Ο Μπολάνιο, ο σκηνοθέτης και ο μοναχός ευεργέτης

0
335

Χρήστος Τσιάμης (Γράμμα από το Μανχάταν).

Πατάμε στέρεα στο οδόστρωμα από μυριάδες συμπιεσμένα ασήμαντα που τα κρατάει δεμένα στη θέση τους το πλέγμα της συνήθειας.  Και είναι κάποια ωραία και παράξενα που μας συμβαίνουν, ή που τα συναντάμε αραιά αραιά, που μας δίνουν την όρεξη και τη χαρά να κάνουμε το επόμενο βήμα στην αργή πορεία μας.  Ενα  τέτοιο συμβάν είναι και η παρακάτω ιστορία που τη διαβάσαμε πρόσφατα σε εφημερίδα.

Η ιστορία αρχίζει με τον γνωστό Ρομπέρτο Μπολάνιο.  Αγνωστος στην αρχή ποιητής, άνεργος να ψωμοζεί, δυό φορές μετανάστης, πρώτα στο Μεξικό, απ’ τη γενέτειρά του Χιλή, και από εκεί στην Ισπανία τη μακρινή.  Νεαρός ταραξίας στο ποιητικό στερέωμα του Μεξικού, αποσκοπεί να ταρακουνήσει το κτίσμα του μεγαλοπρεπούς Οκτάβιο Πάς και της μεγάλης ποιητικής του «αυλής».  Δεν ευδοκιμεί.  Βάζει πανιά για την Ευρώπη.  Ζεί πενιχρό βίο ως το σημείο που η κατάσταση της υγείας του τον κάνει να σκεφτεί πώς να εξασφαλίσει τη γυναίκα του και το παιδί του.  Κι έτσι τα τελευταία δέκα περίπου χρόνια της ζωής του (πέθανε στα πενήντα από χρόνια ασθένεια του ήπατος) εγκαταλείπει την ποίηση και στρέφεται στο πεζό.  Γράφει πυρετωδώς.  Η αξία του έργου του θα αναγνωριστεί αμέσως.  Τα περισσότερα όμως βιβλία του εκδίδονται μετά θάνατον.

Τι είναι αυτό που κάνει του Μπολάνιο τη γραφή μοναδική;  Με λίγα λόγια, είναι η θεματική του επιλογή και μια χαρακτηριστικά χαώδης αρχιτεκτονική που άπτεται του θέματος και που σε συνδυασμό με μια γλώσσα εκρηκτικά ζωντανή φαίνεται να δίνει το στίγμα μιας ζωής που μας είναι οικεία, τις πολύβουες ημέρες της εποχής αυτής.   Στο κορυφαίο του μυθιστόρημα «Οι άγριοι ντετέκτιβ», και σε άλλα μικρότερα βιβλία του όπως το «Φυλαχτό῾» και το «Στη νύχτα της Χιλής», ο συγγραφέας έχει την τόλμη να συνθέσει μια ιστορία γύρω από τις ζωές ασήμαντων ποιητών.  Τις αναζητήσεις τους, τις ατέλειωτες συζητήσεις τους, τα κουτσομπολιά και τις μικρότητες του κύκλου, τις μεγαλειώδεις και αποτυχημένες πτήσεις της ουτοπίας του νού τους.  Εχει την τόλμη, λοιπόν, ο Μπολάνιο να υποθέσει ότι οι καθημερινές σχέσεις και ενασχολήσεις μιας κοινωνικής ομάδας στο περιθώριο, ενός μικρού κύκλου ανώνυμων ποιητών, θα ενδιέφερε το μεγάλο αναγνωστικό κοινό.  Και το κερδίζει το στοίχημα αυτό γιατί βρίσκει την κατάλληλη γλώσσα και τον τρόπο (ευθύτητα, ζωντάνια, βιαιότητα στην έκφραση) με τα οποία θα ντύσει τις ιστορίες του.

