε τα μουχλιασμένα σας συστήματα, η λογική σας του 2+2=4, και φταίτε εσείς, κύριοι πρυτάνεις, πιασμένοι μέσα στο δόκανο της συλλογιστικής. Φτιάχνετε μηχανικούς, δικαστές, γιατρούς που αγνοούν τα αληθινά μυστήρια του σώματος, τους κοσμικούς νόμους της ζωής, ψευτοειδήμονες που δεν μπορούν να δουν πέρα απ’ τον κόσμο τούτο, και φιλοσόφους που φιλοδοξούν να φτιάξουν το πνεύμα. Η παραμικρότερη αυθόρμητη δημιουργική ενέργεια είναι ένας κόσμος πολύ πιο σύνθετος και αποκαλυπτικός από την όποια μεταφυσική σας. 

   Αφήστε μας λοιπόν ήσυχους, κύριοι ̇  είσαστε απλώς σφετεριστές. Από πού κι ως που έχετε την απαίτηση να μονοπωλείτε τη νόηση, να απονέμετε διπλώματα πνεύματος;

   Δεν έχετε ιδέα για το πνεύμα, αγνοείτε τις πιο κρυφές και βασικές διακλαδώσεις του, εκείνα τα απωλιθώματα που βρίσκονται τόσο κοντά στις πηγές του εαυτού μας, εκείνα τα ίχνη που καταφέρνουμε καμιά φορά να βρούμε στα πιο ανεξερεύνητα κοιτάσματα του νου μας.

    Στο όνομα της δικής σας λογικής, έχουμε να σας πούμε: η ζωή βρωμάει, κύριοι. Κοιτάξτε λίγο τα μούτρα σας, σκεφτείτε τα έργα σας. Μες απ’ το κόσκινο των πτυχίων σας περνάει μια νεολαία μαραζωμένη, μια νεολαία χαμένη. Είστε η μάστιγα ενός ολόκληρου κόσμου, κύριοι. Και τέτοιου κόσμου καλά του κάνετε, ας πάψει όμως να πιστεύει πως είναι η κεφαλή της ανθρωπότητας.

 

Αντωνέν Αρτώ (επιστολή που δημοσιεύτηκε στο 3ο τεύχος του La Revolution Surrealiste, Απρίλιος 1925)

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου (από το βιβλίο του Πάτρικ Βάλντμπεργκ, Σουρρεαλισμός, εκδ. Υποδομή)

 

 

Το κείμενο είναι από τη διάλεξη της Ελένης Καρρά για τις «Καλλιτεχνικές πρωτοπορίες σε εποχές κατάρρευσης» που δόθηκε στο twixtlab – https://twixtlab.wordpress.com/ -στις 26/2/2016 (συμμετείχαν Ελένη Καρρά, Γιάννης Ισιδώρου, Γιάννης Ιωαννίδης).

 

Raoul Hausmann, The Art Critic 1919–20, Tate T01918

© ADAGP, Paris and DACS, London 2002

 

Προηγούμενο άρθροΗ μπούρκα, το Ριαντ και το υπ.Πολιτισμού
Επόμενο άρθροΠροσεγγίζοντας την ποίηση μέσα από το “κυνήγι” φαλαινών…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