Ο μετρονόμος της σιωπής (της Άννας Αφεντουλίδου)

1
284

 

της Άννας Αφεντουλίδου

 

Η Δήμητρα Χριστοδούλου στο τελευταίο της βιβλίο, μέσα από 49 ποιητικές «ιστορίες» εικοσιτεσσάρων στίχων, αρθρώνει τον κόσμο της συγκεντρώνοντας συσπειρωτικά κάποια από τα σπαράγματα και τα ινδάλματα του ποιητικού της βίου· κάτι που, ενώ θα μπορούσε να θεωρηθεί φορμαλιστικά περιοριστικό, η ποιήτρια κατορθώνει να το αναγάγει σε πεδίο παράλληλων ομόκεντρων αφηγήσεων, σε έναν κόσμο συμπαγή, εύληπτο, με κατανοητή άρθρωση ενός λόγου που δεν χάνει τίποτα από το συμβολιστικό και αλληγορικό του βάρος. Οι ιστορίες της μιλούν για πρόσωπα που αυτοβασανίζονται πότε βουβά πότε μονολογώντας, έτσι ώστε παρουσιαζόμενα σε διαφορετικές ηλικιακές φάσεις της ζωής τους, να σκιαγραφούν υπαινικτικά μιαν ιδιότυπη πορεία από την παιδικότητα στην ενηλικίωση. Καθώς δηλαδή ιχνηλατείται εκείνη η οδυνηρή γραμμή που οδηγεί από την αθωότητα στην ενοχή, στην προσπάθεια να παγιώσουμε τις σχέσεις μας με τα πράγματα και τους άλλους, και οι οποίες με την πάροδο των ετών, με τη φθορά που φέρνουν τα γηρατειά και η ανημπόρια, μία μία ακυρώνονται, σιγά σιγά τις βλέπουμε να ξηλώνονται αφήνοντάς μας γυμνούς.

Η ποιήτρια από την πρώτη σελίδα προαναγγέλλει ότι στο βιβλίο της περιέχονται 50 ποιήματα 24 στίχων –με μιαν εξαίρεση σημαδιακή, το «Σχόλιο»‒ ποιήματα για την πόλη, τα παιδιά και τον θάνατο. Τρεις διαιρετικές κατηγορίες που προκύπτουν ωστόσο με διαφορετική η κάθε μία διαιρετική βάση. Ποιήματα, λοιπόν, για την πόλη, για εκείνον τον χώρο όπου συμβιώνουμε καθώς προσπαθούμε να μοιραστούμε τον χρόνο μας, τα 24 σημεία του που κλείνουν την παροντική μας ημέρα· αλλά και την αναστοχαστική μας νύχτα, όπου εισβάλλει κυριαρχικά το παρελθόν με όλα τα πρόσωπα και τις μνήμες που μας σημάδεψαν· 24 σημεία που εμπεριέχουν και τα περιορισμένα σε αριθμό φωνήματα του λόγου, τα 24 γράμματα, πρώτη ύλη που χρησιμοποιούμε για να ανακατασκευάσουμε το προσωπικό μας εκφώνημα. Και καθώς προχωρά το αφήγημα της πόλης των 24 χτύπων, ο ορίζοντας του μέλλοντος κόσμου μικραίνει και  περιορίζεται η οπτική μας. Μια που τα παιδιά ‒ο δεύτερος θεματικός πυρήνας του βιβλίου‒ στα οποία ανήκει το μέλλον αυτό, άλλα τα έχουμε στο μακρινό παρελθόν συναντήσει, άλλα τα έχουμε ήδη αποκτήσει ή/και είμαστε εμείς οι ίδιοι: έχουμε ήδη εγκαταλείψει για πάντα τον κόσμο τους· με τον πόνο της επιστροφής να παλινωδεί ανάμεσα στην ουτοπία και τη σκληρή καθημερινότητα. Κάπως έτσι ορίζεται και το τρίτο θέμα, ο θάνατος: ως απολογισμός, ως απουσία, ως αναμέτρηση εν τέλει με τον διαφυγόντα χρόνο που δεν επιστρέφει.

