Ο χρόνος ο παρών κι ο παρελθών ο χρόνος… (του Αντώνη Καρτσάκη)

0
272

 

του Αντώνη Καρτσάκη

 

Η Μαρία Στασινοπούλου, όπως δείχνουν και τα προηγούμενα πεζογραφήματά της (Κυρία με θυμάστε; και Χαμηλή βλάστηση), αγαπά τη μικρή φόρμα. Της αρκεί για να μνημειώσει, με τρόπο απολύτως φυσικό, τις μεγάλες ουσίες που ανιχνεύει στις μικρές ζωές μας. Αυτές που ανασκάπτει εστιάζοντας στο οικείο και στο αλλότριο.

Μια άσκηση μακρού χρόνου. «Πάνω στο χρόνο δοκιμάζονται οι αντοχές μας», γράφει. Ο χρόνος, με τις πολλές σηματοδοτήσεις του, είναι το νήμα που συνέχει τις αφηγήσεις στο νέο της βιβλίο Ασκήσεις αντοχής στο χρόνο, με το οποίο συγκινήθηκα, στοχάστηκα, πόνεσα, γέλασα πολύ. Και το διάβασα απνευστί.

Στο βιβλίο αυτό, με τις γλυκόπικρες καθημερινές ιστορίες, το παρελθόν γίνεται καθρέφτης του χρόνου. Γιατί η Στασινοπούλου ως καλή δασκάλα παρατηρεί και σημειώνει. Σκαλίζει το γεγονός, βλέπει πίσω από αυτό, αποτυπώνει ό,τι παρατηρεί, ό,τι νομίζει ότι αξίζει να περισωθεί από του χρόνου την καταδρομή.

Ο πανδαμάτωρ όμως χρόνος, ο συνυφασμένος με τη φθορά, εδώ δεν απειλεί. Η συγγραφέας τον αφοπλίζει με όπλα δραστικά: το χιούμορ, την ειρωνεία, τη διακωμώδηση. Με την αντίδραση της εξηντάχρονης («Α να χαθείτε, άσχετοι!») στους δημοσιογράφους που την αποκαλούν «γιαγιά» και «γερόντισσα», την πεποίθηση της Ερατώς ότι δεν «γερνά». «μεγαλώνει», αλλά και με τη ρεαλιστική παραδοχή της Έλλης («κωλόγρια είμαι»).

Η συγγραφέας βλέπει τη φθορά, αλλά δεν θρηνολογεί. Γνωρίζει το αναπότρεπτο της παρακμής, αλλά δεν μελαγχολεί, όπως ο Αλεξανδρινός. αποδέχεται τον χρόνο, «το γήρασμα του σώματος και της μορφής», με καρτερία. Προστρέχει στην τέχνη, θεωρώντας την όχι απλώς καταφυγή και γαλήνευση («νάρκης του άλγους δοκιμές»), αλλά τρόπο θέασης των ανθρωπίνων και προσεύχεται για «ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά» τέλη της ζωής.

Η Στασινοπούλου στοχάζεται διαρκώς πάνω στα ανθρώπινα. Με λόγο κοφτό και πυκνό μάς παραδίδει μικρές σπαρταριστές φέτες ζωής: είναι τα δυο γερόντια, τα ερωτευμένα έως θανάτου, που αποχαιρετούν τη ζωή, επιχειρώντας να κάψουν τα ερωτικά γράμματα της νιότης τους, «για να μην πέσουν σε χέρια βέβηλα». οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες του ογδοντάχρονου (δεν ξέρει τσάμικο και γαλλικά). η γιαγιά Κατίνα που κεντάει διακριτικά μεταξωτά μαντήλια για τουρίστες, προκειμένου να συμβάλει στον οικογενειακό προϋπολογισμό, που κανονίζει τις ζωές όλων «μέχρι τα γκομενικά των εγγονών της». είναι ο αφηρημένος κύριος καθηγητής που ξεχνά παρκαρισμένο το αυτοκίνητό του, παίρνει το λεωφορείο και δηλώνει κλοπή. είναι αγαπημένοι δάσκαλοι που ανοίγουν δρόμους στις ζωές των νέων, ο θείος Αριστείδης με τη χαριτωμένη αθυροστομία του…

