Ο επίμονος ψυχαναλυτής

0
207

Σωτηρία Καλασαρίδου.

Μικρά, εμβριθή ψυχογραφήματα χαρακτήρων και πορτραίτα πρωταγωνιστών που είναι σμιλεμένα με λογοτεχνική βιρτουοζιτέ και διαχρονικό πρόσημο ανθολογούνται στο βιβλίο Ο ονειροπόλος κύριος Τσβάιχ που κυκλοφορεί (Μάρτιος, 2015) από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Το βιβλίο δομείται από εννέα ιστορίες  ― διηγήματα και νουβέλες ―  του εβραϊκής καταγωγής βιεννέζου συγγραφέα Στέφαν Τσβάιχ που μεσουράνησε κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, σε μια νέα, εξαιρετική μεταφραστική προσέγγιση της Γιώτας Λαγουδάκου.

Διαβάζοντας τα κείμενα του Τσβάιχ, ένα πρώτο αναγνωστικό οδόσημο που ταυτόχρονα λειτουργεί ως νοηματικός αρμός των ανθολογημένων κειμένων αφορά τη στόφα των πρωταγωνιστών των ιστοριών του, οι οποίοι στο σύνολό τους μοιάζουν να είναι βγαλμένοι από κάποιο ψυχαναλυτικό φροϋδικό ιατρείο. Το έργο του Τσβάιχ δεν θέτει απλώς στο επίκεντρο τον άνθρωπο, αλλά ανατέμνει τα ανθρώπινα πάθη μέσα από ένα ψυχαναλυτικό μικροσκόπιο στον βαθμό που η διερεύνηση της ανθρώπινης ψυχής μέσα από τη σύνδεσή της με την παρελθούσα ζωή των ηρώων, με τη Μνήμη και τη λεπτομερή ανα-διήγηση όσων επώδυνα και βασανιστικά ανασύρονται στην επιφάνεια και μεταδίδονται σε κάποιον «άλλο», τρίτο ― κάποιες φορές άγνωστο και γι’ αυτό και περισσότερο δεκτικό στην εξομολόγηση ― ακροατή εγκαθιδρύει ένα ψυχαναλυτικό πλαίσιο, το οποίο επικαθορίζει και την εξέλιξη της πλοκής.

Αυτό συμβαίνει, γιατί ο πρωτεύων και νευραλγικός ρόλος των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών και οι μύχιες αιτίες της συναισθηματικής τους έξαρσης, το παρελθόν τους και ο αντίκτυπός του στο παρόν, αλλά και οι πράξεις τους, οι οποίες είναι απότοκες ψυχολογικού παροξυσμού και όχι διανοητικής φύσης και έλλογα επεξεργασμένες, αποτελούν τη βάση συγκρότησης και διαχείρισης του λογοτεχνικού υλικού του συγγραφέα. Κυριαρχημένοι από εμμονές, έρμαια των παθών τους, αιχμάλωτοι του παρελθόντος, ταπεινωμένοι μέχρι το μεδούλι τους, και εγκλωβισμένοι εμμονικά σε χαμένες ευκαιρίες, οι πρωταγωνιστές του Τσβάιχ είναι ευάλωτοι ψυχολογικά, και ο συγγραφέας θεσπίζει ως αναπόδραστη συνθήκη τον θάνατό τους σε πολλές από τις ιστορίες του. Ο ρόλος χρήσης της έννοιας του θανάτου ως μοτίβου στο έργο του Τσβάιχ οδηγεί σε ένα ερώτημα που συμβάλλει στη νοηματική συνοχή των κειμένων του βιβλίου, σε ένα μεγάλο μέρος τους τουλάχιστον: πόσο η μελέτη των ανθρώπινων παθών μπορεί να λειτουργήσει μετωνυμικά ως σπουδή του ίδιου του θανάτου; Ο τρόπος που ο Τσβάιχ διαχειρίζεται την έννοια του θανάτου συνυφαίνεται άρρηκτα με μια διαφορισμένη στροφή στον εαυτό, καθώς πολλοί από τους ήρωες και αντι-ήρωες πρωταγωνιστές του εν λόγω συγγραφέα κυοφορούν τον δικό τους θάνατο υπομονετικά, τον θρέφουν σε εμβρυϊκή ακόμη μορφή από το ίδιο τους το σώμα, με μοναδικό σκοπό την αυτοκαταστροφή και αυτοχειρία, η οποία, χωρίς να περνά στη σφαίρα της εξιδανίκευσης, έχει τον κεντρομόλο χαρακτήρα μιας λυσιτελούς «αποδέσμευσης» των ηρώων από την επώδυνη πραγματικότητα· λειτουργώντας όμως και φυγόκεντρα, η ίδια η αυτοχειρία ως συντελεσμένη πράξη μας οδηγεί στη συγκρότηση μιας τυπολογίας αυτοχείρων: στη Λεπορέλα, επί παραδείγματι, η αυτοκτονία συντελείται με μυστικοπάθεια και σχεδόν μυστικιστικά, Στο Χρονικό μιας κατάρρευσης έχει τη σκηνοθετική μορφή μιας πολυήμερης προθανάτιας πρόβας, ενώ στο Αμόκ χαρακτήρα αυτοθυσίας.

