Ο γιος της καλόγριας (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

0
388

                                

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου

 

Θέλω να συζητήσω με κάποια καθυστέρηση το αφήγημα του Παντελή Μπουκάλα Το μάγουλο της Παναγίας. Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη (Άγρα, 2021) το οποίο ομολογώ ότι μάλλον σκοπίμως άφησα ασχολίαστο κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους, ίσως για να μη συμφυρθεί η λογοτεχνική του σημασία με τις επετειακές εκδηλώσεις και εκδόσεις για τα 200 χρόνια από το 1821 – αν και μεταξύ των εκδόσεων οφείλω να αναφέρω το ευρηματικά λοξό, υποδειγματικά αποσπασματικό και κάθε άλλο παρά εθνοκεντρικό ιστορικό μυθιστόρημα του Κώστα Ακρίβου Πότε διάβολος πότε άγγελος (Μεταίχμιο, 2021) ως μιαν ακόμα αξιοσύστατη προσπάθεια για την αναβίωση του Καραϊσκάκη σε λογοτεχνικά συμφραζόμενα. Αντί για τον μυθιστορηματικό καμβά, ο Μπουκάλας προτιμά στο δικό του βιβλίο το θεατρικό σανίδι και τον σκηνικό λόγο, μια ιδέα που πρωτοκουβέντιασε με τον Θοδωρή Γκόνη και η οποία, από, τι μαθαίνω, ετοιμάζεται τώρα να περάσει στη θεατρική πράξη. Στην πεζογραφική προς το παρόν σύνθεση του Μπουκάλα λαμβάνουν μέρος, εκτός από τον Καραϊσκάκη, ο Δημήτριος Αινιάν, προσωπικός γραμματέας, συμπολεμιστής και βιογράφος του, η αφανής σύντροφός του Μαριώ, που εμφανίζεται ως αμούστακος φουστανελοφόρος (όπως τη θέλει ο θρύλος να συμμετέχει στον Αγώνα) κι ένας γέρος λυράρης, που ενισχύει τον εξομολογητικό-αυτοβιογραφικό μονόλογο του Καραϊσκάκη με τον προφορικό πλούτο και τον μουσικό τόνο των δημοτικών τραγουδιών (ερευνητικό αντικείμενο μακράς πνοής για τον Μπουκάλα).

Ο Καραϊσκάκης ήταν το μοναδικό πρόσωπο για το οποίο έγραψε ξεχωριστή βιογραφία ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και από τους πρώτους ήρωες της Επανάστασης του 1821 που βιογραφήθηκαν την επαύριον της ολοκλήρωσής της. Τον εξύμνησαν ο Κωστής Παλαμάς και ο Γεώργιος Δροσίνης, αλλά και αριστεροί ιστοριοδίφες της μεταπολεμικής εποχής, όπως ο Δημήτρης Φωτιάδης. Τον τραγούδησε στα χρόνια της Μεταπολίτευσης ο Διονύσης Σαββόπουλος ενώ η δημόσια μορφή του παραπέμπει  μέχρι και σήμερα σε κάτι που μοιάζει είτε με τρελό αγρίμι είτε με αγριεμένο φουστανελά. Η πραγματικότητα είναι πως ο Καραϊσκάκης  ξεκίνησε με τις μεγαλύτερες αντινομίες και αντιφάσεις και κατέληξε με την καθολική του αφοσίωση στα επαναστατικά και τα εθνικά ιδανικά. Ο Μπουκάλας έχει ψάξει εξαντλητικά τις ιστορικές και τις βιογραφικές του πηγές (μνημονεύει όχι μόνο τον Παλαμά και τον Παπαρρηγόπουλο, αλλά και τον Νικόλαο Κασομούλη, τον Χριστόφορο Περραιβό και, από τις ημέρες μας, τον  Διονύση Τζάκη). Και τι ακριβώς επιζητεί με όλα αυτά ο Μπουκάλας; Μα, να φωτίσει εκ των ένδον τη ζωή και την προσωπικότητά του με σκοπό να φέρει στην επιφάνεια ένα μεγάλο μέρος των πραγματικών γεγονότων, χωρίς, όμως, εκ παραλλήλου να υποτιμήσει ή να αμαυρώσει την αχλή του μύθου του, που πάντως παραμένει μακριά από εθνικούς ύμνους και από οποιαδήποτε αγιογραφία. Τα σκηνικά πρόσωπα του αφηγήματος δεν αναλαμβάνουν παρά μόνο επιβοηθητικό και υποστηρικτικό ρόλο. Το έργο αντλεί όλη τη δύναμή του από τον μονόλογο του Καραϊσκάκη, όπου ο Μπουκάλας αποδεικνύει ευθύς εξαρχής τη δραματουργική του δεξιοτεχνία. Γιατί πώς να μεταστοιχειωθεί αφηγηματικά ένα ιστορικό υλικό που αρνείται εκ συστάσεως να υπακούσει σε εθνικές πειθαρχίες και σε διδακτικές δεοντολογίες και πώς να πάρει αργότερα σάρκα και οστά επί σκηνής, αποκτώντας πρωτοπρόσωπη εκφορά; Ο Μπουκάλας θα βάλει τον  ήρωά του να αποκαθηλώσει εαυτόν, αλλά και να μυθοποιήσει εκ νέου τις ρωγμές και τις συνέχειες του βίου και της πολιτείας του μέσα από έναν μονόλογο ο οποίος φτάνει αμέσως στα αυτιά μας με τη λόγια και συνάμα δημώδη (όχι, όμως, ευτυχώς και ιδιωματική) γλώσσα του και αγγίζει την καρδιά μας με ένα ύφος που μοιράζεται ανάμεσα σε ξέφρενη γενναιοφροσύνη και εσώτερο (μόλις να διακρίνεται) σπαραγμό.