Μέσα στις αφηγήσεις της, η συγγραφέας παραχωρεί εξέχουσα θέση στους κατατρεγμένους του κόσμου μας: στον μετανάστη που κάθεται συλλογισμένος στο παγκάκι του Θησείου και στηρίζει το κεφάλι στο αριστερό του χέρι («παραλλαγή του Σκεπτόμενου του Ροντέν»). Στον άλλον, έξω από τον βυζαντινό ναό της Καπνικαρέας, που αγοράζει με τα τελευταία του κέρματα ένα κουτί Φρίσκις για να ταΐσει το πεινασμένο γατί. Σκίτσα ευαισθησίας και ανθρωπιάς. Λίγες αράδες σκιαγραφούν τη λαχτάρα του Σύριου πρόσφυγα «να γίνει καλά η Συρία» και να γυρίσει πίσω. τον πόθο του δεκατετράχρονου που ξεβράστηκε νεκρός σε μια ακτή της Μεσογείου και στα ρούχα του βρέθηκε προφυλαγμένος μέσα σε πλαστικό ο σχολικός του έλεγχος, «για να μάθουν, όταν τον βρουν, πόσο καλός μαθητής ήταν»!

Στις μικρές αφηγήσεις χωρούν και άλλες μεγάλες ουσίες: οι ανεπούλωτες πληγές του έρωτα, η θετική στάση στη διαφορετικότητα, η αγνότητα της προσφοράς («κάθε Παρασκευή μάζευε τις γριές της γειτονιάς και τις πήγαινε στο νεκροταφείο να ανάψουν τα καντήλια των πεθαμένων τους συντρόφων»), η ανθρώπινη ανάγκη του ηλικιωμένου για τρυφερότητα («Κάνε μου μια αγκαλίτσα, Ασημίνα μου. είμαι και ορφανός»), ο πόνος της προδοσίας, η κοινωνική υποκρισία, οι πληγές που άνοιξε η οικονομική κρίση στη χώρα μας, η πανδημία, ο εγκλεισμός.

Οι ιστορίες αυτές (μου θυμίζουν τα «βιογραφήματα» -biographémes του Ρολάν Μπαρτ) είναι εναλλασσόμενες φωτογραφικές λήψεις που φωτίζουν στιγμιαία τις ζωές των ηρώων, τις ζωές μας,  ψιχία του καθημερινού μικρόκοσμου και στάσεις σε σημαίνοντα αναμνηστικά τοπόσημα. Οι φευγαλέες, ωστόσο, λήψεις (αυτοβιογραφισμός, ίσως, της συγγραφέως) που αρκούνται στα καθημερινά, είναι μια κατόπτευση του παρελόντος χρόνου, χειραγωγημένη και καλά υπολογισμένη. Τα ανθρώπινα ίχνη διασταυρώνονται με κοινωνική ευαισθησία, με μια ηθική και αισθητική στάση απέναντι στα «πάθια» που δεν έχουν τελειωμό, με έναν βαθύτατο σεβασμό στη μνήμη («Στη μνήμη επιβιώνει η ζωή!»). Γιατί η μνήμη -ο παρελθών ο χρόνος- είναι το σκαλί από το οποίο η συγγραφέας κατοπτεύει τη ζωή.

Μια βαθιά λοιπόν φιλοσοφημένη στάση που εμπεριέχει την ιδέα του πεπερασμένου τού όντος («οίος ρυσμός ανθρώπους έχει» -ποια μοίρα τους ανθρώπους κυβερνά), του στιγμιαίου της ευτυχίας. Πίσω από τις χαριτωμένες αφηγήσεις βλέπω διαρκώς την εικόνα του ανθρώπου-φυτού («οίη φύλλων γενεή τοίη δε και ανδρών», «άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού», «χορτάρι η κάθε σάρκα») και γαληνεύω από την ήρεμη ματιά της συγγραφέως, η οποία «θάνατον εξαπατήσασα  νενίκηκε».

