Ο Λεφέβρ τον Μάη (του Γιάννη Μπαλαμπανίδη)

0
286

του Γιάννη Μπαλαμπανίδη (*)

 

«Tο συμβάν ματαιώνει τις προβλέψεις». Με αυτήν τη φράση ανοίγει το βιβλίο του Ανρί Λεφέβρ Η εισβολή του Μάη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής. Το συμβάν είναι ο Μάης, και η φράση θυμίζει εκείνον τον γάλλο δημοσιογράφο που τον Απρίλιο του 1968 έγραφε ότι «η Γαλλία βαριέται».

Το βιβλίο είναι γραμμένο εν θερμώ, τις μέρες που εξελίσσονται τα γεγονότα. Προσπαθεί να κατανοήσει το συμβάν όντας μέρος του, χωρίς να ενδίδει στις ευκολίες μιας αναγωγιστικής ανάλυσης και χωρίς να ανάγει το συμβάν σε μεσσιανική στιγμή, σε συμβάν με Σ κεφαλαίο.

Ο Λεφέβρ δεν κολακεύει τους φοιτητές, τη «νεολαία» έτσι γενικά, ούτε υμνεί το αυθόρμητο. Λέει χαρακτηριστικά: «Η ζωή δεν αλλάζει ως διά μαγείας, με μια ποιητική πράξη … ο μετασχηματισμός της καθημερινής ζωής περνά επίσης από θεσμούς» (σελ. 105). Ούτε ασπάζεται τη μαξιμαλιστική ιδέα ότι η εξουσία τρέχει στον δρόμο και αρκεί κάποιος να την αδράξει – η εξουσία δεν είναι πράγμα, αλλά σχέση. Γι’ αυτό ο Λεφέβρ προσπαθεί να αναδείξει τις σχέσεις, τις εντάσεις μέσα από τις οποίες αναδύεται το συμβάν.

Η ωραία μετάφραση του Δημήτρη Γκινοσάτη, σε επιμέλεια του Τάσου Μπέτζελου, καθιστούν αυτό το καλειδοσκοπικό κείμενο απολύτως προσιτό στους αναγνώστες. Έτσι, μπορεί καθένας και καθεμιά να βρει τα δικά του σημεία εισόδου στη σύνθετη και πολυεπίπεδη σκέψη ενός από τους σπουδαίους κοινωνικούς φιλοσόφους του 20ού αιώνα.

 

***

 

Εμείς, σήμερα, έχουμε μια πολυτέλεια που δεν διέθετε ο Λεφέβρ: χάρη στην απόσταση του χρόνου που έχει παρέλθει, γνωρίζουμε τι ήταν εκείνο το συμβάν. Ή εν πάση περιπτώσει, γνωρίζουμε ότι όλες οι ερμηνείες έχουν δοθεί, και οι αντίθετές τους.

Μια «πρόβα επανάστασης», έγραφαν οι τροτσκιστές Ντανιέλ Μπενσαΐντ και Ανρί Βεμπέρ· η απαρχή μιας νέα εποχής ταξικής πάλης, έλεγαν ο Αλαίν Τουραίν, ο Κλωντ Λεφόρ, ο Κορνήλιος Καστοριάδης· ένα «καρναβαλικό ψυχόδραμα», κατά τον γκωλικό Ραϋμόν Αρόν. Ο Ρεζίς Ντεμπρέ υποστήριζε ότι ο Μάης άνοιξε τον δρόμο για τον εκσυγχρονισμό της καπιταλιστικής κυριαρχίας στη Γαλλία· άλλοι, όπως ο Λυκ Φερύ και ο Ζιλ Λιποβετσκί, τον κατήγγειλλαν ως την απαρχή του ναρκισιστικού ατομικισμού της δεκαετίας του 1980.

Ο Έρικ Χόμπσμπομ, πιο διεισδυτικός νομίζω, έδειξε ότι η εξέγερση του Μάη ήταν κάτι παραπάνω από «ψυχόδραμα», όπως θα ήθελε ο Αρόν, αλλά και κάτι λιγότερο από επανάσταση. Η επανάσταση δεν απασχολούσε ιδιαιτέρως τις προλεταριακές μάζες μιας εποχής οικονομικής ανόδου σε οικονομίες πλήρους απασχόλησης. Οι δυτικές κοινωνίες ενσωμάτωναν καλύτερα τους εργάτες παρά τους φοιτητές τους· οι ακαδημαϊκοί θεσμοί δεν ήταν προετοιμασμένοι για τον εκδημοκρατισμό της πανεπιστημιακής μόρφωσης. Τα παιδιά της επιτυχημένης δυτικής μεταπολεμικής συνταγής στρέφονταν εναντίον της – τα «παιδιά του Μαρξ και της κόκα-κόλα», όπως τα αποκαλούσε ο Γκοντάρ, το 1966, στην ταινία Αρσενικό, θηλυκό.

