O μάγος της πλατείας Αμερικής (του Φίλιππου Φιλίππου)

0
602

 

Φίλιππος Φιλίππου.

 

 

Ήταν παραμονές Χριστουγέννων, η πόλη είχε πάρει γιορτινή όψη με στολισμένες βιτρίνες και γιρλάντες στις κολώνες. Στους δρόμους και στα μαγαζιά, αγόρια και κορίτσια με τρίγωνα έλεγαν τα κάλαντα: «Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα/ άστρο λαμπρό τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα». Εκείνη την ημέρα είχα τα χάλια μου. Βρισκόμουν στην πλατεία Βικτωρίας, κοντά στο ισόγειο δυάρι μου. Το πρωί είχα εισπράξει το επίδομα από το ταμείο ανεργίας κι ύστερα πλήρωσα στην Τράπεζα το χαράτσι, αυτό που το λένε ένφια. Άκου ένφια!

Την προηγούμενη, είχα λάβει ένα τηλεφώνημα από την Z. η οποία μου είπε πως έπρεπε να χωρίσουμε για λίγο ώστε να σκεφτεί τι θα γίνει με μας.

«Χρειάζομαι χρόνο, πρέπει να βρω την ισορροπία μου», δήλωσε.

Ήταν σαν να έφαγα ένα τούβλο κατακέφαλα. Έκανα ώρες να συνέλθω και τη νύχτα έμεινα ξάγρυπνος. Η έλλειψη χρημάτων και η συμπεριφορά της Ζ. με τσάκισαν. Ένιωθα κατάθλιψη.

Έξω από το σταθμό του ηλεκτρικού, ένας μαύρος μοίραζε στους περαστικούς χαρτάκια. Πήρα ένα και διάβασα:

 

ΜΕΓΑΛΟ ΜΕΝΤΙΟΥΜ MOYAFARA

Πνευματιστής!

Αστρολογικές και πνευματικές υπηρεσίες.

Πάνω από είκοσι χρόνια εμπειρίας.

Λύνω όλα σας τα προβλήματα.

Μπορώ να κάνω τους ερωτευμένους να είναι καλύτερα από πριν.

Μπορώ να επανασυνδέσω τους χωρισμένους.

Αποτελέσματα σε 7 ημέρες.

Κατασκευή φυλακτών.

Τηλέφωνο 6980956811

 

Ήμουν τόσο σκοτισμένος που σκέφτηκα πως το μέντιουμ μπορούσε να λύσει και το δικό μου πρόβλημα. Έφτασα σπίτι κι αφού έκανα ντους πήγα στον τηλεφωνικό θάλαμο της γειτονιάς, γιατί μου είχαν κόψει το τηλέφωνο, επειδή δεν πλήρωσα το λογαριασμό. Έβαλα την κάρτα και σχημάτισα τον αριθμό του μάγου.

«Αλό;» έκανε μια βαθιά φωνή.

«Ο κύριος Μουαφάρα;»

«Εγώ».

«Κύριε Μουαφάρα, μου έδωσαν ένα χαρτί με το τηλέφωνό σας».

«Έλα να με βρεις. Πώς λέγεσαι;»

«Θανάσης».

