Ο Γεράσιμος Βώκος και ο μυθιστορηματικός βίος του (του Θανάση Αγάθου)

0
553

 

 

του Θανάση Αγάθου (*)

 

Το βιβλίο του Ευάγγελου Ι. Τζάνου Γεράσιμος Βώκος. Η ζωή και το έργο του. Η βιβλιογραφία του (1886-2020) αποτελεί μια πολύ ευχάριστη έκπληξη και μια ευπρόσδεκτη συμβολή στο πεδίο των νεοελληνικών σπουδών. Ο συγγραφέας –που έχει δώσει στο παρελθόν τις συλλογές διηγημάτων Ενέδρα (2008), Λαβή (2011), Σύνεργα (2012), Το πέρασμα της θρυαλλίδας (2020) τη νουβέλα Αφανισμός (2017) και το τρίπρακτο δράμα Ένας νεανικός χρόνος (2019) – δοκιμάζεται τώρα στον χώρο της φιλολογικής μελέτης, προσφέροντας μια μονογραφία αφιερωμένη στον πολύπλευρο, πολυπράγμονα και πολυταξιδεμένο Γεράσιμο Βώκο (Πάτρα 1868-Παρίσι 1927), λογοτέχνη, ζωγράφο, εκδότη και διευθυντή περιοδικών, μεταφραστή, δημοσιογράφο και οικοδιδάσκαλο[1], που έζησε μια πραγματικά μυθιστορηματική ζωή, μοιρασμένη, κυρίως, μεταξύ Πειραιώς, Αθηνών και Παρισίων, με ενδιάμεσους σταθμούς τον Βόλο, το Πήλιο, τη Χίο, τη Μυτιλήνη, τα Χανιά, το Βερολίνο, την Τεργέστη, το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη.

Το πρώτο μέρος του βιβλίου επιγράφεται «Η ζωή και το έργο του» και αποτυπώνει με ζωηρά χρώματα τα ορόσημα του βίου και του έργου του Βώκου. Ο Βώκος, γόνος ιστορικής ναυτικής οικογένειας, φέρει από πολύ μικρός το βάρος του ονόματός του, περνά τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην Πάτρα, όπου υπηρετεί ο πατέρας του ως υπολιμενάρχης, και μετά τον θάνατο της μητέρας του ακολουθεί την οικογένειά του στον Πειραιά, όπου συνδέεται με στενή φιλία με τον Παύλο Νιρβάνα. Ο Τζάνος αναφέρεται στην πρώτη ποιητική συλλογή του Βώκου, Τα πρώτα ποιήματα (1886), με τον ενθουσιώδη πρόλογο της Αθηνάς Ν. Σερεμέτη, μουσουργού και ιδιοκτήτριας του «Ανώτερου Ελληνογαλλικού Παρθεναγωγείου», στη σύντομη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό (1889-1992) και στέκεται ιδιαίτερα στη στροφή του στη δημοσιογραφία, δίνοντας πολύτιμα στοιχεία για τη συνεργασία του με την εφημερίδα Ακρόπολις του Βλάση Γαβριηλίδη, η οποία βασίζεται σε «αμοιβαία επαγγελματική κατανόηση και εκτίμηση» (σ. 37): στην εφημερίδα αυτή ο Βώκος γράφει τη δημοφιλή και πλειστάκις αναδημοσιευμένη «Αγρυπνία εις τον Άγιον Ελισσαίον», δημοσιεύει άρθρα για τον Αχιλλέα Παράσχο, τον Αντρέα Κουντουριώτη, τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, τους Βασιλείς και το Πολεμικό Ναυτικό, κριτικές βιβλίου και θεάτρου, επιδίδεται στο κοινοβουλευτικό, δικαστικό και οικονομικό ρεπορτάζ, δίνει κείμενα για τη θρησκεία, τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, ανταποκρίσεις  από διάφορες πόλεις για την προεκλογική κίνηση των εκλογών του 1895, και από την επαναστατημένη Κρήτη (1897) και το Βερολίνο (1898).

