Νίκος Καζαντζάκης, ταξιδιώτης και ταξιδευτής

0
1731

 

  Νίκη Τρουλλινού.

 

 

 

Υπάρχουν πολλοί Καζαντζάκηδες μέσα στον Καζαντζάκη, σημειώνει ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος ( φθινόπωρο του 1958, στο περιοδικό ‘’Καινούργια Εποχή’’). Και, φαίνεται πως, εκείνα τα χρόνια της μελαγχολικής επαρχιακής πόλης και της εφηβείας, είχα διαλέξει τον Καζαντζάκη των ταξιδιών.

Αν γυρίσω πίσω στη δεκαετία του ’60, δεν έχω παρά τούτα να θυμηθώ:

Χρόνια δικτατορίας. Η επαρχιακή πόλη, τα περιλάλητα Χανιά,   όμορφη, ναι,  μα μελαγχολική, στενεμένη πολύ, να σέρνεται δίπλα στη θάλασσα. Τα καλοκαίρια ο ήλιος κι οι αμμουδιές παρηγορούσαν την εφηβική ηλικία. Ύστερα με τα πρωτοβρόχια του φθινοπώρου, μουντά όλα, μίκραιναν οι μέρες,  μίκραινε ο τόπος. Στο σχολείο ο παιδονόμος παρακολουθούσε άγρυπνος το μήκος της μπλε ποδιάς, αν χρειαζόταν το μετρούσε και με τη μεζούρα που, ως κακός μάγος με μια κίνηση ολωσδιόλου θεατρική,  έβγαζε από την τσέπη του τριμμένου σακακιού. Το χειμώνα τα σπίτια νοτισμένα στο λιμάνι,  ερχόταν ο στίχος του Γιάννη Θεοδωράκη να τα χαϊδέψει… και το λιμάνι είναι μικρό, γιατί ήμουν πάντα μόνος…. Το άγαλμα της Ελευθερίας στο λόφο των Βενιζέλων, πάνω από τη Χαλέπα, πεσμένο κατά γης. Το γκρέμισε μια νύχτα, μια καταιγίδα. Άκουγε η πόλη τους κεραυνούς, μεσ’ στο βαθύ της ύπνο.  Σημαδιακό, είπαν…Κάποιοι γείτονες είχαν προλάβει κιόλας να πάνε εξορία και ένας φίλος του σπιτιού στη φυλακές της Αίγινας. Δίπλα στον ξακουστό βενετσιάνικο φάρο, καθισμένο, λες, πάνω στα βράχια ένα ναυαγισμένο καράβι. Το λέγανε ‘’Ο Άφοβος’’. Άφησαν το κουφάρι του για χρόνια εκεί. Να τρομάζει τη νιότη μας, να μας προειδοποιεί, θαρρείς, ‘’είδατε τι παθαίνουν τα ταξιδιάρικα καράβια;’’ Ο Σαββόπουλος με το ‘’Φορτηγό’’ του είχε εισβάλλει στις εφηβικές παρέες , δυο – δυο, νάτα τα κορίτσια, περιμένουνε στη στάση όταν σκολνούν απ’ τ’ αγγλικά,  στο περίπτερο της στάσης το ΒΗΜΑ, μιάμιση δραχμή, μιλούσε για το πυρπολημένο ρύζι και τις βόμβες ναπάλμ στο Βιετνάμ, για τα πανεπιστήμια στην Καλιφόρνια και για τον Μάη στο Παρίσι. Το χάρτη, να σβαρνίσουμε  το χάρτη του κόσμου, με τον Καζαντζάκη στο χέρι.

Μοιάζουν όμορφα τώρα να τα θυμάσαι όλα αυτά, η απόσταση εξωραΐζει τα πράγματα, όπως συνηθίζουν να λένε. Ίσως. Κι όμως ήταν χρόνια μ’ ένα λυγμό μονίμως ακουμπισμένο  πάνω στο λαρύγγι.

