Ο Μαντρακούκος (χριστουγεννιάτικο του Λευτέρη Ξανθόπουλου)

0
145

του Λευτέρη Ξανθόπουλου

 

ΝΑ ΠΩ ΟΤΙ ΑΓΑΠΩ ΠΑΡΑ ΠΟΛΥ τα Χριστούγεννα είναι μάλλον περιτό, νομίζω ότι αυτό φαίνεται. Να πω ότι όλο τον χρόνο περιμένω πότε να έρθουν οι άγιες αυτές ημέρες με το λιγότερο φως και την σκοτεινότερη νύχτα, και αυτό κάποιοι καλοθελητές μαρτυριάρηδες το έχουν αποκαλύψει από καιρό και το γνωρίζει ο πολύς ο κόσμος. Να πω, τέλος, ότι την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς συμβαίνουν τα πιά τρελά, τα πιο ακατονόμαστα πράγματα στην πόλη και στην ύπαιθρο και ότι καμιά άλλη γιορτή του χρόνου δεν συγκεντρώνει τόσα πολλά έθιμα, προλήψεις, δοξασίες, θρύλους, παραδόσεις, παροιμίες, γνωμικά, μύθους και δεισιδαιμονίες, όμως κι αυτό είναι μάλλον γνωστό. Γι’ αυτό λοιπόν κι εγώ έγραψα, και θα συνεχίζω να γράφω τις Χριστουγεννιάτικες Ιστορίες για να διαβάζονται κάθε χρόνο από τα μικρά παιδιά και τους μεγάλους, από μέσα τους ή φωναχτά, τις κρύες νύχτες του χειμώνα δίπλα στη σόμπα ή το τζάκι ή το μαγκάλι ή τέλος πάντων σε ό,τι άλλο θερμαντικό υπάρχει, ιστορίες για τις εποχές που φεύγουν απαράλλαχτα κάθε φορά μαζί με όλα τα ανείπωτα, τα αναπάντεχα, τα ανιστόρητα και τα θαυμαστά του κόσμου τούτου, που βρίσκονται μαζεμένα και φωλιάζουνε μέσα σε αυτές τις μοναδικές, τις ανυπόκριτες γιορτινές ημέρες.

Στο σπίτι των παιδικών μου χρόνων στολίζαμε το δέντρο από τις αρχές Δεκεμβρίου, την γιόλκα που έλεγε η μητέρα, με τα μισά ελληνικά και τα μισά ρωσικά της, και ήταν για μας τα παιδιά μια γιορτή. Οι γυάλινες πολύχρωμες μπούλες, τα πάνινα κουκλάκια, οι καραμούζες, τα χρυσά και ασημί καρύδια, τα βαλανίδια και τα κουκουνάρια κατευθείαν από τη φύση, καρποί αληθινοί και όχι ψεύτικοι, το κάτασπρο βαμβάκι που απλωνόταν στα κλαδιά του δέντρου χιονάκι τάχα, τα γυάλινα πουλάκια που περίμενες από στιγμή σε στιγμή να κελαηδήσουν, η φάτνη από το μάθημα της ξυλοκοπτικής στη βάση του ψεύτικου έλατου με τον νεογέννητο Χριστό και ακριβώς δίπλα, όρθιος ο Αγιοβασίλης, επιβλητικός και καλοσυνάτος, που και αυτός ήρθε από τη Ρωσία μέσα στην ξύλινη κασέλα μαζί με τα εικονίσματα των αγίων της ορθοδοξίας και τα λιγοστά υπάρχοντα που επέτρεψαν οι καινούργες αρχές της χώρας στην οικογένεια τής μητέρας μου να πάρει μαζί της, εγκαταλείποντας δια παντός, τα πρώτα χρόνια μετά την επανάσταση των μπολσεβίκων, την Οδησσό, την πόλη που έζησαν οι γενεές των προγόνων τους.

Τελευταία, και μετά τις γιρλάντες, γαντζώνονταν στις άκριες στα κλαδιά, τα μικρά μεταλλικά μανταλάκια – κηροπήγια με τα λιγνά στρουφνιστά κεράκια στερεωμένα στη βάση τους, που όταν τα ανάβαμε μοσχομύριζε το σπίτι αγνό κερί από τις μέλισσες και τελευταίο τελευταίο κρεμούσε ο πατέρας στο κεντρικό σημείο του δέντρου ένα ξύλινο πλακέ κουκλάκι με χαιρέκακη όψη, κακομούτσουνο ύφος, με σκουφί από γουρουνότριχα και λευκή γενειάδα που σερνόταν στο χώμα, το μεγαλύτερο πειραχτήρι απ’ όλους, τον διαβόητο λήσταρχο Μαντρακούκο.

