O.Παμούκ, Η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
295

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

Υπάρχει σχέση ανάμεσα στους μύθους και στην πραγματική ζωή; Ναι, απαντά δίχως δισταγμό ο Ορχάν Παμούκ και μάλιστα αυτή η σχέση, λέει, υπάρχει «αναγκαστικά». Στο τελευταίο μυθιστόρημά του, «Η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά» (εκδ. Πατάκη), ο Τούρκος νομπελίστας καταπιάνεται με την πολυθρύλητη αιώνια διαμάχη μεταξύ πατέρων και γιών, η οποία συναντάται σε μύθους και επικά έργα. Αλλά δεν περιορίζεται σ΄ αυτήν, πάει παραπέρα: επεξεργάζεται μέσα από τη λογοτεχνική γλώσσα αγαπημένα του θέματα, όπως η σχέση Ανατολής και Δύσης, οι διαφορές και οι ομοιότητες μέσα από τη συσχέτιση των μύθων τους. Και επιπλέον τον απασχολεί το πρόβλημα σε ποιό δρόμο βαδίζει η χώρα του, σε αυτόν που ακουμπά στην ανατολική παράδοση ή σε εκείνον που γοητεύει τις νεότερες γενιές, του δυτικού πολιτισμού δηλαδή.

Όλα αυτά τα διπολικά ερωτήματα, με ό,τι αυτά συμβολίζουν κάθε φορά, είναι διαρκώς παρόντα στις ζωές των ηρώων του μυθιστορήματος. Η αγωνία του Παμούκ για τη σημερινή Τουρκία και την αυταρχική στάση θεσμών και κράτους (και παρακράτους) απέναντι τους πολίτες εκφράζεται ξεκάθαρα: «Έχουμε πολλούς πατεράδες σ΄ αυτή τη χώρα. Τον πατέρα-κράτος, τον πατέρα-Θεό, τον πατέρα-στρατό, τον πατέρα-μαφία… Στον τόπο μας δεν ζει κανείς χωρίς πατέρα». Οι πολίτες όμως τι κάνουν μπροστά στην κάθε λογής εξουσία; Γίνονται «πατροκτόνοι», ακολουθώντας την ιστορική πρόοδο, ή παραμένουν απαθείς;

Μέσω του δικού του μύθου, που σκηνοθετεί με αριστοτεχνική ακρίβεια, ο Παμούκ ξεδιπλώνει τις διαφορές και τις ομοιότητες δύο αντίθετων κόσμων, Ανατολής και Δύσης, βάζοντας στην πλοκή το μύθο της τραγωδίας του Σοφοκλή «Οιδίπους Τύραννος», που μιλά για την πατροκτονία, και τη χιλιόχρονη ιστορία των «Ρουστέμ και Σουχράμπ» του Πέρση ποιητή Φιρντουσί, που αναφέρεται στην παιδοκτονία. Και τα δύο αυτά επικά έργα σημαδεύουν ολόκληρη τη ζωή του κεντρικού χαρακτήρα, Τζεμ, την πορεία του οποίου παρακολουθούμε από τα νεαρά του χρόνια ως το τέλος. Βρισκόμαστε στα μέσα της δεκαετίας του ΄80 και ο φιλομαθής και ευαίσθητος έφηβος Τζεμ, που ονειρεύεται να γίνει κάποτε συγγραφέας, αλλά προς το παρόν προετοιμάζεται για τις εισαγωγικές εξετάσεις στο πανεπιστήμιο,  αναγκάζεται να αναζητήσει δουλειά. Ο πατέρας του έχει φύγει άλλη μια φορά από το σπίτι, χωρίς να δώσει εξηγήσεις στη γυναίκα του και στον γιό του, οι οποίοι δεν γνωρίζουν αν είναι ζωντανός ή βρίσκεται ξανά στη φυλακή, λόγω της δράσης του με αριστερή οργάνωση.