Αν το σκεφτούμε συμμετρικά με το 1968 της Ανατολής, την Άνοιξη της Πράγας και την καταστολή της από τα σοβιετικά τανκς, το δυτικό 1968 ήταν διττό: από τη μία αμφισβητούσε ριζικά τον δυτικό κόσμο εκσυγχρονίζοντάς τον, από την άλλη ανανέωνε το ιστορικό απόθεμα της ουτοπίας, καθαρίζοντάς την από τη σοβιετική σκουριά. Ο Μάης χάριζε στον μαρξισμό ένα νέο ορμητικό κύμα: έβγαζε από το κάδρο τη σοβιετική εμπειρία αλλά κρατούσε, εκλεκτικιστικά, στην ίδια οικογενειακή φωτογραφία πολλαπλούς «μαρξισμούς» – κινέζικος, κουβανικός, ιταλικός και ευρωκομμουνιστικός, τσέχικος, καμποτζιανός κ.ο.κ.

Το συμβάν του Μάη ματαίωνε τις προβλέψεις, δεν προέκυπτε από τους σιδερένιους νόμους της ιστορίας και της οικονομίας. Ήταν προϊόν της ενδεχομενικότητας, μια δυνατότητα ανάμεσα σε άλλες, η οποία όμως πραγματώθηκε.

Το βλέμμα του Λεφέβρ είναι διεισδυτικό, ακριβώς επειδή ο ίδιος υπήρξε καταστατικά ενάντιος στον δογματισμό και στους θεωρητικούς αυτοματισμούς. Το δείχνει εξαιρετικά ο Γιάννης Φλιτζάνης στο επίμετρό του, που είναι ωφέλιμο να το διαβάσει κανείς πριν διαβάσει το βιβλίο. Ο Λεφέβρ είναι τα ύστερα έργα του για την πόλη και τον χώρο, αλλά είναι επίσης η ανακάλυψη του νεαρού Μαρξ, η ανάδειξη του πολιτισμικού πεδίου, της καθημερινής ζωής και των αγώνων της, είναι η στράτευση και η ρήξη με το γαλλικό ΚΚ, είναι ο Διαλεκτικός υλισμός, έργο το οποίο δημοσιεύεται το 1940 κόντρα στη σταλινική κωδικοποίηση που μετέτρεπε το ζωντανό σώμα του μαρξισμού σε βουλγκάτα. Για τον Λεφέβρ, όπως το συμβάν δεν είναι μεσσιανισμός, έτσι και ο μαρξισμός δεν είναι γραμμένος στην πέτρα. Η διαρκής αναθεώρηση είναι αρετή, όχι στίγμα. Στη θέση του αναγωγισμού, ο ίδιος βάζει τη διαλεκτική υλικού και πολιτισμικού· βλέπει τον μαρξισμό όχι σαν συνταγή για τις κουζίνες του μέλλοντος αλλά σαν μεθοδολογία.

Οι οικονομικές δομές και οι ιδεολογικές-πολιτισμικές υπερδομές, λέει, «δεν παραμένουν εξωτερικά το ένα προς το άλλο, συμπαρατιθέμενα σαν δύο διαστάσεις» (σελ. 24). Ο οικονομισμός, και κάθε είδους αναγωγισμός σε μία υποτιθέμενη κυρίαρχη αντίθεση, είναι αλλοίωση της ίδιας της μεθόδου του μαρξισμού: «Μια κοινωνία δεν ανάγεται στην οικονομική της βάση, ούτε στις κοινωνικές δομές της … δεν έχει ανάγκη μονάχα από θεσμούς, αλλά και από αξίες, ιδέες, γνώσεις, ηθική, αισθητική» (σελ. 28). Οι ανθρώπινες κοινωνίες είναι φτιαγμένες από διάφορα υλικά. Το ίδιο και η πολιτική και η εξουσία. Ο Λεφέβρ απορρίπτει τις εύκολες σχηματοποιήσεις που συνηθίζονταν στα δυτικά ΚΚ της εποχής, ιδίως στο γαλλικό: ο περίφημος κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός, η θέση ότι κράτος και μονοπώλια έχουν γίνει ένα και η αστική τάξη χρησιμοποιεί το κράτος σαν εργαλείο της κυριαρχίας της, είναι μια ιδέα απλουστευτική και περισταλτική, λέει ο Λεφέβρ: «Η αναγωγή των προβλημάτων σε απλές αντιθέσεις –καπιταλιστική κοινωνία και σοσιαλιστική κοινωνία, εκμεταλλευτές και θύματα εκμετάλλευσης– δεν είναι πλέον δυνατή» (σελ. 54).