Όταν ο αρχικαλικάντζαρος Μαντρακούκος έπαιρνε την θέση του, ξέραμε ότι ο στολισμός του χριστουγεννιάτικου δέντρου έχει τελειώσει και ότι όπου να ’ναι, σε μερικές ημέρες δηλαδή, ο κακορίζικος βασιλιάς των ξωτικών μαζί με την συμμορία του, τα δώδεκα πονηρά δαιμόνια, αόρατα όλο τον χρόνο από ανθρώπου μάτι, θα άφηναν κατά μέρος τα πριόνια και τα μαχαίρια τους και θα έβγαιναν από τα χθόνια σκοτάδια στην επιφάνεια για να βασανίσουν, να κοροϊδέψουν και να περιπαίξουν τους ανυποψίαστους νοικοκυραίους, τις ανήμπορες γριούλες και ιδίως τους αργοπορημένους και βιαστικούς περαστικούς στα τρίστρατα.

Τα σούρτα φέρτα των αλητόβιων καλλικαντζαραίων πάνω στις στέγες, στα κεραμίδια, στις καμινάδες και μέσα στο τζάκι, σε όσα σπίτια διαθέτανε τότε, ιδίως στα χωριά και στην ύπαιθρο, κρατούσαν όλο το Δωδεκαήμερο, από την νύχτα ακριβώς των Χριστουγέννων στις 25 Δεκεμβρίου μέχρι την παραμονή των Θεοφανείων στις πέντε Ιανουαρίου τού καινούργιου χρόνου, όταν πια επιτέλους θα τους έστελνε πίσω στις σκοτεινές κατακόμβες και στα υγρά λαγούμια τους ο παπάς της ενορίας, ο παμπόνηρος παπα – Γιάννης από τον Άγιο Στυλιανό Γκύζη, με την θαυματουργή αγιαστούρα του.

Δεν βαριόταν ποτέ ο πατέρας τα βράδια να μας ιστορεί γύρω από την ξυλόσομπα που μπουμπούνιζε, τα κατορθώματα των κακότροπων Κωλοβελόνηδων, δηλαδή του Μαλαγάνα, του Τρικλοπόδη, του Μαλαπέρδα, του Στραβολαίμη του Κουλοχέρη, του Καταχανά και όλων των άλλων σκανδαλιάτικων ξωτικών.

Όταν κουραζόταν ο πατέρας και άρχιζαν κιόλας να κλείνουν τα μάτια μας από τη τη νύστα, κοιτούσε απορημένος τάχα, μια μπροστά μια πίσω από την πλάτη του κι έβγαζε φωνή συναγερμού: «Μαντρακούκος, Μαντρακούκος, έρχεται ο Μαντρακούκος». Τότε, εμείς τα παιδιά, στριγγλίζοντας τάχα από τρόμο, πολύ καλά όμως μέσα στο παιχνίδι, στους όρους και τους κανόνες του, τρέχαμε πανικόβλητα δήθεν στο δωμάτιό μας, φοράγαμε βιαστικά τα πυζαμάκια και τις μάλλινες πλεχτές κάλτσες τού ύπνου και σαν τον κυνηγημένο σκαντζόχοιρο, τυλιγμένοι ένα κουβάρι γύρω από τον εαυτό μας, χωνόμασταν κάτω από το φρεσκοκαπλαντισμένο αφράτο πάπλωμα και κουκουλωνόμασταν μέχρι τα αυτιά, καθώς έσβηνε μέσα στον ύπνο μας και χανόταν μακριά στο στερέωμα η μπάσα φωνή του πατέρα, «Μαντρακούκος, Μαντρακούκος, έρχεται ο Μαντρακούκος». Το κλακ του διακόπτη που έπεφτε, έφερνε μαζί με το σκοτάδι και την ευεργετική σιωπή της νύχτας στο παιδικό μας υπνοδωμάτιο.

 

Πατέρα, σιωπητήριο…

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here