Έτσι ο Τζεμ βρίσκεται να εργάζεται ως βοηθός του παραδοσιακού μάστορα Μαχμούτ που ανοίγει πηγάδια. Σε μια περιοχή, κοντά στην Κωνσταντινούπολη, οι δυό τους σκάβουν σε ένα κομμάτι γης να βρουν νερό. Ακόμα δεν υπάρχουν μηχανήματα γεώτρησης. Η σχέση που καλλιεργείται ανάμεσά τους θυμίζει εκείνη πατέρα-γιού. «Σύμφωνα με τον μάστορα, το μυστικό για να πετύχει η σχέση μάστορα-βοηθού ήταν να μοιάζει με τη σχέση πατέρα-γιού». Ο Μαχμούτ, ένας σώφρων, επίμονος και εργατικός άνθρωπος, αναπληρώνει κατά κάποιον τρόπο την πατρική απουσία για τον Τζεμ. «Εγώ είχα βρει σ΄ αυτόν έναν πατέρα», ομολογεί ο νεαρός, ο οποίος ακούει τις συμβουλές του μάστορά του, εκπλήσσεται με το πείσμα του να τρυπάει με τον κασμά τη γη για να βρει νερό σε τόσα μέτρα βάθος, χαίρεται με τις επιβραβεύσεις του, ενοχλείται με τις αυστηρές παρατηρήσεις του, παρακολουθεί με προσήλωση τις αφηγήσεις του στις ώρες ξεκούρασης, κάτω από τον έναστρο ουρανό. «Μέχρι τότε ο πατέρας μου δεν μου είχε διηγηθεί ποτέ κανένα παραμύθι, καμία ιστορία. Μου άρεσε να παρασύρομαι απ΄ αυτές, να ακούω το δίδαγμα του μάστορά μου». Μια από τις αφηγήσεις του μάστορα αφορά στον ιρανικό μύθο των «Ρουστέμ και Σουχράμπ», ως απάντηση στον ελληνικό μύθο που πρώτα είχε αφηγηθεί ο Τζεμ και δεν ήταν άλλος από τον «Οιδίποδα Τύραννο», τον οποίο είχε διαβάσει σε ένα βιβλιοπωλείο όπου εργαζόταν και τον είχε συγκλονίσει. Τον επανέλαβε μετά μέσα από το κλασικό έργο και την ερμηνεία του Φρόυντ, απ΄ όπου χαράχτηκε στο μυαλό του η αναφορά ότι «κάθε άντρας κρύβει μέσα του την επιθυμία να σκοτώσει τον πατέρα του», χωρίς να συνειδητοποιεί ότι ο γρίφος της σχέσης πατέρα και γιού θα παρασύρει και τον ίδιο, και θα του αλλάξει τη ζωή.

Όταν ο Τζεμ συναντά σε μια κοντινή πόλη μια κατά πολύ μεγαλύτερή του γυναίκα, τη μυστηριώδη «γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά», ηθοποιό στον περιοδεύοντα θίασο «Θέατρο μύθων παραδειγματισμού», που παρουσιάζει παραστάσεις επαναστατικού λαϊκού θεάτρου, με μύθους – σύμβολα ή και ανατρεπτικά έργα, και αποκτά την πρώτη του ερωτική εμπειρία, δεν γνωρίζει ότι η σύντομη σχέση μαζί της θα παίξει αποφασιστικό και μοιραίο ρόλο στη ζωή του. Ωστόσο, τα πράγματα ανατρέπονται. Ένα ατύχημα τον πανικοβάλει, αφήνει τον Μαχμούτ στον πάτο του πηγαδιού και επιστρέφει στο σπίτι του, αγνοώντας αν ο μάστορας/πατέρας είναι τραυματισμένος ή νεκρός. Κι ενώ θα σπουδάσει γεωλογία, θα γίνει επιχειρηματίας εργολάβος και πλούσιος στην Ιστανμπούλ, όχι όμως συγγραφέας, θα παντρευτεί, θα επιστρέψει τριάντα χρόνια μετά  «στον τόπο του εγκλήματος» και θα έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με μεγάλες αλήθειες που αφορούν τον ίδιο και τον βιολογικό του πατέρα, αλλά και τις τραγικές διαστάσεις που έχουν στις πραγματικές ζωές (και στη δική του) οι μύθοι που τόσο τον απασχόλησαν. Διάβασε πολλά βιβλία, έκανε έρευνα, ταξίδεψε στην Ευρώπη, στο Ιράν κι αλλού, βλέποντας σχετικούς πίνακες σε μουσεία.

