Ο ανατρεπτικός γάμος του Φίγκαρο

1
1863

Της Έλενας Χουζούρη.

 

Πώς να χαρακτηρίσει κανείς τα δύο έργα, «Ο κουρέας της Σεβίλλης» και «ο Γάμος του Φίγκαρο», με τα  οποία πέρασε στην αθανασία ο κύριος Πιερ-Ωγκύστ Καρόν [1732-1799] ο γνωστός ως ντε Μπωμαρσαί [ το παρανόμι αυτό το χρωστάει στο δασάκι Beaux Marchais, ιδιοκτησίας μιας από τις τρεις πρώην συζύγους του!]; Κομέντια ντελ Άρτε, «Θέατρο των παρεξηγήσεων», «Κοινωνικό θέατρο», «Ανατρεπτικό θέατρο» ή ένα αρμονικό μείγμα όλων παραπάνω; Όπως και να το ονομάσουμε ο κύριος Πιερ ντε Μπωμαρσαί κληροδότησε στο ευρωπαικό θέατρο έναν ευφυέστατο, επινοητικότατο και βεβαίως καταφερτζή αντιήρωα, τον περίφημο κουρέα Φίγκαρο, ο οποίος αφού η κοινωνική του θέση δεν του επιτρέπει να δρα ευθέως,  επινοεί διάφορους τρόπους για να ανατρέπει τις αυθαιρεσίες της εξουσίας των αφεντικών του προς όφελός του. Το είδαμε και κυριολεκτικά το απολαύσαμε όσοι και όσες παρακολουθήσαμε την εξαιρετική παράσταση¨, «Ο γάμος του Φίγκαρο», που έστησε ο Στάθης Λιβαθινός  και έχει ανέβει στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών.

Οι περισσότεροι/ες γνωρίζουμε τον «Γάμο του Φίγκαρο» από την ομώνυμη όπερα του Μότσαρτ ο οποίος μόλις είδε την παράσταση του έργου του Μπωμαρσαί στη Βιέννη, την 1η Μαίου 1786, αντέδρασε αστραπιαία και συνάντησε τον συγγραφέα για τα γνωστά περαιτέρω, όχι όμως λιγότερο περιπετειώδη από εκείνα της θεατρικής πορείας του Φίγκαρο. Δηλαδή; Ο κύριος Πιερ-Ωγκύστ Καρόν, επονομαζόμενος ντε Μπωμαρσαί, ήταν ένας πολυτεχνίτης και παμπόνηρος τύπος σαν τον ήρωά του, που πλούτιζε, καταστρεφόταν, φυλακιζόταν, πουλούσε υπηρεσίες στο Βασιλιά, μπερδευόταν με τους Διαφωτιστές  και γενικώς δεν είχε τα εχέγγυα ενός αξιοσέβαστου γραμματιζούμενου. Και σίγουρα ήταν μακράν από το να θεωρείται άνθρωπος της εξουσίας ή της αριστοκρατίας και του κόσμου της. Παρόλα αυτά μπαίνει ορμητικά – η τόλμη και το θράσος δεν του έλειπαν όπως και του ήρωα του άλλωστε- στον θεατρικό χώρο συγγράφοντας έξη θεατρικά έργα, εκ των οποίων δύο τον κάνουν αξέχαστο και αείμνηστο: «Τον κουρέα της Σεβίλλης» και τον «Γάμο του Φίγκαρο» με κοινό ήρωα τον ευφυέστατο υπηρέτη-κουρέα του κόμη Αλμαβίβα. Ωστόσο η διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα και αυτό που  προσδίδει στο δεύτερο την ανατρεπτικότητα – επαναστατικότητα την είπαν- είναι ότι στον «Γάμο» ο Φίγκαρο δεν είναι απλώς ένας σκανταλιάρης αλλά υπάκουος υπηρέτης που σκαρφίζεται χίλια δυο για τις γυναικοδουλειές του αφεντικού του, αλλά εκείνος που σηκώνει κεφάλι, εναντιώνεται ανοιχτά στην προσπάθεια του Κόμη να εκμεταλλευτεί το φεουδαρχικό δικαίωμα της πρώτης νύχτας για να πάει με τη μέλλουσα σύζυγο του Φίγκαρο, την νεαρή και όμορφη Σουζάνα, υπηρέτρια της Κόμισσας. Ο Φίγκαρο αμφισβητεί με λόγια και με πράξεις την εξουσία του Κόμη, στήνει και ξεστήνει ίντριγκες σε βάρος του και στο τέλος τον γελοιοποιεί.  Φυσικά ούτε λόγος να του χαριστεί η Σουζάνα. Τα λόγια που λέει για την ελευθερία, την λογοκρισία και την πολιτική ακούγονται σαν καταπέλτης στα αυτάκια των αριστοκρατών, που γίνονται έξαλλοι, αν σκεφτούμε ότι όλα αυτά διαδραματίζονται  όταν όλα βράζουν στην προεπαναστατική Γαλλία και οι ιδέες των Διαφωτιστών έχουν ξεπεράσει τους  τοίχους των γραφείων τους. «Όπου μόνον ο λίβελος είναι ελεύθερος έχει αξία το εγκώμιο και ο έπαινος»  λέει σε μια στιγμή ο Φίγκαρο. Και για την λογοκρισία; Ακόμα χειρότερα:  «…Κι ως εκ τούτου, υπό τον όρο ότι τα γραπτά μου δεν θα έθιγαν την εξουσία,  τη θρησκεία, την ηθική, τους θεσμούς και τους έχοντες θεσμικά αξιώματα, την όπερα και τα λοιπά θεάματα, μπορούσα να δημοσιεύσω ελευθέρως οτιδήποτε-φυσικά κατόπιν εγκρίσεως δύο, ή το πολύ, τριών λογοκριτών.» Όσο για την πολιτική; Ούτε λίγο, ούτε πολύ ο Φίγκαρο την παρομοιάζει  με την…μηχανοραφία.