Επίσης, ο Τζάνος αφιερώνει αρκετές σελίδες στο μυθιστόρημα του Βώκου Ο Κύριος Πρόεδρος (1893), το οποίο κυκλοφορεί αρχικά σε εικοσιένα φυλλάδια τον Οκτώβριο του 1893 από τα καταστήματα Ακροπόλεως και τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, όταν ο Τρικούπης ανακοινώνει στη Βουλή το θρυλικό «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», εκδίδεται σε αυτοτελή τόμο: ο μελετητής επισημαίνει ότι πρόκειται για «τολμηρή απόπειρα πολιτικοποίησης της πεζογραφίας» (σ. 48), σημειώνει ότι «ο Βώκος, επειδή δεν γράφει ιστορικό μυθιστόρημα, χρησιμοποιεί στον Κύριο Πρόεδρο αναγνωρίσιμα από τους αναγνώστες ιστορικά γεγονότα, συχνά μεταγενέστερα από τον χρόνο δράσης του μυθιστορήματος, προκειμένου να αποδώσει από την αρχή κιόλας την ατμόσφαιρα της περιόδου» (σ. 50), προσδιορίζει το πολεοδομικό πλαίσιο των πολιτικών ηθών (γραφεία της Βουλής, των υπουργείων και των εφημερίδων, καφενεία, ζαχαροπλαστεία, μπακάλικα και δρόμοι της πόλης), δίνει τα γνωρίσματα των βασικών χαρακτήρων (του Θεόδωρου Πολυδωρόπουλου, βουλευτή της συμπολίτευσης, του αρχειοφύλακα Μάνθου Αχτύπη και των μελών της οικογένειάς του) σχολιάζει την αποτύπωση του αθηναϊκού κέντρου της εποχής και του κτηρίου της Βουλής στο μυθιστόρημα και τον υπερτονισμό της προσωπικότητας του Τρικούπη, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για «ένα αξιοπρόσεκτο και απολαυστικό μυθιστόρημα» (σ. 66).

Επίσης, ο Τζάνος προβαίνει σε επισκόπηση των ηθογραφικών διηγημάτων που ο Βώκος δημοσιεύει στην εφημερίδα Ακρόπολις, υπό τους γενικούς τίτλους «Ο Ναυτικός αγών» (με θέματα εμπνευσμένα από την Επανάσταση του 1821) και «Πολεμικά διηγήματα» (με υλικό αντλημένο από τον πόλεμο του 1897), και κάνει ενδιαφέροντα σχόλια αναφορικά με την αποτύπωση του θρησκευτικού συναισθήματος και τη σκιαγράφηση των γυναικείων χαρακτήρων στα πεζογραφήματα αυτά. Επιπρόσθετα, ο μελετητής αναφέρεται στην εκδοτική δραστηριότητα του Βώκου: στις δύο περιόδους του λογοτεχνικού περιοδικού Το περιοδικόν μας (1900-1902), που εκδίδει ο ίδιος, με συνεργάτες όπως ο Νιρβάνας, ο Λάμπρος Πορφύρας, ο Κωστής Παλαμάς, ο Γιάννης Καμπύσης, ο Δημήτριος Χατζόπουλος. Καλύπτονται, επίσης, η περίοδος κατά την οποία ο Βώκος αναλαμβάνει τη διεύθυνση του μουσικού περιοδικού Απόλλων (1904-1908), που εκδίδει ο ομώνυμος μουσικός σύλλογος με πρωτεργάτη το Ωδείο Λόττνερ· η έκδοση του ιστορικού μυθιστορήματος Η Κατοχή (1905), του οποίου η δράση τοποθετείται στην Αθήνα και τον Πειραιά την εποχή του Κριμαϊκού Πολέμου και δια του οποίου ο Βώκος επιδιώκει, «δίχως να αμφισβητήσει τη νομιμότητα του οίκου των Γκλύξμπουργκ, να εκφράσει το κοινό αίσθημα για απελευθέρωση της Μακεδονίας» (σ. 84)· καθώς και η διασκευή της Κατοχής σε θεατρικό έργο που ανεβαίνει το καλοκαίρι του 1905 στο «Θέατρο Αρνιώτη» (και την επομένη της πρεμιέρας απαγορεύεται από την αστυνομία, με εντολή του Παλατιού, που φοβάται ότι ο λαός, επηρεασμένος από την υπόθεση του έργου, μπορεί να θέσει ζήτημα επιστροφής του οίκου των Βίτελσμπαχ). Μνημονεύεται, επίσης, η έκδοση του φιλόδοξου περιοδικού Ο Καλλιτέχνης (1910-1912), που επικεντρώνεται στη ζωγραφική και τη γλυπτική αλλά περιλαμβάνει και διηγήματα του Βώκου, του Κωσταντίνου Χατζόπουλου, του Αντρέα Καρκαβίτσα, του Δημοσθένη Βουτυρά, του Γιάννη Βλαχογιάννη και –μετά θάνατον– του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, άρθρα για Έλληνες και ξένους λογοτέχνες και δημοσιεύματα σχετικά με το θέατρο, τη μουσική, την πολιτική, τη θρησκεία και τη φιλοσοφία. Σχολιάζονται, ακόμη, η πλοκή και η κριτική υποδοχή του θεατρικού έργου του Βώκου Υπεράνω του κόσμου τούτου, που παρουσιάζεται το καλοκαίρι του 1910 στο θέατρο «Βαριετέ» από τον θίασο Κυβέλης-Αθανασίου Μαρίκου και που αποτελεί την πρώτη απόπειρα του συγγραφέα να περάσει στο πεδίο του κοινωνικού δράματος, καθώς περιστρέφεται γύρω από ένα ιψενικό τρίγωνο.