Λοιπόν ; Καλή η Κρήτη, μα μονάχα για να πάρεις φόρα. Νίκος Καζαντζάκης, βεβαίως από την Αναφορά στον Γκρέκο. Είμασταν μια παρέα έξι κορίτσια, πρώτο γυμνάσιο θηλέων Χανίων, μάλλον το ’69, ή,  μήπως το ’’70, –  βγαίναμε  αναφορά κάθε πρωί όχι στην γυμνασιάρχη, μα  στο Νίκο, δανεισμένα τα βιβλία, ούτε θυμάμαι πια από πού και ποιους. Έκαναν βόλτα, κόκκινα, σταχωμένα από τσάντα σε τσάντα. Ο ‘’Βραχόκηπος’’ μόνο με χάρτινο μαλακό εξώφυλλο, η πρώτη έκδοση από την ΕΣΤΙΑ, μετάφραση από τα γαλλικά και πρόλογος του Π. Πρεβελάκη. Είναι το βιβλίο, που ξέρω ποιος μου χάρισε, είναι εκείνο που μ΄ ακολούθησε όλα τα χρόνια, σε όλες τις μετακομίσεις, τις αναταράξεις και τις επιστροφές. Τον Καζαντζάκη τον διάβασα  κυρίως στο τελευταίο θρανίο της τάξης με θέα το παλιό πέτρινο ρολόι του δημοτικού κήπου. Εκεί ο θεολόγος και παπάς συγχρόνως,  πρόσωπο όχι αγαπημένο της μαθητικής μας ζωής, μας τσάκωσε με την Ασκητική,  και πώς να εξηγήσεις  ότι,  λίγα έως τίποτα είχα καταλάβει από το παράνομο διάβασμά μου. Και δεν σταμάτησε  ο ιερέας εκείνος ούτε η ‘’θεούσα’’ κυρία Μ. καθηγήτρια των οικοκυρικών  το βλέμμα μας από το να σεργιανά   στις σελίδες των βιβλίων του. Ίσα – ίσα, η απαγόρευση, η τιμωρία καλλιέργησε την περιέργεια, ίσως, εν τέλει, κάποιους ανθρώπους να τους ευγνωμονούμε για τα ‘’μη’’ και τα για τα ‘’όχι’’  τους. Τα αγαπημένα  όμως ήταν η ΑΝΑΦΟΡΑ, πάει να πει το μεγάλο του ταξίδι, και τα ταξιδιωτικά του. ’Όσο θάμαι ζωντανός, μητέρα, όσο θάμαι ζωντανός, θα φεύγω. Το μεγάλο ζητούμενο της απελευθέρωσης από τον τόπο της γέννησης μας, το κόψιμο του ομφάλιου λώρου, η ανάγκη αλλά και η δυνατότητα, ίσως, μέσα από την γνώση του ‘’ταξιδιού’’, να καλωσορίζεις τη γνώση του εαυτού σου.  Κι εμείς τότε θέλαμε να φύγουμε. Λίγο το πνίξιμο της πετρόχτιστης πολιτείας, λίγο οι απαγορεύσεις μιας κοινωνίας βαθιά συντηρητικής, λίγο τα φτερά που μεγάλωναν αλλά πέταγμα κανένα, ήθελα να φύγω. Κι ο Καζαντζάκης, ως να τα καταφέρω στα δέκα οχτώ, ήταν εκείνος που ‘’ μ΄  έφευγε’’.  Πιο προσεκτική πια, ίσως και κάτω από την ασυλία της καλής αλλά ατίθασης μαθήτριας , συνέχισα να μετρώ σελίδες, να μετρώ το χρόνο πάνω στους δείχτες του ρολογιού απέναντι, ως τη μέρα της φυγής, ως το χρόνο των δικών μου ταξιδιών.

 

