Ο κόσμος ενός πνεύματος αντιλογίας (της Μορφίας Μάλλη)

0
489

 

 

της Μορφίας Μάλλη 

Πνεύμα αντιλογίας, ονομάζει ο Λάζαρης το νέο του βιβλίο, στο οποίο έχει συγκεντρώσει σε τέσσερις ενότητες «Δοκίμια και ομιλίες», «Κριτικά κείμενα», «Άρθρα» και δύο «Συνομιλίες» του που χρονολογούνται από το 1984 έως σήμερα. Αν και ο τίτλος παραπέμπει στο αντιρρητικό  πνεύμα που συνήθως διαπνέει τις κριτικές του και στο αντιθετικό του ήθος, σε μια εκ συστήματος δηλαδή αντιλογία, εντούτοις «ορισμένα [μόνο] κείμενα του ανά χείρας βιβλίου […] είναι κείμενα πολεμικής απέναντι στην προχειρότητα, τη ρηχότητα, την υποκρισία, τη φαυλότητα […που] χαρακτηρίζουν σε ένα μεγάλο βαθμό την πνευματική ζωή αυτού του τόπου».[2] Στα περισσότερα η «αντιλογία» συνίσταται σε μια αμοιβαία ενέργεια με τα κρινόμενα κείμενα, υποδηλώνει την «ανταπόδοση λόγων» και με την έννοια αυτή την έναρξη ενός διαλόγου μεταξύ τους.[3] Παράλληλα δεν λείπουν από τη συλλογή και κείμενα που διαπνέονται έντονα από ένα άρωμα ανθρωπιάς, από έναν τόνο τρυφερό και θερμό, για εκείνους που ’χουν φύγει από κοντά μας (τον Νίκο-Γαβριήλ Πεντζίκη, τον Γιώργο Ιωάννου, τον Μένη Κουμανταρέα, την Αγγελική Ελευθερίου, τον Κώστα Ριτσώνη, τον Ανδρέα Μπελεζίνη)[4] και που ο Λάζαρης ανακαλεί, υπενθυμίζοντάς μας τις προσωπικές τους ιστορίες, τις οποίες κάποτε μας αφηγείται εν είδει προσωπικού ημερολογίου, όπως στην περίπτωση του Βασίλη Λούλη, τον οποίο δεν είχε ο ίδιος γνωρίσει προσωπικά.[5] Κάτι μαλακό και γλυκό έχει προστεθεί στη συλλογή των κριτικών κειμένων του Λάζαρη, κάτι έχει  καταλαγιάσει από την οξύτητα και το εύφλεκτο του λόγου του. Αυτό, όμως, που παραμένει ανυποχώρητο είναι η οξυδέρκεια της ματιάς του και η αιχμηρή και αυστηρή κριτική του για εκείνα τα φαινόμενα του λογοτεχνικού μας πεδίου που αμαυρώνουν και κατατρώγουν γενικότερα την πολιτιστική μας ζωή.