 

***

 

Ο Μάης είναι μια στιγμή έκρηξης, που έχει πυροδοτηθεί τη δεκαετία 1956-1966: το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, η κρίση του Σουέζ, η ουγγρική επανάσταση, το αντιπολεμικό και αντιπυρηνικό κίνημα, τα swinging 60s. Γεννιέται μια πληθυντική Αριστερά, σε πολλές γλώσσες: Nouvelle Gauche, New Left, Neue Linke, Νέα Αριστερά. Αυτή η έκρηξη επιτρέπει μια διεύρυνση της οπτικής· αλλά έχει και μια δομική συνθήκη ως υπόβαθρο. Στο επίκεντρο του συμβάντος βρίσκεται η νεολαία. Όχι όμως γενικώς και αορίστως η «νεολαία», κατάλληλη για γραμματείες νέας γενιάς ή για κρίντζυ πολιτικούς που αναφέρουν στίχους του Λεξ για να πουν κάτι το νεανικό.

Ο Λεφέβρ το λέει εκλεπτυσμένα: η νεολαία ορίζεται από μια «σχέση προς τον κόσμο και όχι τόσο από μια ηλικία» (σελ. 79). Και περιγράφει αυτήν τη σχέση τη στιγμή που εκδηλώνεται: «Το κίνημα γεννήθηκε μέσα από τους φοιτητές … φαινομενικά προνομιούχοι [που] χτυπήθηκαν διπλά … έλλειψη επαγγελματικών διεξόδων και προοπτικών, αναλαμπές σε μια κοινωνική πρακτική μπλοκαρισμένη … Το κίνημα διαμορφώθηκε μέσα σε ένα κοινωνικό κενό» (σελ. 78) – και ακόμη: «Αν οι διεκδικήσεις της προηγούμενης γενιάς αφορούσαν κυρίως το οικονομικό επίπεδο, αν εκείνη η γενιά ήθελε και εξακολουθεί να θέλει καταναλωτικά αγαθά, μισθολογικές αυξήσεις … η νέα γενιά θέλει κάτι διαφορετικό. Το ψυγείο και το αυτοκίνητο δεν τη σαγηνεύουν πλέον … κομίζει έναν νέο τρόπο ζωής … Υπάρχει ένα ζήτημα γενεών» (σελ. 116-117).

Όχι πια «metro, boulot, dodo» (μετρό-δουλειά-ύπνος), που έλεγε το σύνθημα του Μάη. Αυτή είναι η μείζονα αλλαγή, η οποία στην πολιτική επιστήμη κωδικοποιήθηκε αργότερα, στη δεκαετία του 1970, από τον Ronald Inglehart: η υποχώρηση των πρωτίστως υλιστικών αξιών της προηγούμενης γενιάς και η ανάδυση μετα-υλιστικών προσανατολισμών. Αυτό ήταν οι boomers, η γενιά των γονιών μας, η οποία μεγάλωσε στα χρόνια της μεταπολεμικής ανάπτυξης, του κράτους πρόνοιας, της κοινωνικής ανοδικότητας, και ανέδειξε προωθημένα αξιακά προτάγματα: ισότητα των φύλων, οικολογία, δικαιώματα, ποιότητα ζωής στην πόλη και στον δημόσιο χώρο.

Για τη γενιά του Μάη, ο κλειστός ορίζοντας δεν είναι ο υλικός αλλά ο πολιτικός και ο πολιτισμικός. Ο Λεφέβρ επιμένει σε αυτό το σημείο: «Η σύγκρουση των γενεών [μεταφράζεται σε] κρίση της αυθεντίας, [σε μια] βαθύτερη κρίση, από τους θεσμούς μέχρι το κράτος». Και προκύπτει, συνεχίζει, ένας «συνασπισμός αυτών των ρευμάτων, έξω από τις συνήθεις ταξικές διαιρέσεις, ενάντια στον ίδιο εχθρό. Μια πρωτότυπη διαλεκτική κίνηση σκιαγραφείται εδώ: κοινωνικό περιθώριο εναντίον κέντρου, ανομίες εναντίον κανόνων, αμφισβήτηση εναντίον απόφασης … η γιορτή, το χιούμορ, το παιγνιώδες στοιχείο, ενώνονται με τις διεκδικήσεις και τις προσδοκίες» (σελ. 126-127 και 135).

 

***

 

Ας σκεφτούμε λίγο τα τότε σε συνάρτηση με τα δικά μας. Στη δεκαετία του 1990, με την επικράτηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και τον ούριο άνεμο της παγκοσμιοποίησης, πιστέψαμε στις μεγάλες συγκλίσεις, στην ιδέα ότι η πολιτική είναι ζήτημα αποτελεσματικότητας παρά ιδεολογίας. Ωστόσο, η πολιτική πήρε την εκδίκησή της.