έζησα την πυρετώδη ανία του αργοκίνητου επαρχιακού καιρού, όπου οι νέοι ξεκουκίζουν με πυρωμένα δάχτυλα τις ομοιόμορφες στιγμές τους (ο Μοριάς) Νάτο, λοιπόν, για μας, για μένα μιλά.  Και:  Το θάμα κουτουλάει την πραγματικότητα, ανοίγει τρύπα και μπαίνει  γράφει στην ΑΝΑΦΟΡΑ.  Και το θάμα συντελείται.  Με σηκώνει από το θρανίο και με τριγυρνά στο Μοριά, εκεί, κάτω από τα πυκνά πεύκα ανεβαίνει στο Κρόνιο,  τον ιερό τόπο της Ολυμπίας να δούμε από ψηλά. Στην κόκκινη Μόσχα, στα δρομάκια της Ασίζης, στην ανηφόρα του Θεοβάδιστου Όρους. Με ρίχνει στις πέτρες της Αραβίας, μου φέρνει μυρουδιές της φελάχας γης και του Νείλου, μου συστήνει το ανήσυχο Βερολίνο του ’20. Με παίρνει σε βραχόκηπους της Άπω Ανατολής, με καλωσορίζει στα δάση της Αλσατίας, μου ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του Σαίξπηρ. Χάνεται στη στέπα της Κιργισίας, μου γνέφει θλιμμένα αναγγέλλοντας την εκτέλεση του Λόρκα και…και…Κι ύστερα, τι μπορεί να σημαίνει άραγε το όνομα Λένιν, το σιγοψιθύρισε ο πατέρας κανά δυο φορές, Ο Φράγκο, τι έγινε αλήθεια εκεί στην Ισπανία το ’36; Ο Λόρκα, ποιος είναι; Ο Ρ. Ταγκόρ και ο Γκόργκι, πιο εύκολα τα πράγματα εδώ, σε βιβλιοθήκες γνωστών με περιμένουν,  ο Νίτσε, τι είπε ετούτος; και…και…Και ‘’Ιστορία της ρώσικης λογοτεχνίας’’ . Το δεύτερο βιβλίο (δύο κομψοί τόμοι, για την ακρίβεια) του Ν. Κ. που από τότε έχω μαζί μου. Ξεθωριασμένα και πανόδετα , εκδόσεις Ελευθερουδάκη, εν Αθήναις 1930. Στο εσώφυλλο τους το όνομα της αδελφής μου και 6 + 6 πορτρέτα, χαρακτικά μοιάζουν, των μεγάλων ρώσων κλασσικών. Η νέα αναγνωστική  περιπέτεια μού χτυπά την πόρτα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.   Κοντολογίς: τι άλλο να ήθελε ένα κορίτσι στα δεκαπέντε, τα δεκάξι, τα δέκα εφτά  του,  στη στεγνή επαρχία των συνταγματαρχών, όταν μπορεί, μαζί με τους πρώτους έρωτες ν’ αλητεύει από το ένα βιβλίο  στο άλλο,  ας μην τα καταλαβαίνει όλα, τι πειράζει, να φεύγει πάντως,  να δαγκώνει το μήλο της γνώσης, μοιραίο και σωτήριο το ολίσθημα,  να ονειρεύεται και νοερά να ταξιδεύει;

Τα χρόνια κύλησαν με την απαραίτητη ‘’πατροκτονία’’, ως τη εποχή της ωριμότητας που νιώθεις την ανάγκη να επιστρέψεις στον πατέρα ή να επανα- εφεύρεις  τον  σκοτωμένο από τα χέρια σου πατέρα. Κι διαπίστωνα τώρα, με περιέργεια αλλά και μια εσωτερική γλύκα, πως την Αναφορά  και τα Ταξιδεύοντας   ήταν που ήθελα και  πάλι να προσκυνήσω. Από τη νοσταλγία των εφηβικών μου χρόνων; Όχι. Άλλωστε η νοσταλγία δεν είναι και η καλύτερη συνταγή σαν θέλεις να προχωράς. Τώρα, μεγάλη πια και με κάμποσα ταξίδια στο δισάκι μου, ανάμεσα σ΄ αυτά και το δειλό ταξίδι στο πέλαγος των λέξεων,  μπορώ,  μάλλον, να εκλογικεύσω το συναίσθημα και με  ενσυνείδητη γνώση να απαντήσω στο ερώτημα : τι ήταν εκείνο που είχα αγαπήσει στον Καζαντζάκη της νιότης μου και το βρίσκω  ξανά μπροστά μου, όλο σφρίγος και ζωντάνια…

Η ζωή μου ; Ταξίδια, μια αιματόχρωμη γραμμή μέσα στις ηπείρους. ( από ραδιοφωνική του συνέντευξη, λίγο πριν το θάνατο του.) Ο Π. Πρεβελάκης γράφει: …κινούσε να μαζέψει εικόνες, ταραχή, χρώμα… και στο ‘’Βραχόκηπο’’ ο Λιαν Κε ρωτά τον αφηγητή ( Καζαντζάκη)

– Συλλογίζουμαι τι άραγε θα καταλάβετε από την Κίνα, λευκέ άνθρωπε.