Αυτά τα ανατρεπτικά και επικίνδυνα για την εξουσία λόγια του Φίγκαρο έκαναν τον βασιλιά της Γαλλίας, τον Λουδοβίκο 16ο, να μην επιτρέψει το ανέβασμα του έργου. Στο μεταξύ το έργο είχε διαβαστεί στο παλάτι, στα αριστοκρατικά σαλόνια και συζητιόταν σε όλους τους αριστοκρατικούς κύκλους έτσι ώστε μετά και από τα παρακάλια της ίδιας της Μαρίας Αντουανέτας, ο Λουδοβίκος υποχωρεί και «Ο Γάμος του Φίγκαρο ή μια τρελή μέρα» όπως είναι ο πλήρης τίτλος,  κάνει πρεμιέρα στις 27 Απριλίου 1784, πέντε  μόλις χρόνια πριν ξεσπάσει η Γαλλική Επανάσταση, και γνωρίζει τεράστια επιτυχία. Έναν σχεδόν χρόνο αργότερα στις 3 Φεβρουαρίου 1785 το έργο, μεταφρασμένο στα γερμανικά, ετοιμάζεται να ανέβει στο Εθνικό Θέατρο της Βιέννης. Ο αυτοκράτορας Ιωσήφ Β΄το απαγορεύει επίσης. Όπως σημείωνε  η θεατρολόγος Μαρίκα Θωμαδάκη στο ΔΙΑΒΑΖΩ [Ιούνιος 1989] «Ο βασιλιάς ένοιωθε τον κίνδυνο που εγκυμονούσε μια παράσταση του έργου του Μπωμαρσαί, όπου η επαναστατική διαδικασία φαινόταν να έχει δρομολογηθεί κατά τρόπο καθοριστικό και αμετάκλητο. «Ο Γάμος του Φίγκαρο» παρουσιάζει έναν επαναστατημένο κόσμο, είναι ήδη ο κόσμος της Επανάστασης σε μικρογραφία. Ο Μπωμαρσαί» συνεχίζει η Τωμαδάκη « έγραψε το «Γάμο του Φίγκαρο» για να διασκεδάσει το παλάτι και την τάξη που το στήριζε, χωρίς να υποψιάζεται την ασυγκράτητη πορεία του έργου. Γράφοντάς το δεν είχε την πρόθεση να στρατευτεί ο ίδιος και οι θεατρικοί του ήρωες στην υπόθεση της προετοιμασίας ενός κοινωνικού μετασχηματισμού με όπλο το ανατρεπτικό του κήρυγμα. Μολαταύτα, ο «Γάμος του Φίγκαρο»   έγινε σύμβολο και συνώνυμο της πρόβας της Επανάστασης. Τα λόγια του κεντρικού ήρωα έγιναν επαναστατικά συνθήματα και ο ίδιος ο Φίγκαρο έφτασε να είναι εκφραστής και ενσαρκωτής της επαναστατικής θεωρίας ενός λαού ο οποίος απαιτεί τα κοινωνικά του δικαιώματα και την ηθική του αξιοπρέπεια».

