Ο Δον Κιχώτης συναντά τον Κώστα Βάρναλη (του Κωνσταντίνου Γαλάνη)

0
459

του Κωνσταντίνου Γαλάνη (*)

 

 

Ο Δον Κιχώτης του Μιγκέλ ντε Θερβάντες αποτελεί αναμφίβολα ένα βιβλίο ορόσημο της παγκόσμιας λογοτεχνίας προκαλώντας τη δημιουργία αμέτρητων ερμηνευτικών προσεγγίσεων, καθώς και μεταφράσεων σε διεθνές επίπεδο. Το πρώτο μέρος του έργου κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1605, ενώ η δημοσίευση του δεύτερου μέρους πραγματοποιήθηκε δέκα χρόνια αργότερα, το 1615.

Τον 19ο αιώνα το μυθιστόρημα του Ισπανού δημιουργού αποτελεί σημείο αναφοράς και επιρροής για άλλους συγγραφείς όπως η «Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ,  το «The adventures of  Mr. Pickwick» του Ντίκενς και ο «Ηλίθιος» του Ντοστογιέφσκι. (Σαμουήλ, 2007) Ο σπουδαίος, μάλιστα, Ρώσος συγγραφέας είχε εκφραστεί στο « Ημερολόγιο » με τα θερμότερα λόγια για το έργο του Θερβάντες σημειώνοντας: «Τέτοια βιβλία χαρίζονται στην ανθρωπότητα μονάχα ένα σε αιώνες».[1]

Η συνεχώς αυξανόμενη ζήτηση του πολυεπίπεδου αυτού μυθιστορήματος ανά τον κόσμο δικαιολογεί φυσικά και την εκδοτική του επιτυχία στην Ελλάδα. Ο Δον Κιχώτης έχοντας συμπληρώσει περισσότερα από τετρακόσια χρόνια από τη «γέννησή» του εξελίσσεται σε μία πηγή συνεχών διασκευών όπως λογοτεχνικές για ενηλίκους, για μεγάλα ή μικρότερα παιδιά, εικονογραφημένες ή μη εκδόσεις, κόμικς, κ.ά.  Σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Σαμουήλ έχουν παρουσιαστεί μέχρι το 2007 στον ελληνικό χώρο δεκαοχτώ διασκευές, όσες δηλαδή είναι και οι καταγεγραμμένες μεταφράσεις του έργου για ενηλίκους. (Σαμουήλ, 2007) Η ορμητική τάση του βιβλίου συνεχίζει να έχει μεγάλη ανταπόκριση, καθώς το έργο του Θερβάντες γνωρίζει επιπλέον εκδόσεις από την προαναφερθείσα χρονολογία και μετά.

Για να συναντήσουμε ιστορικά την πρώτη διασκευή του έργου για παιδιά χρειάζεται ν’ ανατρέξουμε περίπου στα μέσα του 19ου αιώνα. Συγκεκριμένα, η έκδοση αυτή, που αποτελεί τη μετάφραση μιας απλοποιημένης εκδοχής του έργου, τυπώνεται στην Αθήνα το 1860, χωρίς να υπάρχουν πληροφορίες για το ονόματα του μεταφραστή και του διασκευαστή. Ο τίτλος του βιβλίου που προέρχεται από το τυπογραφείο του Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως  είναι  Δον Κισότ ή Τα περίεργα των συμβάντων αυτού.