«Τον κήπο έκλεινε χαμηλό τοιχίο.

Εκεί ακούμπησε ο μικρός το ποδήλατο

Κατεβαίνοντας από ασήκωτη θλίψη.

Ευθύς ο τοίχος ψήλωσε ως τ΄άστρα.

Όλες χαθήκανε οι πνοές των αρωμάτων.

Ολισθηρό υμένα υγρασίας

Το απόβροχο άπλωσε στην άοσμη πόλη.

Έπρεπε να εγκαταλείψει το ποδήλατο

Να την διασχίσει με την ηλικία των ανδρών.

[…]

Εδώ περνώντας ένα αγόρι την διάβαση

Φθάνει ασπρομάλλης σ’ απαστράπτουσα χώρα

Ή θρηνούν πίσω του συντρίμμια των τροχών

(η σέλα, το φανάρι, το τιμόνι)

Ή μπρος του ανοίγονται κατάμαυρα φτερά.» (σ.33)

 

Ελέγχοντας τον ελάχιστο κοινό διαιρέτη αυτών των τριών υποθεμάτων, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα κυρίαρχο θέμα: τι διασώζει η μνήμη, τι εγκαταλείπουμε στη λήθη. Δηλαδή: τι, εν τέλει, είναι αυτό που αποτελεί το κέντρο και το νόημα του ταξιδιού μας σε έναν κόσμο ακατανόητο στο βάθος του. Θυμόμαστε, λοιπόν, για να ξεχάσουμε ό, τι μας θλίβει; Το οξύμωρο αυτό σχήμα δεν παύει να εμφανίζεται ως μηχανισμός αμυντικός: μας προστατεύει από τον μηδενισμό· και δραστικός: δημιουργεί τη συνθήκη της δημιουργίας. Συνακόλουθα το σημαίνον δεν είναι ποια πεπραγμένα επιλέγουμε να ιστορήσουμε όσο ποια ανθρώπινη συνθήκη μνημειώνουμε. Έτσι αποφεύγουμε τον κίνδυνο να μιλήσουμε για άτοπα, άχρωμα ή ανώνυμα παραμύθια.

 

«‘Ένα θρυμματισμένο βάζο

Και μια κηλίδα από λυγμό

Και το γρασίδι πατημένο

Γύρω από το παλιό χαλί

Μόνον αυτά βρήκα στη σάλα

Όταν με κάλεσαν να μπω

Κάποια ανθέμια από χρυσάφι

Που ζούσανε στην οροφή

Τα σύλησε η ανατροφή μου:

Στη θέση μου έπρεπε να μείνω

Αντί τα οστά μου, Κόκαλο Σουπιάς.» (σ.19)

 

Η ποιητική φωνή δεν είναι παντογνώστρια ούτε του συλλογικού ούτε του ατομικού παρελθόντος, γιατί δεν μπορεί να είναι, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, παρά μόνο μνημονικά επιλεκτική. Και κάτι τέτοιο εμπεριέχει αναπόφευκτα τη συνθήκη της σιωπής. Άρα. Για να γίνει κάτι τέτοιο ποιητικά δραστικό πρέπει να αποστάζεται από τον διάλογο της επιλογής της εικοσιτετράστιχης μορφής με τα κενά της, δηλαδή την σιωπή. Η ποιήτρια επιλέγει για την κάθε ιστορία μία συγκεκριμένη στιχουργική  προθεσμία: 24 στίχους. Ό, τι ανάμεσα παρεμβάλλεται δεν είναι παρά ό, τι λείπει, δηλαδή η σιωπή τους. Ό, τι δεν λέγεται μετά το τέλος δεν είναι παρά η έλλειψή τους, δηλαδή η αποσιώπηση. Το αίτημα της αρμονίας, της ισορροπίας, της οριοθέτησης ενός χώρου, που γεωδαιτείται δύσκολα ήδη από τα χρόνια του μοντερνισμού. Εδώ το όριο περιορίζει το χάος, χωρίς να υποτάσσεται σε κοινά, συλλογικά αποκρυσταλλωμένα μορφώματα, αλλά τίθεται ως μια ιδιοσυγκρασιακή φραγή: 24 χτύποι και σιωπή. 49 και 1 κείμενα. Τρία θέματα. Αυστηρή η ποιήτρια με τον εαυτό της θέτει ένα στίγμα με το οποίο αναμετράται και καλεί τον αναγνώστη να αναμετρηθεί κι εκείνος.