Το όνομα ήταν ψεύτικο, βεβαίως. Δεν υπήρχε λόγος να του πω το αληθινό. Μήπως θα τον ξανάβλεπα; Μου είπε οδό και αριθμό, ήταν στην πλατεία Αμερικής, έμενε στο ισόγειο. Πήρα το τρόλεϊ γεμάτος ελπίδες. Το μαντείο βρισκόταν σε μια παλιά πολυκατοικία, δίπλα σ’ ένα μαγαζί που πουλούσε ψεύτικα χριστουγεννιάτικα δέντρα. Το κουδούνι έγραφε το όνομα του μάγου με λατινικά στοιχεία. Το χτύπησα, η βαθιά φωνή ρώτησε «Ποιος;», «Ο Θανάσης», είπα. H πόρτα άνοιξε και μπήκα. Σε λίγο, βρέθηκα μπροστά στο μέντιουμ. Ήταν κατάμαυρος, αδύνατος, ντυμένος με χρωματιστή κελεμπία, διακοσμημένη με λουλούδια. Φορούσε μαύρα γυαλιά ηλίου και στο κεφάλι ένα καπέλο με φτερά. Το δωμάτιο, όπου με συνόδευσε ήταν μισοσκότεινο· το φως έβγαινε από ένα πορτατίφ στον τοίχο. Μια γλυκερή μυρωδιά έφτασε στα ρουθούνια μου, κάτι ανάμεσα σε λιβάνι και χασίσι. Εκείνος κάθισε σε μια μαύρη πολυθρόνα, πίσω από ένα ξύλινο τραπέζι, δίπλα σε μια πλαστική ντουλάπα. Εμένα μ’ έβαλε σ’ έναν καναπέ με μαύρο κάλυμμα.

«Τι μπορώ να κάνω για σένα, αδελφέ;» με ρώτησε σε φριχτά ελληνικά.

«Έχω προβλήματα με την κοπέλα μου», του είπα.

Το πρόσωπό του έλαμψε, τα μάτια του δεν μπορούσα να τα δω κάτω από τα γυαλιά.

«Γι’ αυτό είμαι εδώ», είπε.

«Πόσο πάει;» τον ρώτησα.

«Ποιο πράγμα;»

«Η βίζιτα».

«Μόνο είκοσι ευρώ».

Το ποσόν δεν ήταν υπερβολικό, αλλά ήμουν άνεργος και τα λεφτά τα είχα ανάγκη.

«Πολλά δεν είναι;»

Φάνηκε ν’ αγριεύει· δεν σήκωνε αντιρρήσεις, βρισκόμουν στην έδρα του.

«Εγώ κάνω τις ερωτήσεις, αδελφέ», είπε.

«Εντάξει», συγκατένευσα.

«Πώς σε λένε;» ρώτησε.

«Σου το είπα».

«Αυτό που είπες είναι ψεύτικο».

Ήταν πράγματι μάγος, διαπίστωσε το ψέμα μου! Σιγά που θα του έλεγα το αληθινό, έπρεπε να ξεφουρνίσω ένα άλλο.

«Εντάξει. Με λένε Ζώη».

«Κι εκείνην;»

Δίστασα να προφέρω το όνομά της για να μην το γρουσουζέψω. Ωστόσο, είπα:

«Τη λένε Ζωή».

Έμεινε έκπληκτος.

«Με τέτοια ονόματα περιμένεις να πάει καλά η  σχέση σου, αδελφέ;»

«Τι έχουν τα ονόματα;»

«Είναι ομώνυμα».

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Σημαίνει πως μόνο τα ετερώνυμα έλκονται. Τα ομώνυμα απωθούνται. Το λέει και η επιστήμη».

«Ποια επιστήμη;»

«Η Φυσική».

«Και τι κάνουμε τώρα; Αλλάζουμε τα ονόματα;»

«Όχι, αδελφέ! Δεν τ’ αλλάζουμε».

«Τι κάνουμε;»

«Κάνουμε μαγικά κόλπα».

O μάγος σηκώθηκε, με πλησίασε, έβαλε τα χέρια του πάνω στο στήθος μου. Με το πρόσωπο στραμμένο προς το ταβάνι έλεγε τα δικά μου σε μια άγνωστη διάλεκτο. Ήθελα να γελάσω κι αμέσως να κλάψω. Άκου να πάω σε μέντιουμ! Αν με βλέπανε οι φίλοι μου θα μου ρίχνανε σφαλιάρες κι αν το μάθαινε η Ζ. θα με οικτίριζε. Έπρεπε να του ζητήσω να κάνει κάτι για να βρω δουλειά, να βρω λεφτά. Η καρδιά μου έκανε σαν ταμπούρλο, άκουγα τους χτύπους της. Τακ, τακ, τακ. Εκείνος απτόητος συνέχιζε να μονολογεί στην άγνωστη γλώσσα του.

