O Γιάννης Μαρής και ο αστυνόμος Μπέκας

0
2604

Του Φίλιππου Φιλίππου.

Η σταδιοδρομία του Γιάννη Μαρή (άρχισε να δημοσιογραφεί στη σοσιαλιστική εφημερίδα Μάχη που κυκλοφορούσε παράνομα στην Αθήνα την περίοδο της Κατοχής), ως αστυνομικού συγγραφέα άρχισε το καλοκαίρι του 1953, όταν με το πραγματικό του όνομα Γιάννης Τσιριμώκος δημοσίευσε σε συνέχειες το Έγκλημα στο Κολωνάκι. Ήρωάς του ήταν ο αστυνόμος Γιώργης Μπέκας, ο οποίος βασίστηκε στον επιθεωρητή Ζιλ Μαιγκρέ του Ζορζ Σιμενόν.

Ο Μπέκας, διοικητής του Γ΄ παραρτήματος Ασφαλείας Αθηνών που τότε έδρευε στην οδό Βαλαωρίτου και αργότερα στέλεχος της Γενικής Ασφάλειας, δεν λύνει απλώς γρίφους σχετικούς με ένα έγκλημα αλλά επιχειρεί να διεισδύσει στην ψυχοσύνθεση των ηρώων. Πρόκειται για έναν προικισμένο αστυνομικό, εντελώς διαφορετικό από τους συναδέλφους του. Στο Έγκλημα στο Κολωνάκι ο Μπέκας προσπαθεί να εξιχνιάσει τη δολοφονία του ζωγράφου Νάσου Καρνέζη που βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμά του στην οδό Σκουφά. Οι ύποπτοι είναι πέντε: ο χρηματιστής Φλωράς, σύζυγος της ερωμένης του θύματος, ένας ζιγκολό, η κόρη του ανθρώπου που ο ζωγράφος είχε προδώσει στην Κατοχή, ο συνεταίρος του που τον είχε κλέψει και κάποιος μυστηριώδης άγνωστος.

Ας δούμε πώς περιγράφει τον Μπέκα ο Μαρής στο πρώτο του μυθιστόρημα:

«Ήταν άνθρωπος ντόμπρος, τίμιος, αυθόρμητος, και λιγάκι πρωτόγονος», είχε «χοντροκόκκινο πρόσωπο». Μικροαστός, απολιτικός και υποδειγματικός οικογενειάρχης, ο Μπέκας αγαπούσε τη σύζυγό του, την Ευανθία, μια γυναίκα μεγαλόσωμη, με ίχνη παλιάς ομορφιάς που ήταν θαυμάσια μαγείρισσα. Είχε και μια χαριτωμένη κόρη –αγνώστου ονόματος– που την απέκτησε κάπως αργά, η οποία τον γέμιζε καμάρι και ανησυχία. Όπως οι περισσότεροι Αθηναίοι της εποχής, ο αστυνόμος (δεν ήξερε τίποτα για βιβλία, δεν ασχολιόταν με τη λογοτεχνία), λάτρευε τον κινηματογράφο και σύχναζε στις αίθουσες της γειτονιάς του, ενώ δεν παρέλειπε να διαβάζει την εφημερίδα του, φορώντας τις παντόφλες του.

Στο Έγκλημα στο Κολωνάκι υπάρχει και ο δημοσιογράφος Γιάννης Μακρής, το alter ego του Μαρή (η μητέρα του συγγραφέα, η Μελπομένη Τσιριμώκου από τη Λάρισα, ήταν το γένος Μακρή). Εργαζόταν στην «μεγάλη» εφημερίδα Πρωινή, στην οδό Πανεπιστημίου (ο Μαρής εργαζόταν στα γραφεία της Ακροπόλεως και της Απογευματινής, στη γωνία Πανεπιστημίου και Βουκουρεστίου), ενώ κάποτε ήταν στο Παρίσι, ως ανταποκριτής άλλης εφημερίδας. Μεγαλόσωμος, ξανθός, με άσπρες τρίχες, είχε ένα αιώνιο εύθυμο, γκρινιάρικο ύφος. Έμενε μόνος κάπου κοντά στο Μουσείο (Ο Μαρής έμενε στην πλατεία Κολιάτσου), ήταν διανοούμενος, είχε βιβλιοθήκη με πολλά βιβλία, έπινε ουίσκι, όπως ο Μαρής, ο οποίος σύχναζε στο υπόγειο μπαρ «17» της οδού Βουκουρεστίου.