Δεν είναι λίγες επομένως ― θα έλεγα μάλιστα ότι είναι μάλλον οι περισσότερες ― οι ιστορίες που ο συγγραφέας επιλέγει να δώσει ένα τέλος δραματικό, εντούτοις η τραγικότητα των ηρώων δεν εκπίπτει, δεν φθίνει για να αγγίξει τα όρια του μελοδραματισμού και της μεμψιμοιρίας. Η τραγικότητα των πρωταγωνιστών του Τσβάιχ, η αναμέτρηση δηλαδή των ηρώων με τον φθαρμένο εαυτό τους, διεγείρει τον αναγνώστη, καθώς η σκηνοθεσία των συναισθημάτων στο έργο του, φιλτράρεται μέσα από το σασπένς, το οποίο και κατατείνει στη διέγερση περισσότερο του ψυχισμού των αναγνωστών και δεν ποντάρει τόσο στα παιχνίδια του μυαλού τους.

Όμως ο ψυχικός αναβρασμός ηρώων και αντι-ηρώων στα κείμενα του Τσβάιχ υποστηρίζεται από την επιλογή μιας γλώσσας, στην οποία κυριαρχούν οι καλοδουλεμένες λεπτομέρειες της περιγραφής που συντείνουν στον σχηματισμό εικόνων εξωτερικών τόπων και τοπίων με φυσική ομορφιά. Η εξωτερική ομορφιά της φύσης μάλιστα πολλές φορές δημιουργεί ένα κοντράστ με την ψυχική κατάσταση των πρωταγωνιστών, η οποία αποδίδεται διττά: είτε μέσα από την προσωπική εξομολόγηση του ήρωα που βρίσκεται σε ψυχικό παροξυσμό και στην οποία κυριαρχεί ο μακροπερίοδος λόγος, ο ασθματικός τόνος, και η παλινδρόμηση του «εξομολογούμενου» ανάμεσα στη λογική και την παράνοια, είτε από την οπτική γωνία ενός συμμετέχοντα πρωταγωνιστή που ανακαλεί εικόνες και συμπεριφορές του αναστατωμένου ήρωα, κατά την οποία οι ζυγισμένες γλωσσικά περιγραφές του συμπρωταγωνιστή υπογραμμίζουν την ψυχολογική αντίστιξη των ρόλων των ηρώων του συγγραφέα.

Καταληκτικά, πρέπει να τονίσω ότι το κοινό στοιχείο που συνδέει τις αφηγούμενες εγκιβωτισμένες ιστορίες των πρωταγωνιστών του Τσβάιχ είναι η Μνήμη. Το παρελθόν ή η ανάκληση γεγονότων, εικόνων, προσώπων και ατομικών ιστοριών κοινωνείται στους αναγνώστες με όχημα τη Μνήμη, η οποία αποτελεί για τον συγγραφέα σε επίπεδο αφηγηματικού χρόνου το κυρίαρχο εργαλείο στεγανοποίησης του παρελθόντος και διαχωρισμού της εγκιβωτισμένης ιστορίας από το «παρόν» του ευρύτερου αφηγηματικού πλαισίου· ταυτόχρονα όμως σε επίπεδο νοήματος είναι και το ισχυρό μέσο ανασημασιοδότησης του παρόντος μέσα από τη διάθλαση του παρελθόντος και των συντελεσμένων πράξεων των πρωταγωνιστών σε έναν χρόνο ενεστώτα. Και είναι ίσως αυτή η διαχρονικότητα των συμπεριφορών και των δράσεων των ηρώων του Τσβάιχ που έχουν την έδρα τους στα συναισθήματα, διαχρονικότητα που καθώς εμπερικλείει την ειρωνική ματαίωση της ευτυχίας μετατρέπει τα κείμενα του Τσβάιχ σε αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνικής παρακαταθήκης.

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here