Νικά εν τέλει η γραφή. Γιατί με το καθηλωτικό χιούμορ της υπονομεύει και εξορκίζει το κακό. πολεμά την απώλεια και τη φθορά. Γιατί η παρακμή δεν αγγίζει την ανοϊκή, πρώην ενάρετη κόρη, που ζωγραφίζει στα τελευταία της στο πανί πέη διαφόρων μεγεθών και τα κεντά με πολύχρωμες κλωστές! Σβήνει στο τελευταίο τρυφερό αγκάλιασμα της μητέρας, στον πένθιμο ήχο της καμπάνας που «ξεγάνωσε να χτυπάει» από τους πολλούς θανάτους, κατά την έκφραση της γρια-Θυμιούλας.

Όμως η συγγραφέας, συγκροτώντας με τα ψιχία αυτά του καθημερινού μικρόκοσμου («με το τίποτε», όπως απαιτούσε ο Φλωμπέρ) μια ρεαλιστική λογοτεχνία δεν παραδίδει μαθήματα. Πάει καιρός που άφησε την τάξη. Μακριά από κάθε διδακτισμό υιοθετεί μια πεζογραφία που δεν «λέει», «δείχνει». Αποκαλύπτει αθέατες όψεις και άδηλες αναλογίες του κόσμου. Κυρίαρχη πάντα του πεπρωμένου δεν περιγράφει και δεν διαπιστώνει απ’ έξω το δράμα των ανθρωπίνων. γίνεται η ίδια μέρος του δράματος. Η αλήθεια της αποκαλύπτεται στην αμεσότητα της περιγραφής, μια διόλου ανώδυνη διαδικασία, μια τραγική, θα έλεγα, όψη του λυρισμού.

Να γιατί το βιβλίο αυτό διαβάστηκε απνευστί (μια μόνο ανάλογη περίπτωση θυμάμαι: το Η αδερφή μου του Σταύρου Ζουμπουλάκη, Πόλις, 2012). Γιατί βρέθηκα μπροστά σε μια θελκτικότατη γραφή, αντίδοτο στην πίκρα των καιρών, σε έναν λόγο απέριττο, συγκεκριμένο και καλά ζυγοσταθμισμένο. Σε μια γλώσσα λεπτουργημένη που στηρίζει τη δυναμική της στην αλήθεια και στην ομορφιά. Στη μικρή φόρμα με την ακαριαία δραστικότητα ως ένεση που διεγείρει. Την ταπεινή και σεμνή, μέσα στην αγχώδη δημογραφική έκρηξη των αφηγηματικών μεγαθηρίων. Την χαμηλόφωνη και πειθαρχημένη, από τη ροή της οποίας βγαίνουν οι μεγάλες ουσίες.

Η Μαρία Στασινοπούλου, με το ασκημένο βλέμμα και το αινιγματικό της χαμόγελο, με λόγο χαριτωμένο, με παλίντροπες κινήσεις ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη, αντλεί από το παρελθόν και νοηματοδοτεί το παρόν στην προβολή του προς το μέλλον. Αγαπώντας βαθιά και συμπονώντας τους ανθρώπους, δεν μένει στη νοσταλγία. Με τη σεμνή τέχνη της, που αντέχει, όπως αποδεικνύεται, στον χρόνο, ανασηκώνει κάπως για μας τον πέπλο της συνήθειας και της καθημερινότητας και μας λέει, με τα λόγια του Προυστ: «Κοίτα, μάθε να βλέπεις!». (Μαρσέλ Προυστ, Διαβάζοντας). Γιατί ο στόχος της είναι να μην σπαταλιέται η ζωή και γνωρίζει καλά το μυστικό: ότι

 

ο χρόνος ο παρών κι ο παρελθών ο χρόνος

παρόντες, ίσως, και οι δυο στον μέλλοντα τον χρόνο.

(Τ. Σ. Έλιοτ, «Πρώτο κουαρτέτο»).

 

Μαρία Στασινοπούλου, Ασκήσεις αντοχής στον χρόνο, Κίχλη, 2021

Βρες το εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here