Το ίδιο και με το ογκώδες του μυθιστόρημα «2666» που κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του.   Εδώ ο Μπολάνιο παραθέτει φαινομενικά ασύνδετες ιστορίες.  Κάποιων πανεπιστημιακών που ψάχνουν να βρούν στο Μεξικό έναν προ πολλού εξαφανισθέντα Γερμανό συγγραφέα, τη μοναχική ζωή ενός χήρου φιλοσόφου, και την ιστορία ενός νεαρού Αμερικάνου δημοσιογράφου κι ενός Μεξικάνου ντετέκιβ που προσπαθούν να βρούν άκρη για τις απειράριθμες δολοφονίες νεαρών γυναικών σε μια κατά φαντασίαν πόλη του Μεξικού (που δεν απέχει όμως και τόσο από την πραγματικότητα) δίπλα στις Ηνωμένες Πολιτείες.  Η διασπασμένη, χαώδης, και βίαια φύση του βίου είναι η θεματική κόλλα του βιβλίου.  Το αποκορύφωμα έρχεται όχι στο τέλος αλλά στην ενότητα με τις δεκάδες σελίδες που περιγράφουν με ιατροδικαστική σχεδόν ακρίβεια την ανατομία του θανάτου όλων εκείνων των νεαρών γυναικών.  Κι εδώ βρίσκεται η δυσκολία αλλά και το μεγαλείο, η υπέρβαση αυτού του βιβλίου.  Ο Μπολάνιο με το κεκτημένο τού ύφους του  δίνει υπόσταση, έστω και μέσα από την περιγραφή της διαμέλισης και της σήψης του σώματος, στις νεαρές γυναίκες μία προς μία, που διαφορετικά θα τις είχε καταπιέι σαν μια άμορφη μάζα το χωνευτήρι της λήθης.

 

Κι εδώ ακριβώς μπαίνει στο σκηνικό της ιστορίας μας ο δεύτερος ήρωας.  Ο σκηνοθέτης από το Σικάγο της Αμερικής, ο Ρόμπερτ Φόλλς. Το 2006 βρίσκεται στη Βαρκελώνη και ό,τι συμβαίνει κατόπιν έχει να κάνει με τις συγκυρίες και τις αλληλεπιδράσεις που λαμβάνουν χώρα στο χώρο της τέχνης.  Καθώς περιδιάβαζε λοιπόν την πόλη, έπεσε στην αντίληψή του μια αφίσα που του έκανε ιδιαίτερη εντύπωση.  Κατά τα λεγόμενά του, η αφίσα αυτή απεικόνιζε ‘εκατοντάδες ρόζ σταυρούς τοποθετημένους στο χώμα της Μεξικάνικης ερήμου.’  Επρόκειτο για την αφίσα που διαφήμιζε την έκδοση του «2666» σε πέϊπερ-μπάκ.  Ο σκηνοθέτης, μαγευμένος από την εικόνα αυτή έτρεξε να προμηθευτεί το βιβλίο.  Αμέσως, όταν τέλειωσε να το διαβάζει, του μπήκε η ιδέα να το διασκευάσει σε θεατρικό.  Του πήρε πολλά χρόνια, βέβαια, μα το πέτυχε και το 2012 οργάνωσε μια ανάγνωση του πολύωρου έργου.   Το ανέβασμά του όμως ήταν μια άλλη ιστορία.  Τα σκηνικά, το προσωπικό, όλα τα έξοδα της παραγωγής θα κόστιζαν ολόκληρη περιουσία.  Κι έτσι έμεινε στο ράφι.  Μέχρι αυτή τη χρονιά, όταν…

…φτάνει ο τρίτος και ο πιό περίεργος χαρακτήρας της ιστορίας.  Ο κύριος Ρόϋ Κόκραμ, ετών πενηνταοκτώ.  Στα νειάτα του, λέει, είχε σπουδάσει ηθοποιός στο σπουδαίο πανεπιστήμιο Νορθγουέστερν του Σικάγου και είχε δουλέψει για αρκετά χρόνια στην τηλεόραση και στο θέατρο είτε σαν ηθοποιός είτε σαν διευθυντής σκηνής.  Μεσήλικας πιά, γύρω στα σαρανταπέντε, ο κ. Κόκραμ αποφασίζει να τα παρατήσει όλα αυτά (λόγω κάποιας προσωπικής του κρίσης;) και να γίνει μοναχός!  Ασπάζεται λοιπόν το δόγμα της Κοινωνίας του Αγίου Ιωάννη του Ευαγγελιστή, στο Καίμπριτζ της Μασσαχουσέττης, και το έτος 2003 δίνει όρκο πενίας.  Δηλαδή, όπως το καταλαβαίνουμε εμείς, να ζήσει την υπόλοιπη ζωή φτωχός, φτωχότατος, χωρίς καμιά ανάγκη για τα υλικά αγαθά που δεν εξυπηρετούν άλλο σκοπό απ το να είναι πειρασμός.  Εξη χρόνια αργότερα όμως, το 2009, μια άλλη κλήση της συνείδησης του, η ανάγκη να φροντίσει τους υπερήλικες γονείς του, τον αναγκάζει να φύγει από το μοναστήρι και να μετακινηθεί στο Νότο, στο Νόξβιλλ του Τεννεσσή.  Κι εδώ αρχίζουν τα ωραία παράξενα που αναφέραμε στην αρχή.

