Νικόλας Σάπο: Ο Επίμονος Κηπουρός των Μπονσάι (συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη)

0
734

 

συνέντευξη στην Αλεξάνδρα Σαμοθράκη

Ο Νικόλας Σάπο γεννήθηκε το 1981 στην Αθήνα όπου και ζει. Είναι απόφοιτος του Οικονομικού της ΑΣΟΕΕ και βιοπορίζεται από τη δημοσιογραφία. Η «Πλατεία Πιγκάλ» είναι η δεύτερη συλλογή χιουμοριστικών μικροδιηγημάτων του που συμπληρώνει τις οικείες ιστορίες καθημερινής τρέλας του loser ήρωα του «Πάντα Κάνω Λάθος το Πεπόνι» (επίσης από εκδόσεις Πανοπτικόν). Αναγνωρίσιμη είναι η απλότητα της γλώσσας, η ταχύτητα της αφήγησης και η εύστοχη απόδοση της γλυκόπικρης αίσθησης του σύγχρονου ελληνικού zeitgeist. Ήδη συνταγογραφείται από τον ΕΟΔΥ για όσους παίρνουν τη ζωή τους ή τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία υπερβολικά στα σοβαρά.

Γράφετε αποκλειστικά μικροδιηγήματα. Γιατί;
Νομίζω ότι σε αυτή τη φάση τα μικρά διηγήματα μου ταιριάζουν. Είμαι συνήθως ανυπόμονος και όταν σκεφτώ μια ιδέα θέλω να την αποτυπώσω και να την αναπτύξω σχετικά γρήγορα. Έτσι κάθομαι αμέσως να τη γράψω και αποφεύγω τη φλυαρία. Οι διορθώσεις στη συνέχεια είναι ένα άλλο κομμάτι, σίγουρα πιο χρονοβόρο. Αλλά πάντα γίνονται στην ήδη ανεπτυγμένη μικρή φόρμα.

Ποια πλεονεκτήματα έχει η μικρή φόρμα για τον συγγραφέα;
Όπως είπα και πριν, το βασικότερο πλεονέκτημα είναι ότι αποφεύγεται ένα είδος φλυαρίας και «επίδειξης γνώσεων» που μπορεί εύκολα να αποπροσανατολίσει συγγραφείς και αναγνώστες. Η μικρή φόρμα είναι πιο άμεση και ίσως πιο ελκυστική σε αυτούς που θα την επιλέξουν για να τη διαβάσουν.

Και για τον αναγνώστη; Πιστεύετε πως πλέον σαν κοινωνία έχουμε διάσπαση προσοχής λόγω των social media οπότε είναι ευκολότερο να διαβάζουμε υπερμικρά διηγήματα;
Οι αναγνώστες αυτό που θέλουν να διαβάσουν θα το διαβάσουν. Μπορούν να τους κρατήσουν είτε αριστουργήματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας εκατοντάδων σελίδων, είτε σημειώσεις από το μπαούλο ενός ανώνυμου συγγραφέα. Ωστόσο, ναι, τα social media αυτή την εποχή, μας έχουν εκπαιδεύσει στην ατάκα των 140 χαρακτήρων.

Σε ποιο βαθμό η πρωτοκαθεδρία του μυθιστορήματος πηγάζει από τη γενική μας τάση για υπερκαταναλωτισμό; Είναι το λακωνίζειν μια μορφή απελευθέρωσης;
Μπορείς να υπερκαταναλώσεις κάθε λογής σκουπίδια. Οπότε, σημασία έχει η ποιότητα κάθε είδους. Να σημειώσω βέβαια ότι οι 80 σελίδες δεν είναι εισιτήριο για κάτι απαραίτητα ποιοτικό.

Τα μπονζάι είναι φυτά που δεν τους έχει επιτραπεί η ομαλή ανάπτυξη. Συμβαίνει το ίδιο και με το μικροδιήγημα; Πώς ξεπερνάτε τους σκόπελους;
Ας το προσεγγίσουμε μια πιο θετική διάθεση. Τα μπονζάι είναι μικρογραφίες των μεγάλων φυτών. Είναι το ίδιο όμορφα, χρειάζονται την ίδια φροντίδα και αγάπη. Στο τέλος τέλος μας αρέσουν τα φυτά. Τώρα μόλις συνειδητοποίησα ότι και οι απαντήσεις μου σε αυτή τη συνέντευξη είναι τύπου μπονζάι!

Ο ήρωας στις ιστορίες σας είναι ένας συνομηλικός σας συμπαθέστατος loser που μας μπάζει στην παράνοια της καθημερινότητάς του- αν και τον χαρακτήρισα συμπαθή έχετε κοινά μαζί του;
Στις παρέες συνήθως διηγούμαστε τις παράξενες ιστορίες που μας έτυχαν, εκείνες που είχαν τις περισσότερες αναποδιές. Αυτές άλλωστε μας απασχολούν περισσότερο και αυτές είναι που κυρίως τις θυμόμαστε πιο εύκολα. Φυσικά και έχω κοινά μαζί του γιατί είμαι -όπως όλοι- άνθρωπος της καθημερινότητας.
Σίγουρα λοιπόν θα έλεγα ότι θεωρώ τον εαυτό μου άτυχο σε θέματα καθημερινότητας, όπως για παράδειγμα θα είναι χαλασμένο το ασανσέρ όταν γυρνάω από ψώνια ή θα περιμένω στη μεγαλύτερη ουρά στα διόδια. Από κει και πέρα, πάντα φτιάχνω σενάρια με υποθετικούς διαλόγους που μπορούν να προκύψουν με όλα τα άτομα που συναντώ, κάτι δηλαδή που είναι χαρακτηριστικό του ήρωα.