Μέσα στη διηνεκή κρίση (permacrisis) που ζούμε εδώ και μια δεκαετία, αναδύονται ξανά δομικές συγκρούσεις και πολώσεις – υλικές, όπως οι ανισότητες, αλλά και ιδεολογικές, πολιτισμικές. Μαζί και μια γενεακή πόλωση, αν τουλάχιστον δούμε, μαζί με τον Λεφέβρ, τη γενιά όχι ως ένα συμβατικό ηλικιακό φάσμα, αλλά ενταγμένη στις κοινωνικές συνθήκες που την καθορίζουν.

Από τη μία, οι μπούμερς ως γενεακή συνθήκη, και από την άλλη, οι μιλένιαλς και η gen Z. Γενιές εξαιρετικά διεθνοποιημένες, κοσμοπολίτικες, digital natives, οι οποίες όμως ζουν σε μια συνθήκη διαρκούς υλικής επισφάλειας και την  ίδια στιγμή παίρνουν τη σκυτάλη της αξιακής επανάστασης των boomers: η σεξουαλικότητα ως φάσμα, η πολυπολιτισμικότητα, η κλιματική αλλαγή, η πολιτική ορθότητα. Τα «παιδιά της επισφάλειας και του νέτφλιξ». Αυτή η γενεακή αντίθεση παράγει πολιτικά αποτελέσματα, αλλά μέσα σε πολιτικό και πολιτισμικό κενό – δεν εκπροσωπείται, ή τουλάχιστον η πολιτική της εκπροσώπηση είναι λειψή.

Ο Μάης, και μαζί του ο «δικαιωματισμός», οι δικαιωματικοί αγώνες για τους οποίους έγραφε ο Λεφέβρ (λ.χ. στο Δικαίωμα στην πόλη), εγκαλείται από τον σύγχρονο νεο-συντηρητισμό ότι βρίσκεται στη ρίζα όλων των δεινών: επιτρεπτικότητα, ναρκισσισμός, δικαιώματα χωρίς υποχρεώσεις, και σήμερα η woke κουλτούρα, η κριτική της αποικιοποίησης, οι έμφυλες αναζητήσεις· όλα αυτά απειλούν, λέγεται, τις κοινωνικές ιεραρχίες και τα θεμελιώδη της δυτικής μας ταυτότητας.

Θα ήταν παρακινδυνευμένο, και αυθαίρετο, να μεταφέρουμε αυτοματικά τη σκέψη του Λεφέβρ στο σήμερα. Ωστόσο, εάν ακολουθήσουμε τη μέθοδό του, πιθανόν θα καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι όλα αυτά όχι μόνο δεν διαλύουν τους δεσμούς που μας συνέχουν ως κοινωνία, αλλά, αντίθετα, τους ανανεώνουν και, υπό όρους, τους ανασυγκροτούν. Είτε είναι κανείς μαρξιστής είτε όχι, ο αντιδογματικός μαρξισμός του Λεφέβρ είναι μια μέθοδος σκέψης εξαιρετικά χρήσιμη. Στον βαθμό τουλάχιστον που αποτελεί μια διαρκή υπενθύμιση ότι δομές και υπερδομές δεν είναι δύο διαστάσεις που απλώς συνυπάρχουν· ότι οι ανισότητες και τα δικαιώματα πηγαίνουν μαζί, οι υλικοί και οι συμβολικοί αγώνες πηγαίνουν μαζί, η γιορτή και η μάχη, η παράβαση και η δημιουργία πηγαίνουν μαζί.

Αν, λοιπόν, είναι κάτι να συγκρατήσουμε από τη μέθοδο του Ανρί Λεφέβρ, αυτό θα ήταν ίσως η εξής ευρύτερη κατεύθυνση: να ανασυγκροτήσουμε την οικονομική και την πολιτισμική Αριστερά μέσα στη διαλεκτική τους σχέση, χωρίς να θεωρούμε τη μία υπάγωγη στην άλλη. Χωρίς μεσιανική πίστη σε κανένα Συμβάν, αλλά όντας ανοιχτοί στις εκπλήξεις που επιφυλάσσει η ιστορία.

 

(*) Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης είναι συγγραφέας

 

***

Ανρί Λεφέβρ, Η εισβολή του Μάη, εκδόσεις Εκτός Γραμμής, 2022

 

Προηγούμενο άρθροΈνα τείχος στο βιβλίο μου! (της Ελένης Σβορώνου)
Επόμενο άρθροΠολύτροπος Μοντερνισμός: τα προβλήματα συσχετισμού της Θεωρίας με τις εφαρμογές της και οι συνέπειές τους (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