Μια ωραία ημέρα, το καλοκαίρι του 2014, ο κ. Κόκραμ, θεράπων των γονιών του αλλά και μοναχός με όρκους πενίας υλικής, μπαίνει σ᾽ένα μαγαζί και με τ᾽ἀλλα που προφανώς εψώνισε για τους γονείς του, τα προς το ζήν, αγοράζει και ένα λαχείο μαζί!  Μα γιατί;  Φαντάζομαι από το αντανακλαστικό που τόχει ο καθένας μας μέσα του: μήπως και του φέξει η τύχη.  Και όντως του έφεξε του κ. Κόκραμ του μοναχού!  Είχε τον αριθμό του πρώτου λαχνού που τον εξαργύρωσε αντί 153 εκατομμυρίων δολλαρίων.  Και τότε, σύμφωνα με τον ίδιον, δημιουργήθηκε εκείνο ῾το γεγονός της ρευστότητας᾽.  Ορκους πενίας είχε δώσει ο άνθρωπος, ήταν και ηθικός, και όλο ετούτο το χρήμα έπρεπε να βρεί τρόπο να το χειριστεί.  Ετσι, ανακαλώντας τον πρότερο βίο του με τις δυσκολίες του, δημιούργησε έναν μη κερδοσκοπικό οργανισμό με σκοπό να χρηματοδοτεί θεατρικές ομάδες που οι πρωτοποριακές και φιλόδοξες παραστάσεις τους δεν θα εύρισκαν υποστήριξη από το θέατρο το εμπορικό.  Και μαζί με μια συνεργάτιδα, έμπιστη πρώην συνάδελφο, άρχισαν την περιοδεία της Αμερικής προς ανακάλυψη των υποψηφίων.  Και ήρθαν και στο Θέατρο Γκούντμαν του Σικάγου όπου είδαν μια δυό παραστάσεις και έμαθαν και για το ῾2666᾽, το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο, το διασκευασμένο για το θέατρο από τον σκηνοθέτη Ρόμπερτ Φόλλς.  Και χάρις στον ευεργέτη κ. Κόκραμ το έργο αυτό, μια παραγωγή πεντάωρης διάρκειας, θα συμπεριληφθεί στο ρεπερτόριο του θεάτρου Γκούντμαν στη νέα του σαιζόν.

Διαβάζοντας την είδηση αυτή εκείνο που μου τράβηξε περισσότερο την προσοχή ήταν η γένεση ενός ευεργέτη.  Και σκέφτηκα πως αυτή την εποχή που η Ελλάδα βρίσκεται για μια ακόμη φορά με την πλάτη στον τοίχο υπάρχουν στο χώρο μας πάρα πολλοί που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν αυτόν τον τίτλο.  Και υπάρχουν και πολλοί ευγενείς σκοποί.

Και δεν μιλάμε μόνο για ένα υπέρογκο ποσό ανάλογο με αυτό της ιστορίας παραπάνω. Μιλάμε μήπως ο καθένας που μπορεί (ξέρουν ποιοί είναι αυτοί) φιλοτιμηθεί και βάλει το χέρι στην τσέπη (…την εξωτερική) για να συνδράμει, όπως του αναλογεί, στο κυτίο της συλλογής.  Τότε είναι σίγουρο ότι θα αρχίσουν να εμφανίζονται στη χώρα αυτή τα ωραία παράξενα που προσφέρουν χαρά συλλογική, αντί να αντικρίζουμε μονίμως ένα σκηνικό για κλάματα.

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΗ Αλίκη, η πόλη και το μπαλόνι
Επόμενο άρθροE.Λιντζαροπούλου: η εποχή των λέξεων

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here