Ανάμεσά τους, αναμφίβολα, κυρίαρχο ρόλο παίζει η προϊούσα απαξίωση της τέχνης της ποίησης και η υποχώρησή της ως πολιτιστικής πρακτικής στις προτιμήσεις του κοινού –  γεγονός το οποίο ο Λάζαρης αποδίδει σε πολλές αιτιάσεις. Καταρχάς στην πλημμελή άσκηση των καθηκόντων της κριτικής, η οποία επιδαψιλεύει επαίνους αδιακρίτως[6] μετατρέποντας την αξιολογική κρίση σε αγιογραφία.[7] Κατά δεύτερο λόγο, στα κριτικά και εκδοτικά ήθη, τα οποία στηρίζουν και προωθούν συντεχνιακά συμφέροντα μέσω ενός καλά οργανωμένου συστήματος δημοσίων σχέσεων[8] που καθορίζει τη συμπερίληψη ή τον αποκλεισμό ποιητών από τον κανόνα, στη βάση μιας ανέντιμης συναλλαγής[9]. Η σταδιακή απώλεια της πολιτισμικής ισχύος της ποίησης οφείλεται επιπλέον στον τρόπο θεσμοποίησής της μέσω της επιτροπής των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων[10], στο πλαίσιο της οποίας δεν λειτουργεί κατά τον Λάζαρη ορθά η κριτική, αφενός γιατί αδυνατεί να αντιμετωπίσει, και μάλιστα έναντι ευτελούς τιμήματος, την πληθώρα των έργων που εκδίδονται ετησίως, αφετέρου γιατί το σύστημα των εξαρτήσεων των μελών της επιτροπής και της επετηρίδας των υποψηφίων υπονομεύει το έργο της.[11] Τέλος, καθοριστικό ρόλο στη μετανεωτερική μας κοινωνία, παίζει η αδυναμία της κριτικής μας να διαμορφώσει μια «πολιτισμική ποιητική». Μια ποιητική που, όπως διαφαίνεται από τα κείμενα του Λάζαρη, θα πρέπει να είναι ανυπάκουη στις λογοτεχνικές μόδες της αγοράς[12], ικανή να ανασυντάξει τις σχέσεις της με τα πανίσχυρα περιβάλλοντα της τηλεόρασης[13], της διαφήμισης[14] και του ημερήσιου και περιοδικού Τύπου[15], και αποφασισμένη να εμποδίσει τη μετατροπή του ποιητικού προϊόντος σε life-style καταναλωτικό αγαθό.[16]

Η διαμόρφωση μιας τέτοιας πολιτιστικής ατζέντας απαιτεί από τον κριτικό να είναι στρατευμένος στην υπόθεση της λογοτεχνίας, «να ταράζει τα λιμνάζοντα λογοτεχνικά ύδατα, να αναμοχλεύει πάθη, (εάν αυτό είναι απαραίτητο), να προκαλεί έντονες δημόσιες συζητήσεις, αντιπαραθέσεις, αμφισβητήσεις, άρθρα πολεμικής»[17] που αναπόφευκτα οδηγούν σε οξύτητα και λεκτικές υπερβολές.[18] Πώς αλλιώς, φαίνεται να πιστεύει ο Λάζαρης, μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει τον εκφυλισμό του λογοτεχνικού φαινομένου παρά με μια «μετωπική κριτικογραφία», με μια εκ του συστάδην μάχη για την επικράτηση του λογοτεχνικά γνήσιου κι αυθεντικού; Κι ακόμη κι αν στην παρούσα συλλογή κριτικών κειμένων οι αιχμές έχουν λειανθεί κι οι άκρες στρογγυλέψει, το λάβαρο μιας ‘αισθητικής ηθικής’ εξακολουθεί να κυματίζει, και να περιγράφεται από τον Λάζαρη σε συνέντευξή του ως εξής:

  «Η αποστολή κάθε αληθινού ποιητή ή ανθρώπου των Γραμμάτων είναι να είναι μονίμως  στην αντιπολίτευση, να πολεμά με όλες του τις δυνάμεις κάθε είδους εξουσία, να μην εξαγοράζεται» (Νίκος Λάζαρης)