Έχετε πειραματιστεί με άλλους ήρωες;
Ίσως αυτός ο loser χαρακτήρας, τώρα που το σκέφτομαι, είχε τελικά μεγαλύτερη τύχη και κατάφερε να γίνει πρωταγωνιστής! Οι άλλοι βρίσκονται ακόμα σε σημειωματάρια και αρχεία υπολογιστή. Γενικά ναι, πειραματισμοί γίνονται κάθε στιγμή καθώς υπάρχουν σκέψεις για νέα μονοπάτια.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας διηγηματογράφος;
Στο μυαλό μου δεν διαχωρίζω τους συγγραφείς ανά είδος. Μια δική μου παραξενιά αυτή η προσέγγιση. Είναι τόσο μεγάλη η δεξαμενή της παγκόσμιας λογοτεχνίας που κάθε φορά εκπλήσσομαι και μαγεύομαι από νέους σε μένα συγγραφείς. Έστω και αν αυτοί είναι ήδη κλασικοί. Υπό αυτό το πρίσμα, αν έπρεπε να πω αβίαστα τρεις αγαπημένους συγγραφείς θα έλεγα Ντοστογιέφσκι, Μπουκόφκσι και Βόνεγκατ. Ο σκληρός ρεαλισμός του Μπουκόφκσι, οι εσωτερικές αναζητήσεις του Ντοστογιέφσκι και το χιούμορ του Βόνεγκατ νομίζω καλύπτουν τις ανάγκες μου ως αναγνώστης.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για ένα νέο συγγραφέα;
Οι συγγράφεις βρίσκουν συνέχεια στο δρόμο τους εμπόδια. Τα βασικότερα είναι ο φόβος της απόρριψης και το άγχος ότι μια προσπάθειά τους, πολλές φορές χρονοβόρα αλλά και ψυχοφθόρα τελικά δεν θα βρει κάποιον αναγνώστη. Αλλά ακόμα και αν το έργο τους εκδοθεί, τότε έρχεται η αγωνία της αποδοχής και της κατανόησης αυτών που θέλει να εκφράσουν μέσα από τα γραπτά τους.Τα εμπόδια αυτά είναι κοινά για την πλειοψηφία των συγγραφέων. Ειδικά όμως για τους νέους συγγραφείς φαντάζουν και συνήθως είναι πιο μεγάλα και δύσβατα.

Πώς νιώσατε την πρώτη φορά που είδατε βιβλίο σας σε βιβλιοπωλείο;
Σαν μυστικός πράκτορας. Προσπαθούσα να εντοπίσω το βιβλίο μου στα ράφια και να αξιολογήσω αν βρισκόταν σε καλή θέση και γενικά να δω με ποια άλλα γειτνιάζει. Δεν το ζήτησα από τους υπεύθυνους των βιβλιοπωλείων γιατί θεωρούσα ότι θα καταλάβαιναν ότι εγώ είμαι ο συγγραφέας και θα ένιωθα τουλάχιστον αμήχανα. Ωστόσο, το συναίσθημα που γεννάται κάθε φορά όταν βλέπω τα βιβλία μου, είναι αυτό της χαράς.

Για ποιον γράφετε;
Γράφω για τους άλλους. Η ματαιοδοξία δεν με αφήνει να μην αναζητώ την αποδοχή. Στην προκειμένη περίπτωση θέλω αυτό που θα διαβάσει ο αναγνώστης να του αρέσει. Φυσικά ο πρώτος αναγνώστης είμαι εγώ και πρέπει να πάρει την έγκρισή μου αρχικά, άρα κατά μια έννοια γράφω και για μένα. Από την άλλη δεν μπορούμε να αρέσουμε σε όλους. Που όμως και αυτή η περίπτωση έχει τη δική της ομορφιά. Είναι περίπλοκη η απάντηση και όχι μονοδιάστατη.

Έχετε έλεγχο στο χιούμορ σας; Πώς ξέρετε πόσο χωράει σε κάθε μικροδιήγημα;
Αν και η πλειοψηφία των διηγημάτων μου είναι χιουμοριστικά, δεν μπορώ να πω ότι εφαρμόζω κάποιο σύστημα μέτρησης του χιούμορ σε αυτά. Τις περισσότερες φορές κάποια στοιχεία προκύπτουν αναπάντεχα την ώρα που γράφω ενώ δεν είχα κάνει σχετική προετοιμασία. Άλλες φορές έχω διαπιστώσει ότι αναφορές μέσα στις ιστορίες που προσωπικά θεωρώ εξαιρετικά αστείες, δεν έχουν βρει την ανταπόκριση που θα περίμενα. Σε κάθε περίπτωση οι αναγνώστες είναι αυτοί που κρίνουν αν έκανα υπερβολική χρήση του χιούμορ μέσα στα κείμενα.

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α” : Μικρά εικονογραφημένα (του Γιάννη Σ. Παπαδάτου)
Επόμενο άρθρο10 χρόνια “Α”: Γραφικός χαρακτήρας (του Γιώργου Συμπάρδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