Πώς συνδέεται η προσωπική ιστορία του Τζεμ με τις ιστορίες των δύο μύθων; Η απάντηση διαμορφώνεται σταδιακά μέσα από τα σύντομα κεφάλαια του βιβλίου, όπου ο πρωταγωνιστής αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τον βίο του. Ο Παμούκ με μαεστρία συνενώνει τις τρεις ιστορίες σε μια, με συνδετικό κρίκο τι άλλο από την ενοχή και τη μεταμέλεια. Η ενοχή για τον Τζεμ, ο οποίος εγκατέλειψε τον (νεκρό ή ζωντανό) μάστορά του μέσα στο πηγάδι, συνδέεται με την ενοχή του Οιδίποδα  που σκότωσε τον πατέρα του και το ανάλογο συναίσθημα του Ρουστέμ που έθεσε τέρμα στη ζωή του γιού του Σουχράμπ στο πεδίο της μάχης.  Ο ίδιος ο Τζεμ τι τύχη θα έχει; Ας μην το αποκαλύψουμε…

Αν σε πρώτη ανάγνωση, το μυθιστόρημα μας μιλά για τον γρίφο της σχέσης πατέρα – γιού, τα καθήκοντα του πρώτου απέναντι στο παιδί του, τα όρια της εξουσίας του και την αυτονόητη αυτονόμηση του γιού, σε δεύτερη ανάγνωση ο Παμούκ μας βάζει σε φιλοσοφικά και πολιτικά μονοπάτια, που κρύβουν ζητήματα παράδοσης και νεωτερικότητας, εξουσίας κράτους, πολιτικών επιλογών και ευθύνης των πολιτών.  Παρά τη διαφορά ανάμεσα στους δύο μύθους – στον έναν φονιάς είναι ο γιός, στον άλλον ο πατέρας, οι ομοιότητες ανάμεσά τους είναι εκπληκτικές. Πρώτη απ΄ όλες που κάνει τους δύο μύθους να μοιάζουν σαν αδέρφια, είναι η ορφάνια από πατέρα και η εναγώνια αναζήτηση των γιών να τον βρουν. Η  πορεία τους έχει συνδεθεί, λέει ο συγγραφέας, με την εθνικιστική πολιτική, καθώς οι δύο γιοί ψάχνοντας τους χαμένους πατεράδες απομακρύνθηκαν από τη γη τους κι έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης από τους εχθρούς των χωρών όπου φιλοξενήθηκαν και συνεργάστηκαν μαζί τους.

Όπως ακριβώς στην ιστορία του Οιδίποδα, που δεν αναγνώρισε τον πατέρα του, έτσι και ο Σουχράμπ δεν ήξερε τον πατέρα του, δεν τον είχε δει ποτέ. Μπορούμε να πούμε ότι και οι δύο δολοφόνοι είναι αθώοι, επειδή δεν ήξεραν τι έκαναν; Στην περίπτωση του έργου του Σοφοκλή, δεν ήταν ότι ο Οιδίποδας σκότωσε τον πατέρα του, αλλά ότι ήθελε ξεφύγει από τη μοίρα που αποφάσισε γι΄ αυτόν ο Θεός και στο τέλος αυτοτιμωρήθηκε, σπρωγμένος από τις ενοχές του. Όμως στο τέλος του μύθου που έρχεται από την Ανατολή, ο φονιάς πατέρας Ρουστέμ, το αμάρτημα του οποίου είναι ότι απέκτησε έναν γιό έπειτα από μιας νύχτας έρωτα, χωρίς να εκπληρώσει τα καθήκοντά του ως πατέρας, δεν τιμωρείται, παρά την ενοχή που νιώθει. Γιατί; Μήπως γιατί, μια περίοδο οι σουλτάνοι μόλις ανέβαιναν στον θρόνο, σκότωναν όλους τους πρίγκιπες για να προστατεύσουν εαυτούς από μια πρόωρη διαδοχή, κάτι που νομιμοποίησε η λογική – «αναγκαστική σκληρότητα για χάρη του κράτους»;

