Ο κόσμος της Αλχάρθι (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
191
PHOTOGRAPHY

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

Η Τζόχα Αλχάρθι διεκδίκησε πολλές πρωτιές με το βιβλίο της «Οι κόρες της σελήνης». Το μυθιστόρημα αυτό είναι το πρώτο βιβλίο από τον Κόλπο στο οποίο απονεμήθηκε το  Διεθνές Βραβείο Man Booker για μυθοπλασία, το 2019. Είναι επίσης το πρώτο μυθιστόρημα το οποίο γράφτηκε από μια γυναίκα του Σουλτανάτου του Ομάν που μεταφράστηκε στα αγγλικά. Και για τους περισσότερους αναγνώστες του δυτικού κόσμου προσφέρει μια πρώτη ματιά στην καθημερινή ζωή και στις αντιθέσεις της, συχνά ακραίες, στο ταχέως μεταβαλλόμενο Ομάν, το τελευταίο κράτος που κατήργησε τη δουλεία, μόλις στα 1970, γεγονός το οποίο αποτέλεσε, και  αποτελεί ακόμη, την αιτία της πάλης ανάμεσα στο παλιό και το νέο.

Το παλιό Ομάν συνυπάρχει με το νέο, όχι πάντα αρμονικά, στο βιβλίο της Αλχάρθι, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Gutenberg. Γεννημένη στο Ομάν το 1978, η συγγραφέας απέκτησε διδακτορικό στην κλασική αραβική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και επέστρεψε στην πατρίδα της για να διδάξει στο Πανεπιστήμιο Σουλτάν Καμπούς της πρωτεύουσας Μουσκάτ, αντιπροσωπεύοντας τις δυνάμεις του μέλλοντος τούτης της χώρας. Οι άνισοι κανόνες και οι προσδοκίες μιας παραδοσιακά πατριαρχικής ισλαμικής κοινωνίας, οι δυνάμεις που περιορίζουν τους ανθρώπους και εκείνες που τους απελευθερώνουν, οι απιστίες στον γάμο που είναι σχεδόν πάντα αρσενικές και η δυστυχισμένη συζυγική εμπειρία των γυναικείων χαρακτήρων, αποτελούν για τη συγγραφέα ένα πλούσιο πεδίο για να στήσει την ιστορία της. Αυτή έχει τις ρίζες της στα τέλη ακόμη του 19ου αιώνα, διατρέχει τον 20ό και τη σημαδιακή για το Σουλτανάτο δεκαετία του 1970, οπότε το Ομάν καταργεί με νόμο το εμπόριο σκλάβων και μπαίνει στην τροχιά μιας μικρής μεν αλλά ευημερούσας, πλούσιας σε πετρέλαιο χώρας, και φτάνει μέχρι τα πιο σύγχρονα χρόνια, σε μια εποχή εξαιρετικών κοινωνικών και γεωπολιτικών αλλαγών. Ενώ η χώρα εξελίσσεται από ένα κλειστό έθνος υπό την κυριαρχία του σουλτάνου σε ένα σύγχρονο κράτος που διαθέτει πολυτελή εμπορικά κέντρα, με τους νέους να σπουδάζουν στο εξωτερικό και τις γυναίκες να οδηγούν αυτοκίνητο, οι άνθρωποι παλεύουν με τις συνέπειες αυτών των αλλαγών. Ακόμη και παλιοί σκλάβοι, αγορασμένοι από οικογένειες και συχνά έχουν γίνει μέλη τους, δυσκολεύονται να αποδεχτούν τη νέα κατάσταση.