Έπειτα από δέκα λεπτά, μου χαμογέλασε γλυκά:

«Γύρνα σπίτι σου και περίμενε».

«Τι να περιμένω;»

«Θα σε επισκεφτούν τα πνεύματα».

«Τι ώρα θα έρθουν;»

«Δεν ξέρω ακριβώς. Πρέπει να περιμένεις. Δος μου το χρήμα τώρα!»

Έβγαλα από την τσέπη μου ένα 20ευρο και του το έτεινα. Το πήρε, το χάιδεψε τρυφερά, κάθισε στην πολυθρόνα και το έβαλε στο συρτάρι του γραφείου του. Έσκυψα το κεφάλι από ντροπή, έπειτα τον κοίταξα σαν χαμένος. Εκείνος, νομίζοντας πως θα μετάνιωνα, σηκώθηκε όρθιος:

«Στην ευχή του Θεού, αδελφέ!»

Γρήγορα συνήλθα, ενώ μέσα στο μυαλό μου γίνονταν ζυμώσεις. Θεωρούσα πως ήταν του χεριού μου. Έκανα το γύρο του γραφείου, άνοιξα με δύναμη το συρτάρι και βούτηξα το 20ευρό μου. Μέσα ήταν κι άλλα χαρτονομίσματα: 5ευρα, 10ευρα, 50ευρα. Μαζί κι ένα ατσάλινο αφρικάνικο μαχαίρι. Άρπαξα τα λεφτά και το μαχαίρι, ενώ ο μάγος προσπάθησε να μ’ εμποδίσει.

«Τι κάνεις, αδελφέ;»

«Είμαι άφραγκος», είπα κι έχωσα τα ευρώ στην τσέπη μου.

Επιχείρησε να τα πάρει πίσω και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Του έδωσα μια με το μαχαίρι κατάστηθα και τον είδα να πέφτει. Έπειτα πέταξα το μαχαίρι πίσω από την ντουλάπα. Προτού προλάβω να συνειδητοποιήσω τι έκανα, αν η πράξη μου ήταν ωφέλιμη ή καταδικαστέα, έφυγα άρον άρον από το μαντείο. Αντί να επιστρέψω σπίτι με το τρόλεϊ, πήγα με τα πόδια για να χαλαρώσω. Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη του μπάνιου, είδα τα χάλια μου.

«Είσαι βλάκας!» φώναξα.

Ασυναίσθητα, άρχισα να λέω τα κάλαντα στον εαυτό μου. «Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει/ οι ουρανοί αγάλλονται χαίρει η φύσις όλη». Έπρεπε να ψάξω για δουλειά. Έδινα συγχαρητήρια στο μάγο που ήρθε μετανάστης σε ξένη χώρα κι αμέσως βρήκε τρόπο να βιοπορίζεται. Μέντιουμ! Να δουλειά για έξυπνους μαύρους ή άσπρους ή κίτρινους, σκέφτηκα. Ύστερα έπεσα στο κρεβάτι, άνοιξα την τηλεόραση και είδα το εορταστικό πρόγραμμα. Τι ωραία που ήταν! Η νύχτα όμως δεν είχε τίποτα το χριστουγεννιάτικο, τίποτα παρηγορητικό, έμεινα πάλι ξάγρυπνος. Αναρωτιόμουν πότε θα έρχονταν οι αστυνομικοί να με συλλάβουν, αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ. Ποιος νοιαζόταν για έναν κακομοίρη από την Αφρική που παρίστανε το μάγο και βρέθηκε μαχαιρωμένος στο σπίτι του (επέζησε άραγε;) παραμονή Χριστουγέννων;

Προηγούμενο άρθροΧριστουγεννιάτικη Πουτίγκα (της Αλεξάνδρας Κωνσταντιδέλλη)
Επόμενο άρθροΧριστουγεννιάτικη ιστορία (του Λευτέρη Ξανθόπουλου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