Ο κριτικός είναι εκείνος που θα διαχωρίσει την ήρα από το στάρι. Εκείνος, δηλαδή, ο οποίος μέσα στον μεταμοντέρνο χυλό που μας κατακλύζει θα μας υποδείξει ποια λογοτεχνικά έργα αξίζει να διαβάσουμε και για ποιους συγκεκριμένους λόγους. [19] Είναι, επίσης, εκείνος που με τη γνώση, την εμπειρία, το γούστο και το αισθητήριό του θα μας δείξει τη διαφορά ανάμεσα στο γνήσιο και το κίβδηλο, στο υψηλό και το χαμηλό, στην ποιότητα και την ευτέλεια στην τέχνη. Από τον άξιο του ονόματός του κριτικό περιμένουμε ακόμη: Να αναδείξει νέες φωνές στην ποίηση, στην πεζογραφία, στη μελέτη, στο δοκίμιο. Να φέρει στο φως τις κρυμμένες πτυχές ενός λογοτεχνικού έργου τις οποίες ο απλός αναγνώστης δεν μπορεί να διακρίνει. «Να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά» στηλιτεύοντας (με αδιάσειστα επιχειρήματα) τα κακώς κείμενα της λογοτεχνίας, αλλά και να επανορθώσει εξόφθαλμες αδικίες. Να προσπαθήσει με τις απόψεις του να βελτιώσει την πνευματική καλλιέργεια του αναγνωστικού κοινού. Να συμβάλει με τις θέσεις του στη διαμόρφωση (ή στην τροποποίηση) του λογοτεχνικού κανόνα. Εν κατακλείδι: ο ρόλος του κριτικού είναι να ξεδιαλύνει τη λογοτεχνική σύγχυση και να βάλει μια τάξη στο χάος που επικρατεί γύρω μας.[20]

 Ανεξάρτητα με το αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τις αρχές της «αισθητικής ηθικής» του Λάζαρη, αποτελεί γεγονός ότι ο ίδιος τις έχει τηρήσει με αυταπάρνηση και συνέπεια, ακόμη και με προσωπικό κόστος.

Εφαρμόζοντας το κριτήριο της αυθεντικής έκφρασης, που αποτελεί την κορωνίδα της αξιολογικής του κλίμακας, ο Λάζαρης αναζητεί στα έργα πρωτίστως τη γνησιότητα του λόγου. Την εντοπίζει σε αρκετές περιπτώσεις, όπως για παράδειγμα στη λογοτεχνική εντιμότητα του Βασίλη Λούλη[21], «ενός ελάσσονος, αυθεντικού συγγραφέα, στον οποίο δεσπόζει το ηθικό στοιχείο»[22] ακόμη και στον χαρακτήρα, καθώς «ήταν ένας υπερήφανος, έντιμος, ασυμβίβαστος άνθρωπος, ο οποίος σε όλη του τη ζωή στάθηκε όρθιος, δεν γονάτισε και δεν προσκύνησε τους κάθε λογής ισχυρούς».[23] Εμβληματική, όμως, αποτελεί η «αυθεντική ποιητική αγωνία»[24] της συντακτικής ομάδας των Σημειώσεων, που ανταποκρινόμενη στην «αποστολή κάθε αληθινού ποιητή [… επέλεξε] να είναι μονίμως στην αντιπολίτευση, να πολεμά με όλες [της] τις δυνάμεις κάθε είδους εξουσία, να μην εξαγοράζεται»[25] και να απέχει από την τύρβη της αγοράς και του λογοτεχνικού μάρκετινγκ.[26]

Εξετάζοντας αναλυτικότερα το προσωποπαγές και εκλεκτικιστικό κριτικό σύμπαν του Λάζαρη, θα το χαρακτηρίζαμε νεοκριτικό στον γενικό του προσανατολισμό, καταρχάς για τη θεώρηση της ποίησης ως «υπέρτατης συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας»[27], αντίληψης υιοθετημένης από τον I.A.Richards (1893-1979), την οποία ο Λάζαρης υπενθυμίζει και εφαρμόζει στην ανάγνωσή του των ολιγόστιχων και συμπυκνωμένων ποιημάτων του Χρίστου Λάσκαρη. Ο νεοκριτικός πυρήνας, όμως, της σκέψης του μαρτυρείται και από άλλα σημεία, όπως για παράδειγμα, από τη συνάφεια που αποδίδει στη σχέση τέχνης και ζωής και από την αντιμετώπιση του κειμένου ως διαφανούς μέσου ή οχήματος για τη μετάδοση της εμπειρίας από τον/την συγγραφέα στον αναγνώστη. Για τον Λάζαρη, οι λέξεις χρησιμοποιούνται για να ‘δείξουν στα πράγματα’, και το νόημά τους σε τελευταία ανάλυση εξαρτάται από τα αντικείμενα στα οποία παραπέμπουν, από τα αντικείμενα αναφοράς. Η γλώσσα μπορεί να είναι διαφορετική από την πραγματικότητα αλλά την αντανακλά. Όσο περισσότερο ελεγχόμενες από τον ποιητή είναι οι αντιφάσεις της καθημερινής εμπειρίας του και καλοχωνεμένες στη δόμηση αλλά και στα επιμέρους σημεία του έργου του, τόσο υψηλότερη είναι η ποίηση και μεγαλύτερη η επίδρασή της στον αναγνώστη.[28]