Η πολυφωνική αφήγηση του μυθιστορήματος ξεδιπλώνεται μέσα από μια ευρηματική δομή που ταιριάζει απόλυτα με τους χαρακτήρες της ιστορίας, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι γυναικείοι. Σε κάθε κεφάλαιο, συνήθως λίγων σελίδων, η Αλχάρθι δίνει φωνή σε έναν μόνο χαρακτήρα, δημιουργώντας ένα μωσαϊκό απόψεων, αντιλήψεων, συμπεριφορών, προβλημάτων και θέσεων της γυναίκας στην κοινωνία του Ομάν. Στον αστερισμό των αφηγηματικών φωνών, προνομιακή μεταχείριση δείχνει να έχει ένας άντρας: Ο Αμπντάλα μιλά σε πρώτο πρόσωπο, σε αντίθεση με τους άλλους αφηγητές που εκφράζονται σε τρίτο πρόσωπο. Ένα λεπτό νεύμα στην πατριαρχία; Όμως ο Αμπντάλα παρουσιάζεται απεγνωσμένα ανασφαλής, απορροφημένος στην εσωτερική πάλη του με το φάντασμα ενός τυραννικού, πρόσφατα πεθαμένου πατέρα και  στην έλλειψη αγάπης και πόθου από τη σύζυγό του. Ταυτόχρονα, η τριτοπρόσωπη αφήγηση που χαρίζεται στους γυναικείους χαρακτήρες είναι τόσο ευέλικτη και ευαίσθητη που συχνά μας κάνει να ξεχνάμε ότι δεν μιλούν σε πρώτο πρόσωπο.

«Οι κόρες της Σελήνης» είναι ένα λεπτοδουλεμένο, σχεδόν ποιητικό μυθιστόρημα, ζωντανό και άμεσο με πολλές ιστορίες να διασταυρώνονται, καθώς αφορά αρκετές γενιές, αλλά στην καρδιά του βρίσκονται τρεις αδελφές, στο χωριό αλ Αουάφι, λίγο έξω από τη Μουσκάτ, απογοητευμένες από τον γάμο τους: Μάγια, Ασμά και Χάουλα. Η πρώτη και μεγαλύτερη παντρεύεται τον Αμπντάλα, γιό πλούσιου εμπόρου. Η Ασμά παντρεύεται τον Χάλιντ, έναν καλλιτέχνη για τον οποίο η ιδανική σύζυγος είναι «μια γυναίκα που θα έμπαινε στη δική του τροχιά δίχως να επιχειρεί μια δική της παράλληλη». Και η μικρότερη αδερφή, Χάουλα, αρνείται τον γάμο που της ετοιμάζουν και μετά από πολλά χρόνια πιστής υπομονής παντρεύεται τον ξάδελφό της Νάσιρ, παιδικό της έρωτα, ο οποίος το μεγαλύτερο διάστημα του γάμου ζει στον Καναδά με μια άλλη γυναίκα και κάθε δύο χρόνια ταξιδεύει στο Ομάν για να δει το νέο μωρό στο σπίτι και ν΄ αφήσει πάλι έγκυο τη νόμιμη σύζυγο. Η καθεμία παλεύει με τις αναγκαστικές ή προσωπικές επιλογές της, προσπαθώντας να ισορροπήσει τις παραδοσιακές αξίες με τις αναδυόμενες ελευθερίες στη χώρα.

Τη σκυτάλη της πολυφωνικής αφήγησης παίρνει πρώτη η Μάγια, η οποία απορροφημένη στη ραπτομηχανή της μάρκας Σίνγκερ ονειρεύεται μια αγάπη χωρίς ανταπόκριση, τον Άλι που επέστρεψε από το Λονδίνο όπου σπούδαζε. Λαχταρά και μόνο να τον δει. Όμως η ανακοίνωση της μητέρας της καταστρέφει με μιας το όνειρο: Ο Αμπντάλα, ο γιός του εμπόρου Σουλεϊμάν ζήτησε το χέρι της. Η Μάγια πιστεύει ότι ο Αλάχ την τιμωρεί για τις κρυφές επιθυμίες της. Παντρεύεται τον εκλεκτό των γονιών της, χωρίς αγάπη και στη συνέχεια αντιστρέφει την τιμωρία δίνοντας στο πρώτο της παιδί ένα όνομα που θυμίζει αυτόν που ήθελε πραγματικά να παντρευτεί.