Κι ο αφηγητής: έρχομαι για να δώσω χαρά στις πέντε μου αιστήσεις. Δεν είμαι, δόξα σοι ο Χριστός κι ο Βούδας, ούτε κοινωνιολόγος ούτε έμπορος ούτε τουρίστας. Ένα ζώο με πέντε πλοκάμια που χαϊδεύει τον κόσμο.

Για τον Καζαντζάκη, λοιπόν, το ταξίδι δεν είναι το ρομαντικό προσκύνημα μα ούτε και η στοχαστική μόνο περιήγηση που συναντάμε στη λογοτεχνία από τον 16ο αιώνα ακόμα. Ο Καζαντζάκης γυρνά πολύ πίσω, στον προπάτορά του τον Οδυσσέα. Μήπως αυτός δεν είναι ο πρώτος ταξιδιώτης που μετουσιώνει το αίτημα του ταξιδιού σε τέχνη, μέσα από τα μάτια του δημιουργού του;   Κι αν η ψυχή είναι  η συγγυμνασία πασών των αισθήσεων  ο Ν. Κ. ταξιδεύει καταθέτοντας όλη του την ψυχή, ως άλλος Οδυσσέας. Με μια διαφορά ίσως,  ο Καζαντζάκης είναι  συγγραφέας περισσότερο της φυγής, της αναχώρησης  και λιγότερο του νόστου, η Ιθάκη μόνο ένας σταθμός γι’ αυτόν κι ύστερα πάλι στις θάλασσες και τους σταθμούς θα επιστρέφει.

Το ταξίδι του είναι η μετακίνηση που θα του δώσει τη γνώση των τόπων, τη σκέψη για τους τόπους, το ταρακούνημα της σκέψης. Θέλει να δει, να ακούσει, να μυρίσει, να γευτεί, να αγγίξει, να ξαμολήσει δηλαδή, το κοπαδάκι μου, τις πέντε τίγρεις  πιστός πάντα στο θεό του τον Έπαφο – ένας παράξενος, μα την αλήθεια,  θεός• γιος του Δία, γεννημένος στην Αίγυπτο, κρυμμένος από τους Κουρήτες στην Κρήτη, μεγαλωμένος στη Συρία, άντρας της Μέμφιδος, κόρης του Νείλου – μήπως κάτι θέλει να μας πει ο Καζαντζάκης μέσα από την αγάπη του στον Έπαφο;

Δεν του φτάνει  όμως μόνο να γνωρίσει τους τόπους.  Προχωρεί πιο πέρα, θέλει να ερμηνεύσει τους τόπους. Όπλο του η γνώση. Ο Καζαντζάκης είναι ένας ωκεανός γνώσεων, σίγουρα πιο βαριά στις αποσκευές του τα βιβλία που μαζί του κάθε φορά κουβαλά από τα ρούχα του. Η γνώση, που ο έρωτας του  γι’ αυτήν συχνά αγγίζει τα όρια της λαγνείας, θα του δώσει τα εργαλεία τα χρειαζούμενα για να σκεφτεί και να διατυπώσει τη δική του ερμηνεία. Χωρίς φόβο αλλά με πάθος. Λυρικός και ανήσυχος για το χρέος στους προγόνους, ενθουσιώδης αλλά και σκεπτικιστής στους τόπους που νέες ιδέες γεννιούνται,   σαρκαστικός για το Άγιο Πάσχα στα Ιεροσόλυμα, προφητικός σε βαθμό που σοκάρει (στα κεφάλαια ‘’ Ο θρήνος των Οβραίων ‘’ και ‘’η γη της επαγγελίας’’)  όταν μιλά  για το περίφημο εβραϊκό ζήτημα και απλώνει τη σκέψη του στον πολιτισμό της διασποράς και συναντιέται, χωρίς να το μάθει ποτέ, με το  βιβλίο του εβραίου Ααρών Άπελφελντ , ‘’ιστορία μιας ζωής’’.