Η ανάγνωση των λογοτεχνικών έργων από τον Λάζαρη, φαίνεται κάποιες φορές να συνάδει προς το «close reading» (=την «εκ του σύνεγγυς ανάγνωση») των Νεοκριτικών, ένα οργανικό μοντέλο ανάγνωσης, που εστιάζει την προσοχή του σε κάθε λεπτομέρεια του λογοτεχνικού έργου[29], έχοντας την αρχή ότι το κείμενο, σαν ένας ζωντανός οργανισμός, λειτουργεί μέσω της αλληλεπίδρασης του όλου με τα συστατικά του μέρη. Η αίσθηση αυτή ενισχύεται από τις λεπτομερείς και εμπεριστατωμένες αναλύσεις μεμονωμένων ποιημάτων από τον Λάζαρη, από την ενδελεχή θεώρηση των συστατικών τους στοιχείων, όπως η ποιότητα των εκφραστικών μέσων, η πλαστικότητα της γλώσσας, η διαύγεια ή η σκοτεινότητα του νοήματος, η λεκτική ακρίβεια, ο ρυθμός, η ευφωνία, η συντομία, τα σχήματα λόγου, η στίξη• συνεπώς, η αξία της κριτικής του εναπόκειται στην ικανότητά του να προβαίνει σε κρίσεις για τα σύνθετα μορφολογικά στοιχεία που συνιστούν το ποίημα.

Εντούτοις ο Λάζαρης εκτρέπεται από το νεοκριτικό μοντέλο, καθώς δεν παραλείπει στην κριτική του να συμπεριλάβει τα πολιτισμικά, ιστορικά ή βιογραφικά συμφραζόμενα των έργων και τις προκύπτουσες από αυτά λογοτεχνικές επιχωματώσεις. Για τον λόγο αυτό θα μπορούσαμε να πούμε ότι ασκεί περισσότερο τον τύπο της ανάγνωσης που ο Peter Middleton αποκαλεί «distant reading» (= «μακρόθεν ανάγνωση»), έναν ιστορικοκοινωνικά και βιογραφικά, δηλαδή, ενημερωμένο κριτικό σχολιασμό, που του επιτρέπει να βλέπει τόσο το δέντρο όσο και το δάσος. Παραδειγματικά από αυτή την άποψη θα μπορούσαν να θεωρηθούν τα δοκίμια του Λάζαρη για την ποίηση του Εγγονόπουλου και του Σαχτούρη.