Η Ασμά λατρεύει τα βιβλία, την ποίηση και τη λογοτεχνία, σαν τον πατέρα της, θέλοντας μέσα από αυτά να βρει «την πείρα της ζωής», από την οποία «η παράδοση προσπαθούσε να προφυλάξει». Στην εποχή της άλλωστε δεν επέτρεπαν στα κορίτσια πάνω από δέκα ετών να παρακολουθούν μαθήματα στο σχολείο.Ο γάμος για εκείνη είναι ο δρόμος για να γίνει μητέρα και μια ευκαιρία να σπουδάσει. Αποκτά δεκατέσσερα παιδιά με τον νάρκισσο ζωγράφο σύζυγό της. Ο γάμος της πιο επαναστημένης Χάουλα, η οποία αγαπά τα πιο λαϊκά βιβλία και ενδιαφέρεται περισσότερο για τον καλλωπισμό της, καταλήγει σε διαζύγιο και εκείνη ανοίγει ένα σαλόνι ομορφιάς στη Μουσκάτ. Η Μάγια παραμένει παντρεμένη, αλλά, όπως και η Ασμά, αποδέχεται τη μοίρα της, τον ρόλο της μητρότητας και τη σιωπή. Όταν ο Αμπντάλα, πάντα μπερδεμένος μαζί της, τη ρωτά αν τον αγαπά, εκείνη γελά στο πρόσωπό του. Θυμάται ότι ούτε την ημέρα του γάμου τους δεν είχε γελάσει. Μια γενιά αργότερα, η κόρη τους Λάντον, γιατρός στη Μουσκάτ, χωρίζει τον σύζυγό της, Άχμαντ, γιατρό και ποιητή που «αφιερώνει κάθε καινούργιο ποίημα σε ένα καινούργιο κορίτσι», και δέρνει τη γυναίκα του.

Με μια δεξιοτεχνική διαχείριση του χρόνου εκ μέρους της Αλχάρθι, το μυθιστόρημα κινείται μπρος – πίσω μεταξύ των γενεών με πολύ ευελιξία, συχνά και κατά τη διάρκεια μιας σελίδας ή ακόμη και μιας παραγράφου.Οι γάμοι των τριών αδερφών γίνονται στις αρχές της καθοριστικής για το Ομάν δεκαετίας του 1970. Τα νήματα των παράλληλων ιστοριών, με εμπειρίες από τους φτωχότερους υπηρέτες μέχρι τους πλουσιότερους εμπόρους, που ακούνε σε ονόματα όπως Ααζάν και Σάλιμα (γονείς των τριων αδελφών), Ζαρίφα (αγορασμένη σκλάβα) κ.α., φτάνουν πολύ μακριά στο παρελόν. Μόνο ο Αμπντάλα, ο απογοητευμένος μεσήλικας σύζυγος της Μάγια, μέσα από μια αεροπορική πτήση, μας αφηγείται την ιστορία του στον παρόντα χρόνο. Οργισμένος με τη συμπεριφορά του γαμπρού του που δέρνει την κόρη του, την στηρίζει στην απόφασή της να χωρίσει και να ακολουθήσει την επαγγελματική της σταδιοδρομία, κάτι που μάλλον αρνείται σε γυναίκες προηγούμενων γενιών. «Του επιστρέψαμε την προίκα και η κόρη μου γλύτωσε αυτόν τον γάμο και ξανάγινε ελεύθερη. – Λάντον, από σήμερα είσαι ελεύθερη. Είσαι μια επιτυχημένη γιατρός με κοινωνική ζωή, κι αυτός δεν δικαιούται ούτε μια σκέψη σου». Ο ίδιος κάποτε, στην παιδική του ηλικία, ήταν αδιανόητο να αντιδράσει στη βαναυσότητα του πατέρα του, με αποτέλεσμα να τον στοιχειώνουν οι αναμνήσεις από το άγριο περιστατικό σε ένα πηγάδι. Τώρα για πρώτη φορά ασκεί τη δύναμή του, γιατί η κόρη του αντιπροσωπεύει το μέλλον. Η σαρωτική πολιτισμική αλλαγή τελικά προέρχεται μερικές φορές από τις προσωπικές επιλογές. Το μέλλον και την πρόοδο αντιπροσωπεύει και ο γιός της σκλάβας Ζαρίφα ο οποίος αρνείται να συνεχίσει την παράδοση που θέλει τα παιδιά σκλάβων να παραμένουν σκλάβοι στις ίδιες οικογένειες, κάτι σαν κληρονομιά. «Είμαστε ελεύθεροι, το λέει ο νόμος. Καθένας είναι κύριος του εαυτού του. Κανείς δεν είναι κύριος κανενός…», λέει στη μάνα του που τον θεωρεί «άταχτο διάβολο».

