Ο αγιασμός (της Ειρήνης  Κιτσιου)

0
387

της Ειρήνης  Κιτσιου (*)

    Εργάζομαι σε κεντρικό σημείο της πόλης,σε σταυροδρόμι, κομβικό, οπως το ονομαζουν χαρακτηριστικά οι συγκοινωνιολόγοι,στο ισόγειο ενός διωροφου κτηρίου ναπολιτανικης αρχιτεκτονικής κοντά στην Ακρόπολη.

Είναι τόσο έντονο το ιταλικό  στοιχείο του κτίσματος τούτου του ‘1930, ώστε μόνον αυτό έχει το προνόμιο,εν μέσω τόσων άλλων κι ασύγκριτα ομορφότερων νεοκλασσικων σπιτιών, να φιλοξενεί προσωπικότητες όπως του Φελίνι και του γνωστού Μαρτσέλο,αρκετά συχνά,για να μην πω καθημερινά στη μικρή οθόνη του πάνω oροφου.Οπως και μουσικές του Νίνο Ρότα, επίσης,από το “81/2” και το “ντόλτσε βιτα”,μέχρι κι εκείνο το δύσκολο κοντσέρτο του για πιάνο ,αν μπορεί κανείς να το διανοηθεί. Βάλε τωρα με το νου σου,πως αν είναι    σπαζοκεφαλια για τους πιανίστες  τούτο δω,τι θα είναι για μένα που εκείνη την ώρα έργαζομαι σκληρά.
Η αλήθεια είναι ,ότι έκανα καιρό να συνηθίσω το επαναλαμβανόμενο ιταλικό, (καλλιτεχνικο δίχως αμφιβολία), ρεπερτοριο του συγκατοίκου μου. Μετά από είκοσι και πλέον χρόνια όμως, φυσικό είναι, να μη με αγγίζει πια αυτη η τρέλα του.Κι έτσι εδώ και πολλά χρόνια λέμε και κάτι περισσότερο από μια καλημέρα,αφού δέχτηκε που και που να βάζει στο μηχάνημα του και κανένα χορό του Σκαλκώτα(ειδικά τον ηπειρωτικό,γιατί όποιος δεν παινεψει το σπίτι του..)ή εκείνη τη συμφωνιετα του Γιανατσεκ,που πολύ κάνω γούστο το σπίρτο και την εξυπνάδα της.
   Χθες αντί για τα συνηθισμένα πήρε το αφτί μου ψαλμωδίες,ιδιόμελα Γρηγοριανα,και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο.Στιγμη δεν ενοχοποιησα τον συγκάτοικο μου ομως,αφού πριν λίγο είχε αναχωρήσει.Η κατάσταση βεβαια έμοιαζε σουρεαλιστική,καθώς έξω στο σταυροδρομι η κίνηση και η φασαρία ήταν απερίγραπτη .Η περιέργεια μου με οδήγησε στο παράθυρο, και τράβηξα λίγο το στορι,για να δω.Και να, ο παπάς της ενορίας μας διάβαζε ευχές κρατώντας την αγιαστούρα με το δεξί του χέρι και το ευχολόγιο με το αριστερο,εμπρός σ ένα αυτοκίνητο μάρκας Μ…Φορούσε  ένα όμορφα υφασμενο πετραχειλι και το χαλκινο μπραγκατσακι με τον αγιασμό το είχε ακουμπήσει εκεί δα στο περβάζι μου.
Ο κάτοχος του αυτοκινήτου,ένας κύριος με τα όλα του,αλλόφρων και ιδιαίτερα αγχωδης κι εκνευριστικος πήγαινε πάνω κάτω.
   Άνοιξε τις πόρτες του,το καπώ της μηχανής,το πορτ-μπαγκαζ,έβαλε σε λειτουργία τους υαλοκαθαριστήρες,άναψε τα φώτα πορείας και σαν επισφράγισμα όλων αυτών,έθεσε σε λειτουργία και τα τέσσερα φλας του αυτοκινήτου.Αν κατά τύχη ελευθέρωνε και το χειρόφρενο, θα πίστευα ότι και οι δύο παπάς και ποίμνιο σχεδίαζαν,αφού εμψυχώσουν πρώτα το όχημα, να το απογειώσουν με όλο τον οπλισμό του!Ο κύριος αυτός μου έδινε την εντύπωση κι όχι άδικα, ενός μαριονετίστα,που προσπαθούσε να εμψυχώσει σύμφωνα με τους κανόνες ενός αθέατου θεάτρου την κούκλα του,γιατί φαινόταν να αντλεί τη ματαιοδοξία του,από μυστικά που κατείχε μόνο αυτός,μυστικά που αγνοούσα παντελώς,το ίδιο κι ο ιερέας που έκανε ένα συνηθισμένο αγιασμό,σύμφωνα με το τυπικό της εκκλησίας μας.