Εξίσου σημαντικό με τα παραπάνω αποτελεί το γεγονός  ότι η εμπειρική και πραγματολογική προσέγγιση των λογοτεχνικών κειμένων, γίνεται από τον Λάζαρη με πλοηγούς ποιητές που διακρίθηκαν και ως κριτικοί: τον Βαλερύ και τον Μαλλαρμέ, τον Έλιοτ και τον Πάουντ, τον Άγρα και τον Σεφέρη, τον Νίκο Φωκά και τον Ζήσιμο Λορεντζάτο. Εν αντιθέσει με την ακαδημαϊκή κριτική που χρησιμοποιεί τα ποιήματα για την επιβεβαίωση μιας θεωρητικής θέσης ή ενός σχήματος, ο Λάζαρης αντλεί από τους ποιητές-κριτικούς το απόσταγμα της ποιητικής ευαισθησίας και της κριτικής τους οξυδέρκειας και το χρησιμοποιεί με φειδώ και σεμνότητα, χωρίς την έπαρση της γνώσης. Η θεωρία του διαμορφωμένη και από την προσωπική του διφυή δραστηριότητα (του ποιητή και του κριτικού), εμφανίζεται μόνο όταν υπάρχει ανάγκη• σθεναρή, διδακτική, κατά τον τρόπο των παλιών μαστόρων που είτε θέλουν να εμπιστευτούν τα μυστικά της τέχνης τους στους νέους είτε να τα υπενθυμίσουν στους παλιούς, όταν ο χρόνος και η κόπωση ή ακόμη και η χειραγώγηση από τα media έχουν φέρει την άμπωτη στη δουλειά τους.

Γενναιόδωρος με τους πρωτοεμφανιζόμενους[30], δεν παύει να τους νουθετεί, να επισημαίνει τις ατέλειες στην τεχνική τους, τις εναλλακτικές τους λύσεις, τα προτερήματά τους αλλά και τις βελτιώσεις που θα πρέπει να επιφέρουν στην ποίησή τους – ακόμα κι όταν αυτές αφορούν στην ποίηση του 83χρονου, πλην πρωτοεμφανιζόμενου ποιητικά, Κάρολου Τσίζεκ.[31] Ανεπηρέαστος από τη λογοτεχνική μόδα ο Λάζαρης αναδεικνύει το άγνωστο αλλά αξιανάγνωστο έργο[32] και φέρνει στο επίκεντρο της προσοχής το αγνοημένο ή περιθωριακό.[33]

Αυστηρός απέναντι στους προβεβλημένους, ακόμη κι όταν πρόκειται για τον Οδυσσέα Ελύτη[34],  ο Λάζαρης συνήθως προβαίνει σε μια αναλυτική εγκωμιαστική έκθεση των πεπραγμένων τους για να την αντιβάλει στη συνέχεια με το προς κρίσιν έργο. Η αξιολόγησή του αυτή τη φορά δεν γίνεται υπό το φως της καταξιωμένης τους εικόνας αλλά της τωρινής αξίας της ποίησής τους, γεγονός που θέτει σε δοκιμασία τόσο τις αυτάρεσκες παραδοχές των δημιουργών όσο και τις συμβατικές ή επιφανειακές αναγνώσεις των εφησυχασμένων κριτικών. Την αμερόληπτη αυστηρότητά του δεν αποφεύγουν ούτε οι θερμοί φίλοι όπως ο Νίκος Φωκάς[35]  και οι μέντορες και συνοδοιπόροι των Σημειώσεων.[36]

Παράλληλα, ο Λάζαρης έχει το χάρισμα να μετατρέπει τη μάχιμη κριτική σε απολαυστικό ανάγνωσμα, καθώς διαθέτει χιούμορ – κάποτε μάλιστα βιτριολικό-, νεύρο, γλαφυρότητα στις περιγραφές, αφηγηματικό ρυθμό και μια ελεγχόμενη συγκίνηση που τον προφυλάσσει από συναισθηματολογικές εκτροπές. Εν αντιθέσει με τις στρυφνές, αυστηρά φιλολογικές αναλύσεις, ο Λάζαρης δεν διστάζει να μετατρέψει μια κριτική σε ημερολογιακή καταγραφή[37] ή μια συγκριτολογική μελέτη σε αστυνομική ιστορία[38] επιτρέποντας στον αναγνώστη να παρακολουθήσει τα ίχνη της και να καταλήξει σε ένα συμπέρασμα, για να τον εκπλήξει στη συνέχεια αποκωδικοποιώντας τα ίχνη με διαφορετικό τρόπο και παρέχοντας μια διαφορετική από την προσδοκώμενη ανάγνωση.