Ο Τζάνος προχωρεί στη δεύτερη αφηγηματική περίοδο του Βώκου, καλύπτοντας τη συνεργασία του με την εφημερίδα Πρόοδος (1917), όπου δημοσιεύει «Φιλολογικές επιφυλλίδες», και την έκδοση των συλλογών διηγημάτων Ελληνικαί συμφωνίαι (1916), όπου εξιδανικεύεται η ποιότητα ζωής στην εξοχή, κοντά στη φύση, Διηγήματα (1923) και Εκτοπισμένος και άλλα διηγήματα (1923), στην οποία περιλαμβάνεται και το διήγημα «Εκτοπισμένος», που ο μελετητής θεωρεί το σημαντικότερο του Βώκου, καθώς «στο πρόσωπο του βασικού ήρωα, του Σπίκα, αποτυπώνεται η αγωνία του πνευματικού ανθρώπου για το μέλλον της ανθρωπότητας που αιματοκυλίεται στη φρίκη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου» (σ. 127).

Η μονογραφία του Τζάνου φωτίζει και την τρίτη φάση της δημιουργικής πορείας του Βώκου, κατά την οποία ο δημιουργός ασχολείται πρωτίστως με τη ζωγραφική, εκθέτοντας έργα του στην προθήκη του βιβλιοπωλείου «Ελευθερουδάκης», συμμετέχοντας σε έκθεση του «Ελληνογαλλικού Συνδέσμου» στο Ζάππειο, οργανώνοντας ατομική έκθεση στα γραφεία του «Συλλόγου Φιλοτέχνων» στον Βόλο και συμβάλλοντας καθοριστικά στην εικαστική ανάπτυξη της θεσσαλικής πόλης. Τελευταίος σταθμός του Βώκου το Παρίσι, όπου συνεχίζει να ζωγραφίζει, οργανώνει την τελευταία του έκθεση στην γκαλερί «Ταύρος» τον Μάιο του 1927 και εκδίδει μια σειρά από αισθητικά δοκίμια γραμμένα στη γαλλική γλώσσα.

Όλα αυτά τα στοιχεία για το έργο του Βώκου διαπλέκονται με λεπτομέρειες της προσωπικής του ζωής, όπως η σχέση του με τους δύο αγαπημένους του σκύλους, τον Ρεξ και τον Τζαίζαρ (για τη θανάτωση του οποίου με φόλα γράφουν ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου και ο Δημήτριος Χατζόπουλος), οι συχνές επισκέψεις του στο καφενείο του Μπανίκα, στην οδό Πινακωτών, ή στον θρυλικό «Μαύρο Γάτο», στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Ασκληπιού, και, ιδιαίτερα, ο κλονισμός της ψυχικής του υγείας, που τον οδηγεί τρεις φορές στο Δρομοκαΐτειο την περίοδο 1916-1920, η καθημερινότητά του στο Πήλιο και, ιδίως, στο Παρίσι, όπου μένει τρία χρόνια (1924-1927) και αφήνει την τελευταία του πνοή.

Παράλληλα με τον βίο και το έργο του Γεράσιμου Βώκου, φωτίζεται το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο της εποχής του: από τις σελίδες του βιβλίου περνούν οι Κρητικές επαναστάσεις της περιόδου 1866-1869, η Διάσκεψη της Κωνσταντινούπολης και η συνακόλουθη προσάρτηση του μεγαλύτερου μέρους της Θεσσαλίας στο ελληνικό βασίλειο (1881), η αναζωπύρωση της Μεγάλης Ιδέας, η αντιπαράθεση ανάμεσα στον Χαρίλαο Τρικούπη και τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, ο Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, ο θάνατος του Παύλου Μελά (1904) και ο Μακεδονικός Αγώνας.