   Αλλά δυστυχώς η προσπάθεια του αυτη δεν φαινόταν να καταλήγει πουθενά,όπως και στο κουκλοθέατρο,όπου το μόνο που τονίζεται τελικά,είναι η αντίθεση του έμψυχου με το άψυχο,κάτι εντελώς απογοητευτικό για όλους μας,αφού όλα αυτά συνιστούν μια γελοιογραφία της ζωής κι όχι αυτή την ίδια,όπου το κάθε τι έχει τη θέση του.Αν  είχε κάποια ιδέα από εκείνο το γιαπωνέζικο θέατρο μαριονέτας, το παραδοσιακό Μπούνρακου,η στάση του σε αυτήν την περίσταση θα ήταν τουλάχιστον αξιοπρεπής και σεμνή απαλλαγμένη εντελώς από κάθε ιερή μούχλα.
    Βλέποντας τον ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου να έχει επιτέλους ησυχάσει και να έχει μετατρέψει το ελεύθερο ήθος του,το τόσο αντίθετο με τα αυστηρά δόγματα της θρησκείας μας,σε χριστιανική ηδυτητα μελαγχόλησα κι αυτό γιατί είχα την εντύπωση ,ότι ενέπλεξε τον Παντοδύναμο σε μια υπόθεση πολύ προσωπική,αφού για αυτόν το αυτοκίνητο δεν είναι ένα απλό μέσο μεταφοράς,αλλά το έχει ήδη μεταμορφώσει σε φετίχ.
   Ο αγιασμός τελείωσε αφού με την αγιαστούρα του ο παπας βουτώντας την πρώτα στο μπραγκατσακι ,αγιασε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη του αυτοκινήτου,καθ’υπόδειξη βεβαίως του ιδιοκτήτη του,που έδειχνε μάλιστα με ιδιαίτερη επιμονή προς τον συμπλέκτη,ίσως γιατί ειδικά εκεί αυτή η πολυτελέστατη Μ …είχε κάποιο προβλήματακι!
  Εντέλει με ένα χαμόγελο που φανερωνε  ότι είχε προ πολλού κάνει το διδακτορικό του στην αναίδεια, έβαλε ένα εικοσαρικο στην τσέπη του παπα κι εφυγε βιαστικα μαρσαροντας επιδεικτικά,χωρίς ο παπουλης να προλάβει να αγιάσει και το ξερό του το κεφάλι!
    Όμως βλέποντας όλα αυτά ,επειδή δεν είμαι δομημενη  απο πέτρα κι επηρεάζομαι πολύ ευκολα μάλιστα,όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα.Και δεν σκεφτόμουν αυτόν τον κύριο τον τόσο τυπικό με τα δογματα,αλλα πως να το πω,από χθες ξαφνικά αναζωπυρώθηκε και η δικη
μου ματαιοδοξια  κι εκεί που νόμιζα ότι την είχα εξολοθρεύσει προ πολλού,τώρα εξ αιτίας του,επέστρεψε δριμύτερη κι είναι ικανή να φθάσει μέχρι και Δευτέρα παρουσία κι ας ωρυεται ο λόρδος Μπάυρον και μέσα από τον τάφο του ακόμα:”Λένε πως η αθανασία της ψυχής είναι ένα grand peutette παραμένει όμως grand.Ολοι καταφεύγουν σε αυτήν,τα πιο ηλίθια,ανιαρά,αχρεία ανθρώπινα δίποδα,πιστεύουν ακόμα πως είναι αθάνατα.”.
(*) H Ειρήνη Κίτσιου είναι συγγραφέας, βραβευμένη με το Βραβείο Αναγνώστη για τη νουβέλα της “Το φίδι του Πλίνιου” (Αντίποδες)
Προηγούμενο άρθροΠόσο «αρχαίοι» ζωγραφίζονται οι Αρχαίοι;  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροPaperCut: Ένα τριήμερο φεστιβάλ για το χαρτί και τις πληγές του

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