Το 1912 ο Γρηγόριος Ξενόπουλος μεταφράζει από γαλλική διασκευή το μυθιστόρημα και το συστήνει στο νεανικό κοινό του περιοδικού  Διάπλασις των Παίδων ως ένα έργο που «καταλέγεται με ό,τι υψηλότερον και μεγαλείτερον παρήγαγε ποτέ το ανθρώπινον πνεύμα», ενώ αξίζει να σημειωθεί πως τρία χρόνια αργότερα, το 1915, ο Δον Κιχώτης ενσωματώνεται για πρώτη φορά στο σχολικό βιβλίο της τρίτης και τετάρτης τάξης του Γυμνασίου εκείνης της εποχής. (Σαμουήλ, 2007)

Δύο δεκαετίες αργότερα και συγκεκριμένα το 1956, λαμβάνει χώρα η δημοσίευση της δημοφιλέστερης παιδικής διασκευής του έργου από τις εκδόσεις Κέδρος  που φέρει  την υπογραφή του μεγάλου ποιητή Κώστα Βάρναλη. Στο συγκεκριμένο βιβλίο που αποτελείται από δεκαοχτώ κεφάλαια που ακολουθούν τη σειρά με την οποία τα βρίσκουμε στο πρωτότυπο και απαριθμεί 150 σελίδες, ο Βάρναλης πραγματοποιεί μία εξαιρετική επιλογή των πιο αντιπροσωπευτικών περιπετειών του περιπλανώμενου ιππότη.  Αν συγκρίνουμε τη διασκευή με μία από τις τελευταίες μεταφράσεις του μυθιστορήματος σε μετάφραση Κ. Καρθαίου και Αγ. Δημητρούκα (εκδ. Πατάκη, 2007) που απαρτίζεται από τριάντα ένα κεφάλαια στο πρώτο μέρος και είκοσι επτά κεφάλαια στο δεύτερο μέρος, μπορούμε να καταλάβουμε τη δυσκολία του εγχειρήματος του δημιουργού, ώστε ν’ αποδώσει ένα άρτιο και με νοηματική αλληλουχία σύνολο.

Μία επιπλέον αρετή που επιδεικνύει ο δημιουργός του Οδηγητή, είναι η αξιοποίηση της δύναμης των διαλόγων του μυθιστορήματος απ’ τους οποίους αναδύονται χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ηρώων. Σύμφωνα με τη Μαρίζα Ντεκάστρο, ο Βάρναλης επιλέγοντας λιγότερα αφηγηματικά μέρη, σε σχέση με άλλες εκδόσεις, και χρησιμοποιώντας εύστοχα τον ρόλο των διαλόγων κατάφερε ν’ αποδώσει  «ένα κείμενο ζωντανό, στιβαρό και γρήγορο». (Ντεκάστρο, 2005) Η αμεσότητα που απορρέει απ’ τον  γραπτό  λόγο του κειμένου το καθιστά  ευκολοδιάβαστο και κατανοητό ιδιαίτερα στο νεανικό αναγνωστικό κοινό.  Οι γρήγοροι και αστείοι διάλογοι προβάλλουν άμεσα το διαφορετικό ιδεολογικό επίπεδο της τάξης των ηρώων, την απόσταση των χαρακτήρων τους αλλά και του πολιτισμικού τους κόσμου. (Βαλάση, 2012) Ο Βάρναλης αποτυπώνοντας με ζωντάνια κι εκφραστικότητα τα διαλογικά μέρη μάς προσφέρει τη δυνατότητα ν’ αντιληφθούμε καθαρά τις συμπεριφορές που εκδηλώνονται από τις αντιθετικές προσωπικότητες του Δον Κιχώτη και του Σάντσο Πάνσα. Παράλληλα, στη μορφή της γλώσσας που χρησιμοποιεί, εντοπίζονται στοιχεία της δημοτικής «των διανοουμένων της Αριστεράς εκείνης της εποχής (π.χ. Σάντσος, εκδικητάδες, ντούρος, παρανόμι, ξοδιάζω, πριγκηπέσα, κ.ά.)». (Ντεκάστρο, 2005) Οι λέξεις που χρησιμοποιούνται (κάθισε χάμω, ας κονέψουμε, φωνή παρηγορήτρα, κυρά-Γιαννού, φάγε κι εσύ, άι τράβα) ενισχύουν την προφορικότητα του γραπτού λόγου και δίνουν την αίσθηση πως ο αναγνώστης μετατρέπεται σε ακροατή ενός έμπειρου παραμυθά. Μεγάλο, επίσης, ενδιαφέρον παρουσιάζει η απόδοση δεκάδων παροιμιών με σχεδόν αποκλειστικό τους εκφραστή τον Σάντσο Πάνσα οι οποίες προκαλούν το γέλιο και ταυτόχρονα εστιάζουν σε αυτό το γνώρισμα του θυμόσοφου λαού.