Ο Καραϊσκάκης διασώζει θαυμαστά μέσα στον μονόλογό του όλες τις εσωτερικές του διαιρέσεις- πρωτίστως το πάθος του να κερδίσει το αρματολίκι των Αγράφων και την ανάγκη να συγκρουστεί με πολλαπλούς αντιπάλους: με άλλους οπλαρχηγούς, με την εξουσία των Οθωμανών, αλλά και με εκπροσώπους των ελληνικών αρχών, όπως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Εφαρμόζοντας κλέφτικες τακτικές, σφυροκοπώντας ακούραστα φίλους και εχθρούς, διεκδικώντας πόστα και εξουσίες που αργούν να έρθουν, όπως και αξιοποιώντας τη στρατιωτική του εμπειρία από την περίοδο κατά την οποία ήταν στην υπηρεσία του Αλή Πασά των Ιωαννίνων, ο Καραϊσκάκης κινείται μέχρι το 1825 μεταξύ σφύρας και άκμονος. Εδώ χτίζει ο Μπουκάλας το ύφος της  ξέφρενης γενναιοφροσύνης μέσω του αυτοελέγχου των πεπραγμένων του. Και ο βαθύτερος εαυτός του Καραϊσκάκη; Αυτόν θα τον βρούμε στην άλλη πτυχή, στο άλλο στρώμα του μονολόγου του, στον εσώτερο σπαραγμό με τον οποίο εκφράζεται ο γιος της καλογριάς, που δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν ο πατέρας του κι έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια: ο αεικίνητος καβγατζής, ο τρομακτικός βωμολόχος και ο παγερά εγωπαθής πολεμιστής.

Για να επιστρέψουμε στη σχέση με τον Αγώνα, όπου νομίζω πως ο Μπουκάλας παρακολουθεί τη γραμμή του Τζάκη στο βιβλίο του Η μεταστροφή του Καραϊσκάκη. Από τον αρματολό στον επαναστάτη (Εκδόσεις Ανοικτού Ελληνικού Πανεπιστημίου, 2021), οι αυξημένες στρατιωτικές ανάγκες της Επανάστασης και οι πιέσεις του ελληνικού πολιτικού κόσμου, και κυρίως του Ιωάννη Κωλέττη, να εγκαταλείψει ο Καραϊσκάκης τα «καπάκια» (τις κατά τόπους προσωρινές συμφωνίες με τους Τούρκους) θα τον μεταμορφώσουν εντυπωσιακά κατά την τελευταία διετία της ζωής του: από κλεφταρματολός θα μετατραπεί βαθμιαία σε άτεγκτο επαναστάτη και σε πιστό υπηρέτη του αρτιγέννητου ελληνικού κράτους. Και πάλι, σχεδόν αμέσως, χωρίς να ξεχωρίσουν οι ραφές της διαφοροποίησης στο αφήγημα του Μπουκάλα, η ξέφρενη γενναιοφροσύνη θα υποχωρήσει υπέρ του εσώτερου σπαραγμού. Είναι η ώρα της αρρώστιας που κατατρώει τα σωθικά, της αγάπης για τη Μαριώ που δεν λέει να κατασιγάσει και να κρυφτεί και του θανάτου που θα έρθει μέσα στην τεράστια μοναξιά.

Ανυπομονώ να δω τον Καραϊσκάκη του Μπουκάλα επί σκηνής. Κάτι τέτοιο, όμως, όπως και αν είναι, όπως κι αν γίνει, δεν θα αλλάξει το λογοτεχνικό αποτέλεσμα: μια δραματική εξομολόγηση και υπόκριση, που μεταμορφώνει τα ιστορικά της ζητούμενα σε ζωντανό, άμεσα χειροπιαστό και ακαριαία συγκινησιακό λόγο.

Παντελής Μπουκάλας, Το μάγουλο της Παναγίας. Αυτοβιογραφική εικασία του Γεωργίου Καραϊσκάκη, Άγρα

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΜυστήρια και φάουλ στα μυαλά των συγγραφέων  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθρο10 χρόνια “Α” : Περί γραμμάτων γραφής τε και αναγνώσεως (του Παντελή Μπουκάλα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