Στο δεύτερο μέρος της μονογραφίας του ο Τζάνος δίνει μιαν εξαντλητική βιβλιογραφία του Βώκου, χωρίζοντάς την σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: αυτοτελείς εκδόσεις (με έργα πρωτότυπα στα ελληνικά και στα γαλλικά και μεταφράσεις), δημοσιεύσεις σε συλλογικούς τόμους και έντυπα (που επιμερίζεται σε κείμενα πρωτότυπα –μυθιστορήματα, διηγήματα, θεατρικά, άρθρα-επιφυλλίδες-χρονογραφήματα, κριτικές, διαλέξεις, σημειώματα και δημοσιογραφικά κείμενα στην εφημερίδα Ακρόπολις– και μεταφράσεις) και παραρτήματα (βιβλία και έντυπα που περιλαμβάνουν αναφορές στον Βώκο και το έργο του).

Ο Τζάνος, πεζογράφος ο ίδιος, γοητεύεται από τη μαχητικότητα του έργου του Βώκου, όπως εξομολογείται στον πρόλογο του βιβλίου του (σ. 11) και εργάζεται ολοφάνερα με κέφι και επιστημονική επάρκεια, εντοπίζοντας σπάνιο υλικό σε αρχεία εφημερίδων, στη Βιβλιοθήκη της Βουλής, στην Καΐρειο Βιβλιοθήκη Άνδρου, στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη, στη Βικελαία Βιβλιοθήκη Ηρακλείου Κρήτης, στο Ε.Λ.Ι.Α. και σε πλήθος άλλων φορέων. Το βιβλίο του, γλαφυρό, καλογραμμένο και απολύτως τεκμηριωμένο, διαβάζεται ευχάριστα, χωρίς να χάνει την επιστημονική του βάση, και κατορθώνει να φέρει τον σύγχρονο αναγνώστη σε επαφή με τον πολυτάραχο βίο και το ενδιαφέρον αν και άνισο έργο ενός εν πολλοίς παραγνωρισμένου συγγραφέα, που αξίζει να διαβαστεί και να μελετηθεί εκ νέου. Ιδιαίτερα οι σελίδες που ο Τζάνος αφιερώνει στον Κύριο Πρόεδρο μπορούν να αποτελέσουν ερέθισμα για να ανακαλύψει κάποιος αυτό το ευφυές μυθιστόρημα, τοιχογραφία μιας ολόκληρης εποχής, που επανεκδίδεται το 2004 από τις εκδόσεις Σοκόλη, σε επιμέλεια του Παναγιώτη Μουλλά.

Η καλαίσθητη έκδοση (εκδόσεις Παρασκήνιο) συμπληρώνεται με λειτουργικά ευρετήρια ονομάτων προσώπων (ελληνόγλωσσων και λατινόγλωσσων) και τίτλων έργων του Βώκου, που έχουν συνταχθεί με γνώση και φροντίδα από τον Θανάση Γαλανάκη.

 

[1] Εύστοχα επισημαίνει ο Ευριπίδης Γαραντούδης ότι «η τόσο μεγάλη διασπορά των ενασχολήσεων του Βώκου δεν οφείλεται μόνο στην ακατάπαυστη δημιουργικότητά του, αλλά, κυρίως, στην ανικανοποίητη, ιδιόρρυθμη και πολυσχιδή ανθρώπινη φύση του». Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης (παρουσίαση-ανθολόγηση), «Γεράσιμος Βώκος», στο Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, τόμ. Θ΄ (1900-1914), Σοκόλης, Αθήνα 1997, σ. 76-90: 76.

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Ευάγγελος Ι. Τζάνος, Γεράσιμος Βώκος. Η ζωή και το έργο του. Η βιβλιογραφία του (1886-2020), Παρασκήνιο, Αθήνα, 2021, σ. 336.

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθροΗ δυνατότητα της γνώσης ανάμεσα στην τέχνη και την επιστήμη (της Βούλας Κοκολάκη)
Επόμενο άρθροΗ Άννα Όσπελτ και «Η μελέτη των ριζών» (συνέντευξη στην Αγγελική Δημοπούλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