Σε μια εποχή κριτικής αφωνίας, εποχή στην οποία κυριαρχεί η απροθυμία ποιητών και κριτικών να ξεχωρίσουν την ήρα απ’ το στάρι (ακόμα και εντός του έργου του ίδιου δημιουργού), ο Λάζαρης συνεχίζει να επωμίζεται την ευθύνη αλλά και το κόστος της κριτικής αξιολόγησης. Εξακολουθεί με τρόπο τολμηρό, ακραία μαχητικό και αντισυμβατικό, να υπερασπίζεται την προσωπική του αντίληψη για τη λογοτεχνία και την κριτική – αντίληψη με την οποία μπορεί κανείς να συμφωνεί ή να διαφωνεί. Σημασία έχει ότι η διαφωνία με τον Λάζαρη αποβαίνει εξίσου παραγωγική με τη συμφωνία, πράγμα που αποτελεί, τουλάχιστον για μένα, το μέτρο της επιτυχίας του κριτικού του έργου.

 

 info: Νίκου Λάζαρη, Πνεύμα αντιλογίας, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2018 [1]

[1] Ομιλία στην  παρουσίαση του βιβλίου στο Εναλλακτικό Βιβλιοπωλείο των εκδόσεων Κουκκίδα στις  8/4/2019.

[2] Βλ. το οπισθόφυλλο στο Νίκος Λάζαρης, Πνεύμα αντιλογίας, Εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα 2019 (στο εξής Π.Α.)

[3] Βλ. και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται ο ίδιος ο Λάζαρης το κριτικό του έργο: «[…] επιχειρώ να αναλύσω το υπό κρίση έργο, να επισημάνω τις αρετές και τα μειονεκτήματά του, να φωτίσω τις σκιές του», βλ. Π.Α., σ. 282.

[4] Βλ. Π.Α., «Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης. Ένας πολιούχος συγγραφέας», σ. 61-65• ό.π., «Το σφουγγάρι και το μάρμαρο. Ένα σημείωμα για τον Γιώργο Ιωάννου, δεκατέσσερα  χρόνια από τον θάνατό του», σ. 66-68• ό.π., «Μνήμη Γιώργου Ιωάννου», σ. 201-204• ό.π., «Για τον Μένη Κουμανταρέα», σ. 220-222• ό.π., «Μια αυθεντική ποιήτρια», σ. 225-227• ό.π., «Ο φίλος μου Κώστας Ριτσώνης», σ. 250-252• ό.π., «Ο χαλκέντερος γραμματικός Ανδρέας Μπελεζίνης», σ. 210-214.

[5] Βλ. Π.Α., «Ξαναδιαβάζοντας τον Βασίλη Λούλη», σ. 103-113.

[6] Βλ. Π.Α, «Η ποίηση σε γκέτο», σ. 205-206.

[7] Ό.π., σ. 206-207.

[8] Ό.π., σ. 209. Βλ. επίσης, «Μέτρα επιπολαιότητας, Π.Α., σ. 199-200.

[9] Βλ. στο εξώφυλλο του Π.Α.

[10] Βλ. Π.Α., «Να καταργηθεί ο θεσμός των κρατικών λογοτεχνικών βραβείων», σ. 215-219.

[11] Ό.π.

[12] Βλ. Π.Α., «Ο χαλκέντερος γραμματικός Ανδρέας Μπελεζίνης», σ. 212.

[13] Βλ. Π.Α., «Η πολιτική στην εντατική», σ. 223-224.

[14] Βλ. Π.Α., «Νίκος Δήμου: Ποιητικός εκπρόσωπος του Οδυσσέα Ελύτη», σ. 246-249.