 

«Να πώς μας εγκατέλειψε για πάντα

Το εκδρομικό μας εικοσιτετράωρο:

Έσυραν τα θαλασσοπούλια μια κραυγή

Και το’ σκασαν επάνω απ’ το κεφάλι του.

Κι αυτός που βάδιζε πάνω στο ήσυχο κύμα

Ήταν απλώς ένας καμπούρης γεροντάκος

Κάθε που στήριζε το μπαστούνι στο νερό

Κρυφά απ’ τον βυθό αναστέναζε

Η ψυχή της γης τραυματισμένη» (σ.53)

 

Η αινιγματική εκκρεμότητα στις ποιητικές αυτές ιστορίες αμβλύνεται συγκριτικά με τα προηγούμενα βιβλία της ποιήτριας, ενώ οξύνεται η δραματική λειτουργία τους. Η περισσότερο διαυγής οπτική αυτών των ποιημάτων μάς επιτρέπει να εννοήσουμε ευκολότερα τα πάθη τους. Ιδίως εκεί όπου το ποιητικό πρόσωπο μιλά πλέον από τη θέση της ωριμότητας και σύμφωνα με το ήθος της εμπειρίας του γήρατος που οφείλει να μεταδοθεί στους νεότερους.

 

«Κρεμώ επάνω στα κλαδιά μια κούνια

Πλεγμένη απ’ τα’ άσπρα μου μαλλιά

Για του παιδιού μου το παιδί και το παιδί του

Όταν θα τα καλέσει η θάλασσα

Κοπανώντας τις γιγάντιες φούστες της

Στις πόρτες της δικής τους Θλίψης» (σ.18)

 

Οι αλλεπάλληλες αυτές εικόνες προκαλούν συγκινησιακή ένταση μέσω της αίσθησης του απολογισμού προσώπων απλών, καθημερινών, προορισμένων να αφυπνιστούν λίγο πριν τον θάνατό τους: με έναν τέτοιον τρόπο μνημειώνονται ως σύμβολα της ανθρώπινης περιπέτειας.

«Είχε αράξει στην πολυθρόνα του

Με κάμποσα νωθρά σκυλιά τριγύρω

Μόνος σαν γέρικο έθνος

Λησμονημένο μέσα στα βουνά

[…]Από τις άγριες βιολέτες ανάμεσα

Στα καλαμπόκια και στις ντοματιές του

Αναγνώριζε πως είχε πεθάνει

Αλλά ξημέρωνε γεμάτη κουδουνίσματα

Από των άλλων τα κοπάδια η μέρα.

Σε άλλη μακρινή επικράτεια

Το γάλα ήταν ακόμη ποθητό.» (σ.14)

 

Καταλαβαίνουμε επομένως γιατί αναφέρθηκε νωρίτερα ότι προβάλλει η υπαρξιακή διάσταση: μέσα από απλές στα υλικά τους και γι’ αυτό τόσο συγκλονιστικές εικόνες ως ένα σκηνικό μύησης και αυτοσυνειδησίας, όπου το ποιητικό πρόσωπο θα διανύσει ανάστροφα σε πραγματικό ή μνημονικό χρόνο τη ζωή του, αναβιώνοντας τις προσωπικές του σχέσεις, τα λάθη και τις ενοχές του, κάνοντας έναν απολογισμό. Καταχρηστικά ας την ονομάσουμε και πορεία ψυχοσυναισθηματικής ολοκλήρωσης, αφού διαφαίνεται συνεχώς το πέρασμα από τον εφησυχασμό και την ενοχή στη συνειδητοποίηση και την κάθαρση.