Αν και επικεντρωμένο στις τρεις αδελφές, το βιβλίο ακτινογραφεί την ευρεία εικόνα της καθημερινής ζωής σε αυτή την άγνωστη για εμάς χώρα του Κόλπου, συμπεριλαμβάνοντας έναν πλούτο ηθών  και εθίμων από τα οποία οι νεότεροι, οι πιο τολμηροί, προσπαθούν να ξεφύγουν. Στις σελίδες του ξεδιπλώνεται η βαθιά παράδοση του Ομάν, μέσα από το νυφικό σεντούκι («Νύφη χωρίς νυφικό σεντούκι, δεν είναι νύφη. Το σεντούκι της θα διατηρήσει μέσα το άρωμα του λιβανιού για χρόνια»), το χάντζαρ (παραδοσιακό στιλέτο του Ομάν) ή το χαντίθ, δηλαδή τις προφορικές καταγραφές των λόγων και των πράξεων του Μωάμεθ (σημαντικές οι επεξηγηματικές σημειώσεις της μεταφράστριας, όπως και το εισαγωγικό της σημείωμα), μέχρι την αγάπη για την ποίηση (το βιβλίο βρίθει με στίχους Αράβων ποιητών της προϊσλαμικής και όχι μόνο εποχής). Τον τόνο δίνουν κι άλλα στοιχεία της λαϊκής παράδοσης, όπως τα τζίνι, εκείνα τα διαμόνια που σκιάζουν τις ζωές των ανθρώπων και απαιτούν δώρα για να τους αφήσουν στην ησυχία τους, ή οι θρύλοι που απορρέουν από τους συμβολισμούς της Σελήνης. Από τη Σελήνη παίρνει το όνομά της η Κάμαρ Νατζίγια (Κάμαρ σημαίνει φεγγάρι), η σαγηνευτική νομάδα της ερήμου που έχει ξεμυαλίσει τον Ααζάν.

Χωρίς κλισέ και φολκλόρ στερεότυπα, η Τζόχα Αλχάρθι προσφέρει ένα έπος πολλών γενιών και μιας μακράς πολιτισμικής εξέλιξης για τη χώρα της. Τα πολλά σύντομα κεφάλαια / φωνές λειτουργούν σαν κομμάτια ενός παζλ που παρέχουν το καθένα ένα μέρος της μεγάλης εικόνας. Κοιτώντας προς τα πίσω και προς τα εμπρός, χωρίς κανένα γεγονός να οδηγεί την ιστορία, η συγγραφέας αφήνει τον αναγνώστη να την  συνθέσει, παρά τη δυσκολία να παρακολουθήσει όλους τους χαρακτήρες, με τους φόβους και τις ελπίδες τους. Το αποτέλεσμα είναι ένα πανέμορφο, οξυδερκές, λυρικό και βαθύ χρονικό στιγμών, «ένα πολύ παραστατικό, συναρπαστικό και ποιητικό περίγραμμα για μια κοινωνία σε μετάβαση», όπως χαρακτήρισε τις «Κόρες της Σελήνης» η κριτική επιτροπή του Μπούκερ.

info: «Οι κόρες της Σελήνης» Τζόχα Αλχάρθι, εκδ. Gutenberg, μτφρ. Ελένη Καπετανάκη, σελ. 277

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here