Για τον αντιήρωα του Μπωμαρσαί, ο Μάριος Πλωρίτης σημείωνε στο «Βήμα» στις 8/2/2004, ότι δεν επρόκειτο για εφεύρεση του Γάλλου συγγραφέα αλλά για έναν αυθεντικό απόγονο των πανούργων δούλων της αρχαιοελληνικής και ρωμαϊκής κωμωδίας, των πονηρών παρατρεχάμενων της Κομέντια ντελ Άρτε, του Μολιέρου, του Μαριβώ, αλλά και των κλόουν του Σαίξπηρ με τη διαφορά ότι αυτός τολμά να σαρκάζει ανελέητα τους κρατούντες. Είχε λοιπόν πολύ υλικό για να πατήσει επάνω του ο Στάθης Λιβαθινός και να στήσει την έξοχη παράσταση που  είδαμε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Βέβαια δεν είναι η πρώτη φορά που ο άξιος σκηνοθέτης ιντριγκάρεται από ένα θεατρικό έργο η λογοτεχνικό κείμενο με απαιτήσεις. Να θυμηθούμε, παραδειγματικά,  τον «Ηλίθιο» του Ντοστογιέφσκι, τον «Ερωτόκριτο», την «Φόνισσα» , την «Ιλιάδα». Έχοντας βαθιά αφομοιώσει τις θεατρικές παραδόσεις του ρωσικού θεάτρου του  20ου αιώνα [Στανισλάφσκι, Μέγιερχολντ και άλλοι] με ό,τι κι αν καταπιαστεί, δεν ξεχνά κάτι θεμελιώδες: Ότι χωρίς θεατρικότητα το θέατρο δεν είναι θέατρο. Ακόμα και όταν πρόκειται για κορυφαία λογοτεχνικά κείμενα, τα οποία σέβεται απολύτως, δεν  προσφεύγει μόνον στην εύκολη λύση του Αναλόγιου, όπως κάνουν άλλοι σκηνοθέτες, αλλά επιμένει να τα θεατρικοποιεί όσο αυτά το επιτρέπουν. Πολύ περισσότερο για ένα έργο όπως «Ο Γάμος του Φίγκαρο» που από μόνο του ξεχειλίζει από θεατρικότητα, περικλείοντας εντός του όλες αυτές τις μπουφόνικες παραδόσεις που κληροδοτούνται από τις κωμωδίες του Αριστοφάνη έως σήμερα, στο παγκόσμιο θέατρο, συν εκείνες που έρχονται από το πλούσιο σε μεταμφιέσεις και εναλλαγές ρόλων θέατρο της Άπω Ανατολής.

Χαρήκαμε λοιπόν  ένα τρίωρο γεμάτο νεύρο, κέφι, ευρηματικότητα, εξαιρετικές ερμηνείες –δεν ξεχωρίζω κάποιον γιατί ο κάθε ηθοποιός  στον μεγάλο ή στον μικρό του ρόλο ήταν εξαιρετικός. Το βάρος βέβαια τον φέρει ο Δημήτρης Ήμελλος ως Φίγκαρο αλλά  όλη η ομάδα είναι τόσο δεμένη,  λειτουργεί με τόση σπιρτάδα και έχει τόσο καλή επικοινωνία ώστε το αποτέλεσμα να εκπέμπει υψηλότατη θεατρική και ερμηνευτική θερμοκρασία. Άλλωστε δεν πρόκειται για μια οποιαδήποτε θεατρική ομάδα αλλά-να υπενθυμίσουμε- για εκείνη  που ο Στάθης Λιβαθινός συγκρότησε όταν είχε την ευθύνη –και την ιδέα δημιουργίας – της «Πειραματικής Σκηνής» και του αντίστοιχου Εργαστηριού του Εθνικού Θεάτρου, από το  2001 έως το 2007. Ο πρώτος εκείνος πυρήνας, μαζί με νεώτερους συνεργάτες που προστέθηκαν στην πορεία, εξακολουθεί να πορεύεται μαζί με τον Λιβαθινό έως σήμερα.

Στον κατά Λιβαθινό «Γάμο του Φίγκαρο» σπουδαίο ρόλο παίζει η κίνηση των ηθοποιών, ο τονισμός του εκφερόμενου λόγου, τα χορευτικά στιγμιότυπα, η εκφραστικότητα των προσώπων  ανάλογη με τα όσα λένε  ή πράττουν, και βέβαια τα αφαιρετικά σκηνικά που χωρίς να υποκύπτουν στη παγίδα της εύκολης αληθοφάνειας εξυπηρετούν τις κινήσεις των ηθοποιών και την ίδια την πλοκή του έργου. Το ίδιο ενταγμένη στην όλη υπόθεση της θεατρικότητας είναι και η μουσική που έγραψε ο Χαράλαμπος Γωγιός και ερμηνεύουν, καθήμενοι παραπλεύρως της σκηνής, οι μουσικοί των …AntArtes.  Η μετάφραση είναι της Έλσας Ανδριανού, η δραματουργική επεξαργασία των Ανδριανού-Λιβαθινού, τα σκηνικά-κοστούμια της Ελένης Μανωλοπούλου και η επιμέλεια κίνησης της Pauline Huguet. Με τους, Δημήτρη Ήμελλο, Άρη Τρουπάκη, Αμαλία Τσεκούρα, Αντιγόνη Φρυδά, Μαρία Σαββίδου,  Νίκο Καρδώνη, Αργυρώ Ανανιάδου, Γιώργο Τσιαντούλα και άλλους.

Oι παραστάσεις θα συνεχιστούν μέχρι και την Μεγάλη Δευτέρα, 7 Απριλίου, στην πολύ ωραία –ό,τι πρέπει για θέατρο και χορό- αίθουσα «Νίκος Σκαλκώτας», του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, ώρα έναρξης 7μμ.

 

 

 

 

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Αγαπητοί, 1η Μαΐου του 1786, δόθηκε η πρεμιέρα της όπερας. Πράγμα που σημαίνει πως ο Mozart είχε δει την παράσταση νωρίτερα. Επίσης, δεν ξέρουμε αν ο Mozart συνάντησε ποτέ τον Μπωμαρσαι…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here