 

«Κοιτάζω ώρες την παλιά μοτοσικλέτα

Λησμονημένη σαν μωρό δεινοσαύρου

Μες στα παλιά σιδερικά

Εκθέτει τα γιγάντιά της κόκαλα

Ταπεινωμένη μες στις λαμαρίνες

Προϊστορία ακατάβλητης δύναμης

Που υπάκουσε σε βαριά γηρατειά.[…]

Φτάνει επιτέλους με τα εκκωφαντικά του βήματα

Και καβαλάει ο λαμπροφόρος ο Αρχάγγελος

Αστράφτει τότε η μοτοσικλέτα ολοκαίνουργια

Καθώς μαρσάρει προς τον ουρανό.

Έτσι κι εγώ θα ήθελα να φύγω. Να σαλτάρω

Στην πίσω θέση, να τον αρπάξω απ’ το ρούχο!

Να σωριαστούν με μιας σαν παλιοσίδερα

Το κλειστό στόμα, ο πανικός, η στέρηση

Κι ανάμεσα στις σφυρίχτρες των άστρων

Να αστράφτει ατσάλινη η βαριά  μου σιωπή.» (σ.26)

 

Στο ποίημα αυτό, όπως και σε αρκετά άλλα του βιβλίου, το σωματικό στοιχείο κυριαρχεί λιγότερο με τις συνδηλώσεις της σωματικής ηδονής και περισσότερο με την αγωνία μήπως γκρεμιστούμε, μήπως δεν αντέξουμε, με την αγωνία κυρίως της φθοράς, της ασθένειας και του θανάτου.

Αλλά η ποιητική φωνή επιμένει παρόλο το μάταιο της προσπάθειας (πώς αλήθεια να αντιπαλέψουμε την θνητότητά μας;) –ή ακριβώς εξαιτίας αυτής της ματαιότητας: η Δήμητρα Χριστοδούλου όπως κάθε αληθινός ποιητής προσφέρει το ποιητικό της σώμα βορά κι ας γνωρίζει πως πρόκειται για θυσία σε κόσμο, το πλείστον, χορτοφάγων. Καθόλου αυτό δεν την πτοεί. Γιατί ξέρει πως μοίρα της είναι η Ποίηση και άρα στο βάθος η ελπίδα ότι μπορεί να αγγίξουμε, έστω για λίγο, κάποτε τον άλλον· σ’ αυτήν τη δύσβατη πορεία μας κόντρα στη σιωπή.

«Έχω μπροστά μου ένα φύλλο χαρτί

Και πιο μπροστά μου ένα δυσοίωνο μέλλον

Μπορώ να πακετάρω αυτό το μέλλον τυλίγοντάς το σε αυτό το χαρτί.

Έτσι θα έχω δαπανήσει αμφότερα

Σε χρήση λιγότερο εχθρική απ’ την Ποίηση

Και πιο αξιοπρεπή απ’ την ελπίδα.[…]

Τακτοποίησα καθαρά τα ιμάτιά μου

Κι ας τα τραβολογούσαν όλη νύχτα τα σκυλιά

Κυρίες κύριοι θα σας κληροδοτήσω

Σιδερωμένα παλιοκούρελα

Γνωρίζω πως οι περισσότεροι

Θα προτιμήσετε τα δικά σας

Δυο τρεις θα δουν τη Διαφορά

Βέβαια δεν σύχνασα σε εσπερίδες

Α, ένα αίσθημα ντροπής το είχα.

Δάγκωσα χώμα στα κρυφά.» (σ.58)

 

 

info: Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου, Είκοσι τέσσερις χτύποι και σιωπή της , Μελάνι, 2019

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here