[15] Βλ. Π.Α., «Πώς να εκδώσετε ένα πρωτοποριακό λογοτεχνικό περιοδικό», σ. 239-241. Στο άρθρο που επέκρινε συνολικά την έκδοση του πρωτοποριακού περιοδικού «Συντέλεια», απάντησε ο Παναγιώτης Μποσνάκης, ιδρυτικό μέλος του περιοδικού («Υπερασπίζοντας την ελληνική Avant-Garde», περ. Πλανόδιον, 16(Ιούνιος 1992)456-457), στο οποίο ο Λάζαρης ανταπάντησε με το κείμενο «Υπερασπίζοντας τη σοβαρότητα», βλ. Π.Α., σ. 242-245.

[16] Βλ. Π.Α., «Η ποίηση σε γκέτο», σ. 205-209 και «Συγγραφείς και εξώφυλλα», σ. 253-255.

[17] Βλ. συνέντευξη του Νίκου Λάζαρη στον Δημήτρη Κοσμόπουλο, με τίτλο «Η κριτική είναι τέχνη», Π.Α., σ. 284.

[18] Για τον λόγο αυτό ο Γιάννης Πατίλης χαρακτηρίζει τον Λάζαρη «εμπαθή» και «κατεδαφιστικό». Βλ. Γιάνννης Πατίλης, «Crush Test», Πλανόδιον, 40(Ιούνιος 2006)702-715, σ. 705. Στο κείμενο αυτό απάντησε ο Λάζαρης με το άρθρο του «Τεστ στο ‘Crash Test’», βλ. Π.Α., σ. 228-238.

[19] Ακόμη όμως κι οι μεταμοντέρνοι κριτικοί, όπως οι Charles Bernstein, Ron Silliman και Marjorie Perloff, στην Αμερική έχουν εγκαταλείψει από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 τα ευρωκεντρικά αποδομικά μοντέλα και την έλλειψη λογοτεχνικών διακρίσεων. Η Perloff μάλιστα έχει υποστηρίξει χαρακτηριστικά: «όπως μας λέει η κοινή λογική όλα τα έργα τέχνης δεν είναι εν τέλει ίσης αξίας […] και το ότι ο Frank Sinatra αποκαλείται […] μεγάλος καλλιτέχνης του αιώνα […] δεν είναι ισοδύναμο με την πρόταση o John Cage είναι από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες του αιώνα». Βλ. http://marjorieperloff.com/essays/silliman-howe/Τελευταία επίσκεψη 6/3/2016. Η έμφαση δική μου.

 

[20] Π.Α., σ. 289. (1893-1979)

[21] Γράφει ο Λάζαρης για τον Λούλη ότι «[…] την αξιοπιστία της μαρτυρίας δεν την εγγυάται ο ναυτεργάτης Βασίλης Λούλης. Την εγγυάται η εντιμότητα του συγγραφέα  Βασίλη Λούλη». Βλ. Π.Α., σ. 110.

[22] Βλ. Π.Α., σ. 113.

[23] Βλ. ό.π.

[24] Βλ. Π.Α., σ. 196.

[25] Βλ. Π.Α., σ. 198.

[26] Βλ. Π.Α., σ. 194.

[27] Βλ. την εφαρμογή της γνωστής ρήσης του I.A.Richards στην περίπτωση της ποίησης του Χρίστου Λάσκαρη,  Π.Α., σ. 119.