Στο ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί γιατί ο ποιητής επέλεξε ν’ ασχοληθεί με τη διασκευή του έργου, μάς απαντά ο ίδιος ο Βάρναλης μ’ ένα άρθρο του στην εφημερίδα Πρωία στο οποίο αναφέρει χαρακτηριστικά: «Ένα από τα μεγαλύτερα πνευματικά κατορθώματα του νεώτερου πολιτισμού, από κείνα που δε γνωρίζουνε σύνορα τοπικά και χρονικά, ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες [ … ]. Ποια είναι τα στοιχεία που κάνουνε τον Δον Κιχώτη ένα από τα πιο αθάνατα έργα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας; Η απλότητα του μύθου, η απλότητα των μέσων, οι έξυπνες ευρέσεις κι’ η καλωσύνη του συγγραφέα». (Κακαβάνης, 2013)

Ο Βάρναλης ορμώμενος από την πολιτική του, ίσως, ιδεολογία επιθυμεί να προβάλλει μέσα από το βιβλίο την ηθική διάσταση της κοινωνίας, προκαλώντας τον αναγνώστη ν’ αναλογιστεί τον Δον Κιχώτη ως υπερασπιστή των κατατρεγμένων και τιμωρό των δυνατών. Η συμβολή του ποιητή σε συνδυασμό, φυσικά, με τη δυναμική του μυθιστορήματος το τοποθετεί στην πρώτη θέση ως εμπορική επιτυχία παιδικής διασκευής. Το έργο που δημοσιεύτηκε από τις εκδόσεις Κέδρος το 1956, επανεκδόθηκε το 1975, έχοντας γνωρίσει από τότε περισσότερες από είκοσι ανατυπώσεις. (Σαμουήλ, 2007)

Το γεγονός ότι ο Κώστας Βάρναλης διασκεύασε το έργο διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην εμπορική επιτυχία της παιδικής διασκευής του 1956.  Σύμφωνα, όμως, με έρευνα που έλαβε χώρα στο αρχείο Βάρναλη, στην Εθνική Βιβλιοθήκη, καθώς και τη δημοσίευση σχετικού άρθρου στο περιοδικό Θέματα Παιδείας, ανατρέπονται τα δεδομένα που υπήρχαν σχετικά με τις χρονολογίες ενασχόλησης του Βάρναλη για τη διασκευή του έργου.Η δεκαετία του 1930, και συγκεκριμένα το έτος 1933, αποτελεί τη χρονολογία που πρωτοδιασκευάστηκε το έργο από τον σπουδαίο μας ποιητή.  Η διασκευή κυκλοφορεί για πρώτη φορά  από τις εκδόσεις «Ελευθερουδάκης». (Κακαβάνης, 2013)

Επιπρόσθετα, ένα ερώτημα που θα μπορούσε να τεθεί είναι η προέλευση του κειμένου μετάφρασης από το οποίο ο Βάρναλης αποφάσισε να διασκευάσει το ιπποτικό μυθιστόρημα. Μέχρι το 1933 που δημοσιεύτηκε η πρώτη διασκευή, είχαν κυκλοφορήσει στην Ελλάδα οχτώ μεταφράσεις του έργου. Βέβαια, ο ποιητής είχε εξάρει τη μεταφραστική δεινότητα του φίλου του Κ. Καρθαίου. Συγκεκριμένα γράφει: «Η μετάφραση του είναι ένας πραγματικός θρίαμβος της γλώσσας του λαού. Κι’ όσα ποιήματα του συγγραφέα μεταφράζει ο Κ. Καρθαίος μέσα στο έργο είναι όλα με αριστοτεχνικόν τρόπο δοσμένα στη γλώσσα μας όπως το περίμενε κανείς από ένα δόκιμο δουλευτή του νεοελληνικού στίχου». (Κακαβάνης, 2013) Με την επιλογή της διασκευής του Δον Κιχώτη από τον ποιητή εμφανίζεται μία μεγάλη ευκαιρία να χρησιμοποιηθεί το μεγαλειώδες αυτό έργο ως φορέας της δημοτικής γλώσσας που θα συντροφεύει παράλληλα το μαθητικό αναγνωστικό κοινό.