Ο Μακρής έχει ρόλο και σε άλλα μυθιστορήματα του Μαρή. Μαζί με τον Μπέκα αποτελούν ένα ερευνητικό δίδυμο (αυτό συμβαίνει και στα Χέρια της Αφροδίτης), εκτός από το Αυτόπτης Μάρτυρας, όπου δρα μόνος του. Σ’ ένα από τα τελευταία, το Καλοκαίρι του φόβου (1971), είκοσι σχεδόν χρόνια από την εμφάνισή τους στο Έγκλημα στο Κολωνάκι, οι δύο φίλοι, ο Μπέκας και ο Μακρής, είναι συνταξιούχοι και συζητούν για τα παλιά.

Ο Μαρής πίστευε πως στην Ελλάδα της εποχής του κανένας άλλος δεν μπορούσε να εξιχνιάζει εγκλήματα εκτός από τους αστυνομικούς. Κι αυτό βέβαια είναι αλήθεια, κάτι που συμβαίνει και σήμερα, εποχή που υπάρχουν άπειρα γραφεία ιδιωτικών ερευνών. Στο Έγκλημα στο Κολωνάκι βάζει τον Μακρή να λέει: «Αλλά πώς ελπίζετε ότι εσείς μόνος μπορείτε να πετύχετε εκεί που απέτυχε ολόκληρη αστυνομία; Η ζωή δεν είναι αστυνομικό μυθιστόρημα. Η αστυνομία έχει μέσα, οργάνωση, ανθρώπου; Εσείς τι έχετε; Τίποτα».

Εκτός από τον Μπέκα, ο Μαρής δημιούργησε κι άλλους αστυνομικούς που αναλάμβαναν την εξιχνίαση εγκλημάτων, ιδίως αξιωματικούς της Χωροφυλακής που αστυνόμευαν τις επαρχιακές πόλεις και τα νησιά, όπου δεν υπήρχε η Αστυνομία Πόλεων.

Αναφερόμενος στον ήρωά του, ο Μαρής γράφει στο Μια γυναίκα από το παρελθόν: «Ο αστυνόμος Μπέκας δεν ανήκε στους τύπους της νυχτερινής αθηναϊκής ζωής. Οικογενειάρχης υποδειγματικός, ζούσε μια τυπική μικροαστική ζωή, που θα απογοήτευε όποιον θα ’θελε να τον φαντασθεί σαν ρομαντικό ήρωα αστυνομικών περιπετειών». Ο Μαρής, άθελά του, χωρίς προφανή πρόθεση και ιδιοτέλεια, δημιούργησε έναν απολιτικό λαϊκό ήρωα για να τέρψει το κοινό του.

Ωστόσο, η ηρωοποίηση ενός ανθρώπου της Γενικής Ασφάλειας της Αθήνας, μιας υπηρεσίας με βεβαρημένο παρελθόν και παρόν, ήταν τρόπον τινά πρόκληση για τους αριστερούς αναγνώστες, οι οποίοι γνώριζαν πολύ καλά τις μεθόδους της. «Η Γενική Ασφάλεια είναι πλαισιωμένη από τα πιο ελεεινά υποκείμενα του υποκόσμου», σημειώνει ο Βαγγέλης Παπαδάκης, ο Καπετάν Τάσος Λευτεριάς, πολιτικός επίτροπος του Αρχηγείου Ανταρτών Ρούμελης που δρούσε στη Στερεά Ελλάδα υπό την ηγεσία του Άρη Βελουχιώτη (σε αυτό είχε ενταχτεί κι ο Γιάννης Μαρής). «Όλο το αληταριό, όλοι εκείνοι που έχουν βάψει τα χέρια τους στο αίμα πατριωτών στην περίοδο της Κατοχής, όλοι εκείνοι που συνεργάστηκαν με τον καταχτητή, είναι σήμερα τα πιο έμπιστα πρόσωπα του μεταδεκεμβριανού κράτους», προσθέτει, ο ίδιος ( Βλέπε το βιβλίο του Αναμνήσεις- Από την Αντίσταση στον Εμφύλιο και την προσφυγιά, εκδόσεις Βιβλιόραμα, 2003). Σε κάθε περίπτωση, ο αστυνόμος Μπέκας ήταν ένας ήρωας με αντιηρωική συμπεριφορά. Κινούμενος στη νομιμότητα, έγινε ο διώκτης των εγκληματιών, που ζούσαν εντός του κοινωνικού πλαισίου και μάλιστα στην κορυφή του, δηλαδή στη μεσαία και υψηλή αθηναϊκή κοινωνία. Ενώ οπλοφορούσε, σπανίως χρησιμοποιούσε το πιστόλι του και σπανιότατα σκότωνε, όπως στο Έγκλημα στο Κολωνάκι και στο Τα χέρια της Αφροδίτης. Οπωσδήποτε, δεν βασάνιζε τους υπόπτους για να ομολογήσουν, κάτι που έκαναν κατά κόρον οι «συνάδελφοί» του στη Γενική Ασφάλεια.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here