[28] Και είναι η έλλειψη ακριβώς αυτών των στοιχείων που προκαλούν –μεταξύ άλλων- την, υπέρμετρη στην οξύτητά της, αντιρρητική κριτική του Λάζαρη για τη συλλογή της Ζέφης Δαράκη, «Η σπηλιά με τα βεγγαλικά»: η αδυναμία της να βρει λέξεις που θα αντανακλούν πιστά την πραγματικότητα (δηλαδή τη θλίψη της για την απώλεια του συντρόφου της, Βύρωνα Λεοντάρη)• η «απουσία ενός συνεκτικού ιστού (ή αν θέλετε μιας δομής) που θα έδινε μιαν ενότητα και μια δυναμική στα ποιήματα»• και τέλος, «[…] οι πομπώδεις αφηρημένες έννοιες, οι […] εντελώς ασύνδετες μεταξύ τους, οι οποίες όχι μόνο δεν πείθουν  […αλλά] και δεν συγκινούν τον απαιτητικό αναγνώστη […]. Βλ. Π.Α., σ. 132, 128, 130 αντιστοίχως. Στον αντίποδα βρίσκεται η ποίηση της Ελευθερίου, της οποίας τα ποιήματα «είχαν ένταση, φρεσκάδα στη διατύπωση και φανέρωναν ένα γνήσιο ψυχισμό. […] Υπάρχουν δύο κατηγορίες ποιητών. Αυτοί που «γράφουν» ποιήματα – και είναι οι πολλοί. Και αυτοί που τα ζουν (και στη γραφή)- και είναι λίγοι. Νομίζω ότι δεν θα ήταν υπερβολικό ή άστοχο να εντάξουμε και την Αγγελική Ελευθερίου ανάμεσα σε αυτούς τους λίγους». Βλ. Π.Α., σ. 173. Επίσης ο Χρίστος Λάσκαρης, «γιατί είναι ένας γνήσιος ποιητής που μπόρεσε να βρει έναν προσωπικό τρόπο να εκφράσει τις εμπειρίες και τα συναισθήματά του», βλ. Π.Α., σ. 115.

[29] Τη σπουδαιότητα των λεπτομερειών τονίζει πολλές φορές ο Λάζαρης στις κριτικές του, όπως στην περίπτωση του Όμηρου Χρόνου του Γιάννη Πιπίνη, στον οποίο καταλογίζει ένα έλλειμμα προσοχής στις λεπτομέρειες, εν αντιθέσει με τη γνωστή ρήση του Φλωμπέρ, «ο καλός Θεός βρίσκεται στη λεπτομέρεια». Βλ. Π.Α., σ. 151, και σ. 159, όπου ο Λάζαρης παρατηρεί: «οι λεπτομέρειες αποτελούν τη βαθύτερη ουσία της ποιητικής τέχνης». Φτάνει δε στο σημείο να επικρίνει τον Πιπίνη για την απουσία ενός θαυμαστικού στο ποίημά του «Δεν κοιτάζω». Βλ. Π.Α., σ. 160.

[30] Βλ. για παράδειγμα την επαινετική κριτική του για το βιβλίο του Τάσου Αναστασίου, Συνεσταλμένος δολοφόνος, στο Π.Α., σ. 174-179

[31] Βλ. την επαινετική κριτική του για τη συλλογή του Κάρολου Τσίζεκ, Στίχοι έρωτα και αγάπης, στο Π.Α., σ. 134-141.

[32] Βλ. την περίπτωση του Τάσου Αναστασίου και του έργου του, Συνεσταλμένος δολοφόνος, στο Π.Α., σ. 174-179.

[33] Βλ. την περίπτωση του Γιάννη Πιπίνη και της συλλογής του Όμηρος Χρόνος, Π.Α., σ. 150-160.

[34] Βλ. «Νίκος Δήμου: ποιητικός εκπρόσωπος του Οδυσσέα Ελύτη», Π.Α., σ. 246-249.

[35] Βλ. «Η ποιητική θεωρία του Νίκου Φωκά», Π.Α., σ. 87-113.

[36] Βλ. «Σημειώσεις, Το περιοδικό μιας φιλίας», Π.Α., σ. 193-198.

[37] Βλ. «Ξαναδιαβάζοντας τον Βασίλη Λούλη», Π.Α., σ. 103-113.

[38] Βλ. «Για ένα κιβώτιο αδειανό … (Αλεξάνδρου – Μπάμπελ – Σεφέρης: κάποιοι συσχετισμοί), Π.Α., σ. 69-72.

 

Βρες το εδώ

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here