Ο μεγάλος μας ποιητής με το συγκεκριμένο ανάγνωσμα πρόσφερε πολλά περισσότερα από ένα βιβλίο. Η διασκευή αυτή σμιλεμένη με πρωτόγνωρη ζωντάνια κι αμεσότητα κινητοποιεί τον αναγνώστη, ενώ η δημοτική χρήση της γλώσσας τον παρασύρει, ενισχύοντας σημαντικά τη δυναμική του συγκεκριμένου βιβλίου που συντροφεύει γενιές και γενιές εφηβικού και μετεφηβικού αναγνωστικού κοινού, καθώς και ενηλίκων.

 

(*)Ο Κωνσταντίνος Γαλάνης είναι εκπαιδευτικός Πρωτοβάθμιας Εκπ/σης, MSc «Λογοτεχνία» ΕΚΠΑ.

 

 

Βιβλία – Μελέτες

Θερβάντες Μιγκέλ, Δόν Κιχώτης, διασκευή: Κώστας Βάρναλης, εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 1933.

Θερβάντες Μιγκέλ, Ο Δον Κιχώτης, διασκευή: Κώστας Βάρναλης, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1956.

Θερβάντες Μιγκέλ, Ο Δον Κιχώτης, διασκευή: Κώστας Βάρναλης, εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα, 1985.

Θερβάντες Μιχαήλ, μετάφραση: Κ. Καρθαίος, Αγαθή Δημητρούκα, εκδόσεις Πατάκη, 2007

Κακαβάνης Ηρακλής, Περιοδικό Θέματα Παιδείας, τεύχος 51-52, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2012-2013.

Ξενόπουλος Γρηγόριος, Διάπλασις των Παίδων, 1912

Περιοδικό Διαβάζω, αφιέρωμα « Θερβάντες, Δον Κιχώτης », τεύχος 176, Οκτώβριος 1987.

Σαμουήλ Αλεξάνδρα, Ιδαλγός της Ιδέας, Η περιπλάνηση του Δον Κιχώτη στην ελληνική λογοτεχνία, Αθήνα, Πόλις, 2007.

Συλλογικός τόμος, Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου: Κώστας Βάρναλης, Φως που πάντα καίει, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, 2012.

 

Χρήσιμοι Ηλεκτρονικοί Σύνδεσμοι

Εθνικό Θέατρο, ψηφιοποιημένο αρχείο, http://www.nt-archive.gr/peopleDetails.aspx?personID=3678

Κακαβάνης Ηρακλής, Ο Κώστας Βάρναλης για τον Δον Κιχώτη, Εφημερίδα Πρωία         (3/2/1943 ), Δημοσίευση στον ηλεκτρον. σύνδεσμο: http://atexnos.gr/%CE%BF-

Ντεκάστρο Μαρίζα, « Ο ακατάλυτος ιππότης »,  Δημοσίευση: 30/01/2005, http://www.tovima.gr/books-ideas/article/?aid=163998  ( ανακτήθηκε στις 8/8/2019 )

[1] ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ, Ψηφιοποιημένο αρχείο. Από το πρόγραμμα της θεατρικής παράστασης Δον Κιχώτης, Εθνικόν Θέατρον, θεατρική περίοδος 1972-1973, 28

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here