Ο συγγραφέας βρίσκει αφορμή να αναφερθεί στον «πολύ οικείο αλλά και απειλητικό φόβο της κρατικής ισχύος», θυμίζοντας τη φράση Τούρκων κρατικών αξιωματούχων εναντίον καλλιτεχνών και συγγραφέων που ασκούσαν κριτική στο σύστημα: «Τον ποιητή πρώτα θα τον κρεμάσεις κι έπειτα θα τον κλάψεις κάτω απ΄ την αγχόνη».

Άλλοτε με τις αναφορές στις σχέσεις ανάμεσα στους πολιτισμούς και στον τρόπο που προσεγγίζουν έννοιες όπως η πατροκτονία και η παιδοκτονία, κι άλλοτε με τις προσεγγίσεις του στο θέμα του εκδυτικισμού της Τουρκίας, που έγινε αιτία να ξεχαστούν οι ποιητές και οι μύθοι της Ανατολής, ο Παμούκ δίνει ένα ιδιαίτερο βάθος στο μυθιστόρημά του, δηλώνοντας έτσι και τις μεγάλες αγωνίες του. Στα βιβλιοπωλεία, λέει, της Ιστανμπούλ δεν ήταν εύκολο να βρεθεί μετάφραση του περσικού έπους «Σαχναμέ» που έγραψε χίλια χρόνια πριν ο Φιρντουσί. «Έπειτα από διακόσια χρόνια προσπάθειας εκδυτικισμού της Τουρκίας, δεν ενδιαφερόταν κανείς πια γι΄ αυτή τη θάλασσα από ιστορίες». Επίσης, σχολιάζει χαρακτηριστικά ότι κατά την περίοδο που στις εφημερίδες της Δύσης συζητιούνταν τα οφέλη μιας βομβιστικής επίθεσης στο Ιράν, οι κοσμικές κι εθνικιστικές εφημερίδες της Κωνσταντινούπολης αναρωτιούνταν «Θα γίνει Ιράν και η Τουρκία;».

Με τη μετάφραση της Στέλλας Βρετού, η οποία έχει αποδώσει στα ελληνικά τα περισσότερα έργα του Παμούκ, ο συγγραφέας, δίνοντας ένα ευρηματικό τέλος στο μυθιστόρημα, δίνει φωνή στη «γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά», στην ανατρεπτική θεατρίνα που μεταφέρει στο κοινό ιστορίες της ανατολής και της δύσης, στην ερωτική γυναίκα και στη μάνα πάνω στο κλάμα της οποίας «είναι χτισμένη η λογική του σύμπαντος», στο πρόσωπο που βρίσκεται ανάμεσα στον οργισμένο γιό και στον απόντα πατέρα. Στο χαρακτήρα που θα απαντήσει: «Γιατί όσα γίνονται στις παλιές ιστορίες και στα παραμύθια, σου συμβαίνουν τελικά και στην πραγματική ζωή. Όσο πιο πολύ διαβάζετε όσο πιο πολύ πιστεύετε στους μύθους, τόσο πιο πολύ σας συμβαίνουν».

 

 

info: «Η γυναίκα με τα κόκκινα μαλλιά» του Ορχάν Παμούκ, εκδόσεις «Πατάκη, μτφρ. Στέλλα Βρετού

 

Δήμητρα Ρουμπούλα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here