 

Μα ο ταξιδιώτης Καζαντζάκης είναι και το ανήσυχο πνεύμα της εποχής του. Θέλει να ταξιδέψει και ταξιδεύει μέσα στην Ιστορία, με την αγωνία του πνεύματος που ζει την Ιστορία, εκεί που η μεγάλη πολυπρόσωπη Κυρία  γεννά,   εκεί που αγκομαχεί, κι αλλού που βαδίζει σε δρόμους ολισθηρούς ,  στον αναβρασμό και  το  καμίνι,  εκεί που η ανθρώπινη σκέψη δοκιμάζει το καινούργιο αλλά και δοκιμάζεται. Εκεί,   που ο ίδιος γνωρίζει καλά,  ( η ανάμνηση του Καπετάν Μιχάλη να ζώνεται τ’ άρματα είναι πάντα παρούσα  )  πως ο άνθρωπος, τέτοιες στιγμές γίνεται μεγάλος, πολύ μεγάλος και συνάμα μικρός, πολύ μικρός. Γιατί μέσα από τα ταξίδια του είναι ο άνθρωπος που τον νοιάζει. Ποιος άνθρωπος;   Από τον  σοφό, ειρωνικό, ηδονιστή, γόη, γιομάτο μνήμη Καβάφη  ως την γριά του καλαβρέζικου χωριού, που θα τον φιλέψει ένα πιάτο φασολάδα, θα τον κοιμίσει στην ξύλινη τάβλα και τον πρωί θα τον ξεπροβοδίσει λέγοντάς του φχαριστώ. Ποιος άνθρωπος; Αυτός ο Ίδιος. Το δικό του ταξίδι προς τα μέσα, το φανέρωμα των πιο κρυφών του επιθυμιών, των πιο βαθιών του στοχασμών , όπως θα γράψει το ’50 στον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο. Τα ταξίδια μας δεν γίνονται, γεννιούνται, ανθοβολούν, οδηγούν προς τον ίδιο μας  τον εαυτό  θα τον συμπληρώσει ο Λ. Ντάρρελ στα ‘’Πικρολέμονα‘’ του. Κι εκεί μέσα του γράφεται το έργο του, γι’ αυτό δεν μόχθησε μια ζωή ; Το έργο του, που εντέλει δεν είναι τίποτα άλλο από το χάρτη των ταξιδιών του, εκείνων σε χώρες και θάλασσες και του Άλλου προς τη δύσβατη κορυφή.

 

Το πρώτο μου χρέος στον Καζαντζάκη, εκεί στην τρυφερή ηλικία της εφηβείας είναι που μ’ έμαθε να βλέπω ταξιδεύοντας. Κι όχι μόνο.  Είναι δύσκολο πολύ να δεις ένα τόπο με τα μάτια σου όταν, πριν από σένα πέρασε από τον τόπο αυτόν ένας ποιητής,  λέει καθώς πλησιάζει στο Τολέδο.  Μ’ έμαθε, λοιπόν, να βλέπω το δρόμο της Ασίζης προς τον Άγιο Φραγκίσκο με τα δικά του μάτια, ν’ αγναντεύω την πεδινή Ανδαλουσία με τα λιόδεντρα και τα κυπαρίσσια με τα μάτια του Λόρκα, να διασχίζω την Αλεξάντερπλατς και να χαμογελώ στον Άλφρεντ Ντέμπλιν, ν΄ ακούω στα στενορύμια της Δαμασκού τον Καβάφη ‘’ δεν ήθελα να μένω στην Αλεξάνδρεια εγώ’’ και στην Σαλαμίνα της Κύπρου ν’ ανακαλώ το πρόσωπο του Σεφέρη. Και να ονειρεύομαι.. .σε ποιον τόπο τώρα θα πάμε ; Με ποιον εραστή συνοδοιπόρο;

Μα και το άλλο χρέος, ζόρικο, κατά πως θάλεγε κι Εκείνος.

Πάντρεψε τη δική του ματιά, αυτό το απόκρημνο βλέμμα, με το βλέμμα του κόσμου. Έσμιξε τη μυρωδιά του χαρουπιού και των σαπισμένων κίτρων  από το λιμάνι του Μεγάλου Κάστρου της παιδικής του ηλικίας με τις μυρωδιές του κόσμου. Δείχνει τον τρόπο να πορευτούμε στην εποχή μας, που σύνορα δύσβατα ορθώνονται. Μεγάλος Κρητικός ; Ναι. Αλλά και πολίτης του κόσμου, πριν καν ακόμα εφεύρουν οι …αταξίδευτοι τον όρο.

 

(Στη φωτό ο Νίκος Καζαντζάκης στη Φλωρεντία)

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΠανελλήνιος Διαγωνισμός Διηγήματος
Επόμενο άρθροΕικοσιπέντε χρόνια μετά

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